“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018




ΚΡΙΣΗ και ΜΝΗΜΟΝΙA

Από την χρεοκοπία στο  φαύλο κύκλο των μνημονίων





Μια βιωματική αναδρομή:

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης (2008-2009) η κυβέρνηση της ΝΔ διατείνονταν ότι η χώρα ήταν προστατευμένη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Οι παθογένειες όμως υπέβοσκαν και σύντομα η Ελλάδα έγινε μέρος της παγκόσμιας κρίσης, ως ο πλέον αδύναμος κρίκος της. Και μάλιστα υπέστη διπλή κρίση: χρηματοπιστωτική και κρίση χρέους.  
Στις συνθήκες της γενικευμένης κρίσης, ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία πίεσαν την ΕΕ (ιδιαίτερα τη Γερμανία), ώστε να αντιμετωπίσει το ελληνικό πρόβλημα φοβούμενες ότι η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της Ελλάδας θα συγκλόνιζε την παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Σ’ αυτό το πλαίσιο αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι, μη έχοντας θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση κρίσεων, βασίστηκαν στην τεχνογνωσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και στην δανειακή συμμετοχή του, καθώς δεν ήθελαν να αναλάβουν συνολικά το κόστος ενός προγράμματος διάσωσης.
Η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης (ΔΝΤ-ΕΕ) ήταν μονόδρομος, για να μπορέσει να καλύψει η χώρα τα ελλείμματα και την αποπληρωμή των προηγούμενων δανειακών υποχρεώσεων. Να αποφύγει δηλαδή την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες. Δεν υπήρχε καμία άλλη επιλογή.

Το 1ο Μνημόνιο (1-5-2010/δανειακή σύμβαση 110 δις), εμπόδισε μεν την Ελλάδα να πτωχεύσει και να μην υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη ζώνη του ευρώ, αλλά αποδείχθηκε ανεπαρκές στη στήριξη της ελληνική οικονομίας.
Οι δανειστές υποτίμησαν την έκταση της ελληνικής κρίσης (σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο), οδηγούμενοι σε υπερεκτιμήσεις και αστοχίες που κόστισαν, προκαλώντας μη προβλεπόμενη μεγάλη ύφεση.
Στο εσωτερικό, οι ανεπάρκειες της κυβέρνησης Παπανδρέου, οι αντιστάσεις συνδικάτων και κοινωνικών ομάδων, αλλά και η αντιμνημονιακή ρητορική σύμπασας της αντιπολίτευσης (προεξάρχουσας της ΝΔ των Ζάππειο Ι και ΙΙ) συνέτειναν στην παράταση  της κρίσης.
Ενώ ο στόχος του προγράμματος ήταν η επιστροφή στις αγορές σε δύο χρόνια, οι συνέπειες της ύφεσης, έθεσαν εκτός στόχων το πρόγραμμα.
Παράλληλα προκλήθηκε και πολιτική κρίση με αποτέλεσμα την πρωτοφανή στα μεταπολιτευτικά χρονικά παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου (ως αδυναμία διακυβέρνησης), τον Νοέμβριο του 2011.
Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Λ. Παπαδήμο, στήριξη από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ (από 11-11-2011 έως 17-5-2012) και ένα 2ο  μνημόνιο (12-2-2012).
Η κυβέρνηση Παπαδήμου ήταν μια λύση έξω από τα συνήθη πλαίσια λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου, το δικομματικό σύστημα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τη μορφή της ομαλής εναλλαγής στην εξουσία (όπως συνέβαινε ως τότε), γιατί ούτε ο άλλος πόλος (ΝΔ) μπορούσε και ήθελε να αναλάβει το βάρος και το κόστος της  διακυβέρνησης της χώρας.  
Η αδυναμία διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και η τραυματική εμπειρία του μνημονίου, δημιούργησαν συνθήκες κοινωνικής απόρριψης του παλιού δικομματισμού και τελικά πολιτική κρίση κυβερνησιμότητας.
Η προσφυγή στην “υπερκομματική” λύση Παπαδήμου έγινε ώστε να  αποφευχθεί  η περαιτέρω φθορά και να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος, ως ότου αναδιοργανωθεί το κομματικό σύστημα.
Μετά τη σύντομη θητεία της κυβέρνησης Παπαδήμου, οι διπλές εκλογές του 2012 που ακολούθησαν, έθεσαν τέλος στο δικομματικό-διπολικό σύστημα της μεταπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ), και ανέδειξαν το νέο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ (εκλογές Ιουνίου 2012: ΝΔ 29,66%-ΣΥΡΙΖΑ 26,89%).
Οι εκλογές του Ιουνίου 2012 σηματοδοτούν και το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Αρχίζει η εποχή των υποχρεωτικών συγκυβερνήσεων (συνεργασίας), καθώς λόγω της πολυδιάσπασης του πολιτικού συστήματος, δεν προέκυπταν πλέον αυτοδυναμίες.

Με το 2ο μνημόνιο επιδιώχθηκε η ανατροπή της πολύ έντονης καθοδικής πορείας που είχε πάρει η ελληνική οικονομία, και η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2012 (PSI: μείωση χρέους κατά 106 δις. ευρώ περίπου, αποκλειστικά από ιδιώτες επενδυτές, εγχώριους και ξένους). Η δανειακή σύμβαση προέβλεπε νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ύψους 130 δις (με τα υπόλοιπα της πρώτης δανειακής σύμβασης, το τελικό ποσό ανέρχονταν στα 167 δις).
Ωστόσο αν και προέκυψε μικρή οικονομική ανάκαμψη (ιδίως περί τα τέλη του 2012), οι αλλεπάλληλες πολιτικές εξελίξεις άνοιξαν μια νέα περίοδο πολιτικής αστάθειας:
η απαίτηση Σαμαρά για σύντομη θητεία της κυβέρνησης Παπαδήμου και προσφυγή σε εκλογές, οι διπλές εκλογές του 2012, η κυβέρνηση συνεργασίας (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) με αίτημα την επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την συγκυβέρνηση με αφορμή την ΕΡΤ (21-6-2014), οι ευρωεκλογές του 2014 όπου ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα (26,56%, έναντι 22,7% της ΝΔ), η λαϊκιστική στροφή της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, και η εμπλοκή των διαπραγματεύσεων με την τρόικα στο τελικό στάδιο της ολοκλήρωσης του 2ου μνημονίου.

Μνημόνιο/αντιμνημόνιο. Από τα μέσα του 2011, όταν η ύφεση προκαλεί πλέον πολύ μεγάλα πλήγματα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία (μέχρι τα τέλη του 2013 υπήρξαν μέτρα μείωσης στο 30% του ΑΕΠ), αναδεικνύεται σταδιακά, το αντιμνημονιακό κίνημα και εδραιώνεται η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο.
Το αντιμνημονιακό κίνημα, ήταν και παρέμεινε ένα κίνημα διαμαρτυρίας, στο επίπεδο μιας γενικής δυσαρέσκειας. Ωστόσο επέδρασε στο πολιτικό σύστημα καθώς η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο ξεπέρασε και υποκατέστησε τις γνωστές πολιτικές διαιρέσεις (δεξιά-αριστερά), αναγορεύοντας την σε κυρίαρχη. Η μετακίνηση της ΝΔ υπό τον Σαμαρά, στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο (Ζάππειο Ι και ΙΙ) το “νομιμοποίησε” πολιτικά. Στην πορεία όμως, εκφράστηκε από τους αυθεντικούς φορείς του: την ακροδεξιά (Χ.Α-ΑΝΕΛ) και κυρίως την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.
Η αντιμνημονιακή ρητορική, οδήγησε στον αντιευρωπαϊσμό κι από εκεί στον εθνικό απομονωτισμό, στον δραχμισμό και τελικά στη συγκρότηση ενός εθνολαϊκιστικού αριστερο-δεξιού μετώπου, του πρώτου στην Ευρώπη που έγινε κυβέρνηση.
Η τελευταία πράξη του πολιτικού δράματος ήταν οι εκλογές (Ιανουάριος 2015),  λόγω της αδυναμίας εκλογής προέδρου Δημοκρατίας (που προκλήθηκαν με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ), η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και η συγκυβέρνηση με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ.
Η διαίρεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο απέδωσε διπλά: Απέκρυψε τις αιτίες της κρίσης και καρποφόρησε στην κάλπη.

Το τρίτο μνημόνιο:  «Τόσο πολύ κακό σε τόσο λίγο διάστημα». Ένα αχρείαστο μνημόνιο (86 δισ.), όταν η χώρα ήταν έτοιμη να κλείσει τον κύκλο των μνημονίων, ήταν το αποτέλεσμα μιας ακραίας τυχοδιωκτικής πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε μια αντιπαράθεση με τους εταίρους με ιδεολογικούς όρους, με στόχο τη ριζική αλλαγή “των κανόνων του παιχνιδιού”. Κάτι που δεν είχε προηγούμενο παγκοσμίως και φυσικά ηττήθηκε καθώς οι εξωτερικοί συσχετισμοί καθορίζουν τα όρια των πολιτικών επιλογών, ενώ παράλληλα  επιδείνωσε δραματικά τη κρίση στη χώρα.
Η συνέχεια γνωστή: λήξη του μνημονιακού προγράμματος χωρίς συμφωνία, αργία τραπεζών, capital controls, δημοψήφισμα, colotumpa, διάσπαση ΣΥΡΙΖΑ και υπογραφή τρίτου μνημονίου από τον  μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ, με τις ψήφους και της αντιπολίτευσης. Με την οικονομία να επιστρέφει στην ύφεση τη διετία 2015-16, μετά τη μικρή ανάπτυξη στα τέλη του 2014.
Το τρίτο μνημόνιο σήμανε και το οριστικό τέλος του αντιμνημονιακού αγώνα και των ψευδαισθήσεων του. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός περιορίστηκε στα δύο άκρα: δεξιό και αριστερό με κοινό σημείο την επιστροφή στη δραχμή.
Στις εκλογές τον Σεπτέμβρη του 2015, αφού πλέον η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο είχε κλείσει τον κύκλο της, το διακύβευμα  ήταν πλέον η επαγγελία του νέου, ενάντια στο παλιό πολιτικό σύστημα.
Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτο κόμμα (ακόμη και μετά την καταστροφική διακυβέρνηση του), με τη σημαία του νέου και άφθαρτου, κατέδειξε ότι ή βαθύτερη αντίθεση της κοινωνίας δεν αφορά στα μνημόνια αλλά στο “παλιό” πολιτικό σύστημα (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ). Σ’ αυτό επιρρίφθηκαν όλες οι ευθύνες για τα μνημόνια και την κρίση (τιμωρητική ψήφος) και γι αυτό δόθηκε μια νέα ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως στον Τσίπρα.
Η μετέπειτα συγκυβέρνηση και πάλι με το ακροδεξιό ΑΝΕΛ, τελικά δεν ήταν μια νίκη της ανανέωσης ενάντια στο παλιό πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποδύθηκε το νέο. Η μετέπειτα πορεία του ήταν μια κυνική πολιτική παραμονής στην εξουσία, ως αυτοσκοπός. Μια πολιτική παλαιοκομματικού τύπου, απόδειξη ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί αμιγώς μέρος του παλιού συστήματος και μάλιστα το πιο αναχρονιστικό.

Μνημόνια. Ο μόνος τρόπος να βγεις από τα μνημόνια, όπως αποδείχθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, είναι να τα εφαρμόσεις.
Αναγκαίες προϋποθέσεις: η ανάληψη της ιδιοκτησίας του μνημονιακού προγράμματος (και η αξιόπιστη εκτέλεση του), καθώς και ευρύτερες συναινέσεις του πολιτικού συστήματος. Καμία απ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν υπήρξε στη διάρκεια των τριών μνημονίων, εκτός της αναγκαίας συναίνεσης της αντιπολίτευσης στο τρίτο μνημόνιο. 
Στη διάρκεια της κρίσης, ποτέ και καμία κυβέρνηση ή συγκυβέρνηση δεν ανέλαβε την ιδιοκτησία των μνημονιακών προγραμμάτων και της αξιόπιστης εκτέλεσης τους.
Νόμοι και κανονισμοί που προβλέπονταν στο πρόγραμμα (και δεν ήταν μόνο οικονομικοί αλλά και θεσμικοί/μεταρρυθμιστικοί), ψηφίζονταν από τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά η εφαρμογή τους συχνά παραπέμπονταν, λόγω του πολιτικού κόστους.
Λεονταρισμοί αθέτησης των συμφωνηθέντων, συνδικαλιστικού τύπου «κόκκινες γραμμές» ή «περήφανες διαπραγματεύσεις»  καταρρίπτονταν αργά ή γρήγορα, επιβαρύνοντας με επιπλέον κόστος (και νέα μέτρα) την οικονομία και την κοινωνία.
Ενώ αύξαναν παράλληλα, το έλλειμμα αξιοπιστίας με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται  η χώρα διεθνώς “μη μεταρρυθμίσιμη” και να πλανάται συνεχώς το φάντασμα του Grexit.
Οι κυβερνήσεις υποτιμούσαν τη σημασία της αξιοπιστίας-εμπιστοσύνης, τόσο στην εικόνα της χώρας διεθνώς, όσο και στο ότι αποτελεί προϋπόθεση για πιθανές αναγκαίες αναθεωρήσεις των μνημονιακών συμφωνιών.
Ακόμη η επίρριψη όλων των ευθυνών για την εκπόνηση, την πορεία ή για τις συνέπειες του προγράμματος, στους δανειστές, ήταν σε πολλές περιπτώσεις προσχηματική.
Η αντιμετώπιση της κρίσης  απαιτούσε πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, αφού δεν υπήρχαν άλλα εργαλεία (εντός ευρώ).  Αυτές οι πολιτικές, αν και απαιτούσαν μεγάλο κοινωνικό κόστος, ήταν η μόνη δυνατότητα εξόδου από τη κρίση, με ταυτόχρονη παραμονή στην ευρωζώνη, την οποία επιθυμούσαν τόσο τα ευρωπαϊκά κόμματα όσο και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η κοινωνία ήθελε την παραμονή στο ευρώ, τα δάνεια των δανειστών όχι όμως τα μνημόνια (δηλ. δανεικά χωρίς όρους). Το πολιτικό σύστημα ήθελε την παραμονή στο ευρώ (πλην των δραχμιστών), μια λάιτ εφαρμογή των μνημονίων και απόδοση των όποιων ευθυνών, στους δανειστές (μη ανάληψη της ιδιοκτησίας του προγράμματος).
Ευθύνες όμως για αποκλίσεις, στρεβλώσεις και αδικίες του προγράμματος δε βάρυναν μόνο τους δανειστές. Ευθύνες αναλογούσαν και  στις ελληνικές κυβερνήσεις καθώς το μίγμα της οικονομικής πολιτικής, για την επίτευξη των οικονομικών στόχων (που έθεταν τα μνημόνια), ήταν κυρίως επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων, όπως και άλλες επιλογές π.χ. οι οριζόντιες περικοπές.
Επιπλέον όλα τα χρόνια των μνημονίων, όλες οι κυβερνήσεις (με δική τους ευθύνη), στήριξαν προνομιακά το δημόσιο τομέα, σε βάρος του ιδιωτικού, προκαλώντας κοινωνικές ανισορροπίες που οδηγούσαν σε διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, πρόσθετη αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και σε περαιτέρω απαξίωση της πολιτικής.
Οι πολιτικές συναινέσεις, ήταν ανύπαρκτες ή αναγκαστικές ως ανάγκη διακυβέρνησης  (συγκυβερνήσεις) και μόνο εντός του διαιρετικού πλαίσιου (μνημόνιο/αντιμνημόνιο ή παλιό/νέο), χωρίς υπερβάσεις αυτού. Το “ή εμείς ή αυτοί“ απέκοψε πλήρως κάθε προσπάθεια αναγκαίας εθνικής συνεννόησης, ξεπέρασε τα όρια μιας πόλωσης, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί στοιχείο διχασμού. Ενώ το ζητούμενο είναι εθνικές συναινέσεις για μια νέα πορεία της χώρας.


Τον Αύγουστο του 18 τελείωσε το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης (δανειακή σύμβαση+μνημόνιο). Τα κράτη της ευρωπαϊκής ένωσης δεν προτίθενται να δώσουν άλλα δάνεια στην Ελλάδα. Δεν το θέλουν και δεν το επιτρέπουν τα  προβλήματα που συσσωρεύονται (άνοδος του εθνολαϊκισμού, μεταναστευτικό, εμπορικοί πόλεμοι, γεωπολιτική αστάθεια).
Η κυβέρνηση από την άλλη πανηγυρίζει για την  “καθαρή έξοδο από τα μνημόνια” σαν να επήλθε η ποθούμενη κανονικότητα.  Η επιστροφή όμως στις διεθνείς αγορές δεν είναι δεδομένη. Είναι ένας δύσβατος και διαρκώς ελεγχόμενος δρόμος, εν μέσω διεθνών αναταράξεων. Ενώ την ίδια στιγμή οι  βαθύτερες αιτίες της ελληνικής κρίσης παραμένουν και απειλούν.
Μια κρίση πολυδιάστατη -όπως κάθε κρίση- πρωτίστως όμως πολιτική. Κι αυτό γιατί η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ανανεωθεί και να εκσυγχρονιστεί λειτουργεί ως τροχοπέδη  στην ανάταξη της κοινωνίας και της οικονομίας.
Μέχρι σήμερα κανένα κόμμα δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει το πολιτικό πλαίσιο της μεταπολίτευσης. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Η πολιτική ανανέωση ως προϋπόθεση για την εθνική Ανασυγκρότηση. Σε αυτό υποτάσσονται και από αυτό κρίνονται οι έννοιες της προόδου και της συντήρησης.


ΤΡΥΨΑΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
       18-9-2018




Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Ουκρανία: Πολύ βαρύ το τίμημα της απεξάρτησης από τη Ρωσία







Όταν μερικά πράγματα δεν λύνονται στον καιρό τους μετά θέλουν πολλαπλάσιο κόστος για να λυθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με την Ουκρανία. Η αιτία της σημερινής της κρίσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έγινε η αρχική ανεξαρτοποίηση της Ουκρανίας από την Ρωσία.

Η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε τυπικά το 1991, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989, όμως στην πραγματικότητα δεν αποδεσμεύτηκε ποτέ από τη Ρωσία. Αντίθετα με ότι συνέβη με τις άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που απέκτησαν πλήρη ανεξαρτησία η Ουκρανία παρέμεινε υπό την κηδεμονία της Μόσχας, σε μια ιδιόμορφη σχέση, με χαρακτηριστικά προτεκτοράτου. Για τη Ρωσία η Ουκρανία αποτελεί “ζωτικό χώρο” στρατηγικής προτεραιότητας.
Η ενεργειακή-οικονομική εξάρτηση της Ουκρανίας από τη Ρωσία, αποτέλεσε το βασικό μηχανισμό επιβολής της ρώσικης κυριαρχίας. Η Ουκρανία καλύπτει το 80% των ενεργειακών της αναγκών, σε φυσικό αέριο, μέσω ρωσικών εισαγωγών. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι τιμές ενέργειας για την Ουκρανία, δεν καθορίζονταν από τις διεθνείς τιμές της αγοράς αλλά αποτελούσαν προϊόν διμερούς διαπραγμάτευσης. Στην πραγματικότητα η Ρωσία επέβαλε τιμές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, ανάλογα με τη στάση των ουκρανικών κυβερνήσεων προς τη Μόσχα. Ενώ παράλληλα η ευάλωτη ουκρανική οικονομία συσσώρευε ενεργειακά χρέη. Η ρώσικη πλευρά με όπλο τη διακοπή παροχής ενέργειας, που χρησιμοποίησε ουκ ολίγες φορές την τελευταία εικοσαετία-με αποκορύφωμα το 2006 και το 2009-απαιτούσε, κατά περίπτωση, είτε αναπροσαρμογές στις τιμές ενέργειας, είτε την αποπληρωμή του χρέους. Ουσιαστικά, οι κατά καιρούς απαιτήσεις της, αποτελούν μηχανισμούς χειραγώγησης, για τη συνέχιση της υποταγής της μετασοβιετικής Ουκρανίας στη σφαίρα επιρροής της. Ενώ παράλληλα έστελνε πολλαπλά μηνύματα στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ, μη παρέμβασης στο “ζωτικό της χώρο”.

Η απόφαση του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς να διακόψει τη διαδικασία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε την αιτία των μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, γνωστές ως Euromaidan, το Νοέμβριο του ’13. Το κίνημα, με αιχμή τη νεολαία, ήταν κίνημα απεξάρτησης από τη ρώσικη κυριαρχία, και ένταξης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ενώ γρήγορα το κίνημα των διαδηλώσεων μετατράπηκε σε εξέγερση, με στόχο την αποπομπή του Προέδρου από την εξουσία και τη διενέργεια εκλογών.
Σε κάποια φάση του κινήματος επικράτησαν οι εθνικιστές και οι ακροδεξιοί, καθώς τα κινήματα αυτά δεν διαθέτουν στρατηγική για τα επόμενα βήματα. Το ίδιο συνέβη με την αραβική άνοιξη και τους ισλαμιστές. Το κίνημα καπελώθηκε από τα ακραία στοιχεία τα οποία επέβαλαν συνθήκες τυφλής βίας, με στόχο το ρωσόφωνο στοιχείο καθώς υπάρχει ιστορικό υπόβαθρο αντισοβιετισμού-αντιρωσισμού στην ουκρανική κοινωνία. Επιπλέον η συνεχιζόμενη μετασοβιετική κηδεμονία της Ουκρανίας από τη Ρωσία, ανέπτυξε παραπέρα τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των Ουκρανών. Σε συνθήκες κηδεμονίας, η έξαρση του εθνικισμού είναι ιστορικά δεδομένη. Ωστόσο, από την “πορτοκαλί επανάσταση” του 2004, ως το κίνημα της ευρωπλατείας του 2013 υπάρχει ένα συνδετικό νήμα. Κι αυτό-πέρα από τα ακραία στοιχεία-είναι το αίτημα της ανεξαρτησίας και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της ουκρανικής κοινωνίας.

Σε αντίποινα, η Ρωσία, εξαπέλυσε έναν ακήρυχτο πόλεμο, πρώτα καταλαμβάνοντας και στη συνέχεια προσαρτώντας την Κριμαία, στην οποία υπήρχε ήδη ειδικό καθεστώς αυτονομίας από την Ουκρανία. Το δημοψήφισμα που ακολούθησε, για την απόσχιση της Κριμαίας από την Ουκρανία και ενσωμάτωσης της στη Ρωσία, σε έναν πληθυσμό με δεδομένη τη ρώσικη πλειοψηφία, χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά, ως το νομιμοποιητικό στοιχείο της προσάρτησης.
 
Στην Ανατολική Ουκρανία το Κρεμλίνο επέκτεινε την επέμβαση του, με στόχο αυτή τη φορά όχι την άμεση απόσχιση, αλλά την απειλή της. Οι φιλορώσοι αυτονομιστές εδραιώθηκαν, με τη βοήθεια του ρώσικου στρατού, οπότε ο Πούτιν μπορεί να προκαλεί, όποτε το θέλει, θερμά επεισόδια εκβιάζοντας, με την απειλή της απόσχισης, την Ουκρανική κυβέρνηση. Ώστε μαζί με το “ενεργειακό όπλο” που διαθέτει η Ρωσία να συνεχίσει να κρατά την Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής της.

Η Ρωσία, 25 χρόνια μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, αντιμετωπίζει την Ουκρανία εν πολλοίς ως επαρχία της, αψηφώντας τα θεμέλια της μετασοβιετικής ειρηνικής τάξης στην Ευρώπη. Κατέλυσε την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων, της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλου κράτους και της μη προσάρτησης. Λειτουργεί με τους γεωπολιτικούς όρους του παρελθόντος: της διαμόρφωσης και επέκτασης ζωνών επιρροής, μέσω της πολιτικο-στρατιωτικής ισχύος της. Η αντίδραση της δύσης ήταν αναπόφευκτη. Η επιβολή κυρώσεων ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει.
Η εμπόλεμη κατάσταση στην ανατολική Ουκρανία, παρά τις ενδιάμεσες ειρηνευτικές εκεχειρίες, από ότι φαίνεται θα τραβήξει σε μάκρος. Και αυτό συνεπάγεται μεγάλα κόστη για την Ουκρανία και μια διαρκή ένταση στις σχέσεις Ε.Ε.-Ρωσίας που δεν συμφέρει καθόλου στους Ρώσους ολιγάρχες (οι οποίοι έχουν ήδη αρχίσει να αμφισβητούν την πολιτική Πούτιν). Εν τω μεταξύ το ρούβλι ακολουθεί μια δική του πορεία αποδυνάμωσης προσθέτοντας πλήθος από προβλήματα στην Ρώσικη οικονομία η οποία ολοένα περισσότερο εξαρτάται από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τα οποία είναι υποχρεωμένη να πουλήσει στην Ευρώπη παρόλη την κρίση που περνούν οι σχέσεις τους. Ο Πούτιν στην ουσία εκτός από κάποιον περιορισμό στις εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών δεν έχει άλλον τρόπο να πιέσει την Δύση. Δεν μπορεί να κάνει εμπάργκο στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο γιατί τότε θα κινδύνευε με οικονομική κατάρρευση.
 
Από την κρίση της Ουκρανίας είναι δύσκολο να βγει η Ρωσία κερδισμένη. Τα 4,5 δίς που απέσπασε τελευταία εκβιαστικά από την Ε.Ε. για προηγούμενα ενεργειακά χρέη της Ουκρανίας δεν συνιστούν παρά προσωρινά οφέλη που είναι πολύ λίγα για να ισοσκελίσουν τις ζημίες από το εμπάργκο της δύσης. Οι πολιτικές άλλωστε των ζωνών επιρροής οριστικά στις μέρες μας έχουν πεθάνει. Οι αλληλεξαρτήσεις είναι τόσο μεγάλες που δεν αφήνουν καθόλου χώρο για βίαιες κατοχές χωρών και εθνικές περιχαρακώσεις ενώ συμβαίνει, στο πεδίο της οικονομίας,  να λύνονται πολύ περισσότερα ζητήματα από όσα στο πεδίο των μαχών. Ήδη η κατάρρευση των τιμών του αργού πετρελαίου προοιωνίζει παραπέρα αποδυνάμωση της Ρώσικης οικονομίας και ξυπνά, όπως είναι επόμενο, εφιάλτες προσφυγής και πάλι στο ΔΝΤ.

Στην Ελλάδα το κλίμα είναι φιλο-ρωσικό. Η Ελληνική κοινωνία γενικά ανατολικοφέρνει. Ο αντι-δυτικισμός της είναι ισχυρότερος από τις αρχές της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Αρχές που αποτελούν σήμερα βασικό κεκτημένο στην Ευρώπη και που εμάς ειδικά μας αφορούν. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που θα είμαστε απέναντι στην Ευρώπη και τις πολιτικές της. Και δυστυχώς φθάσαμε σε σημείο να βάζουμε στην ίδια μοίρα τις εξαγωγές φρούτων και λαχανικών με τον σεβασμό των συνόρων και της ακεραιότητας μιας χώρας. Ευτυχώς η έκβαση των πραγμάτων δεν εξαρτάται από εμάς.

6-11-2014
Θανάσης Τρυψάνης

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η διάσωση του πολιτικού συστήματος Η ολική επαναφορά του Και οι νέες προκλήσεις








Το Ελληνικό πολιτικό σύστημα τελικά άντεξε. Με σοβαρές κρίσεις και απώλειες αλλά άντεξε.
Η πιθανότητα κατάρρευσης θα προϋπέθετε ίσως μεγαλύτερης έκτασης εθνική καταστροφή (π.χ. μια πιθανή έξοδο από το Ευρώ και την Ε.Ε.) η οποία εφόσον αποφεύχθηκε, χάρις στην Ε.Ε., αποφεύχθηκαν και τα χειρότερα για το σύστημα(και την κοινωνία)
Ήδη στους δύο πόλους του πολιτικού συστήματος, τον κεντρο-δεξιό και τον κεντρο-αριστερό, είναι σε εξέλιξη διαδικασίες ανασυγκρότησης, γεγονός που σημαίνει ότι η περίοδος της κρίσης και των διασπάσεων έχει τελειώσει και ότι οι ενότητες στους δύο χώρους προχωράνε. Οι ανασυγκροτήσεις αυτές οπωσδήποτε θα απαιτήσουν χρόνο αλλά είναι πλέον σαφές ότι οι φυγόκεντρες τάσεις και ο πολυκερματισμός έχουν εξαντλήσει την δυναμική τους.
Το πολιτικό σύστημα αναδιοργανώνεται. Αργά αλλά σταθερά ξαναβρίσκει τις ισορροπίες του και τον βηματισμό του. Ξεπερνά την κρίση του.


Κύριος παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη υπήρξε η λειτουργία των εφεδρειών του (αριστερών και δεξιών). Πέρα δηλ. από το γεγονός ότι η κρίση δεν πήρε καταστροφικές διαστάσεις ήταν και η λειτουργία των εφεδρειών του πολιτικού συστήματος που συνέβαλε στη διάσωσή του.
Χάρις σε αυτή η απορριπτικότητα του παλιού δικομματισμού δεν διοχετεύθηκε σε εξω-συστημικές δυνάμεις (που άλλωστε δεν έδωσαν κανένα έγκαιρο παρόν - αν θεωρητικά υποθέσουμε ότι υπάρχουν) αλλά απορροφήθηκε ομαλά από τρεις εφεδρικούς χώρους (πρόσκαιρους και μόνιμους): α) Τον κύριο εφεδρικό χώρο της αριστεράς β) από μια διάσπαση της Ν.Δ. (ΑΝΕΛ), και γ) έναν νεοεμφανιζόμενο στα κοινοβουλευτικά χρονικά της Ελλάδας ακροδεξιό χώρο. Από τους τρεις αυτούς χώρους η αριστερά, μετά την κατάρρευση του Πασοκ, έχει ήδη καλύψει το βασικό δομικό κενό που προέκυψε στο πολιτικό σύστημα στη διάρκεια της κρίσης.


Η πρόσφατη κρίση του πολιτικού συστήματος έχει την βάση της στην αδυναμία του να διαχειριστεί την οικονομική κρίση. Αυτή κορυφώθηκε με την παραίτηση της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία της Ν.Δ. να το διαδεχθεί στην εξουσία. Η λύση Παπαδήμου (όπως η λύση Ζολώτα το 1989) ήταν μια λύση έξω από τα πλαίσια λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Η Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ είχαν χάσει την λαϊκή συγκατάθεση να κυβερνήσουν. Η ομαλή εναλλαγή των δύο κομμάτων στην εξουσία είχε μπει σε δοκιμασία. Αντιμετώπιζαν κρίση νομιμοποίησης και αναγκάσθηκαν να προσφύγουν σε μιας μορφής «εθνική» λύση, περιορισμένης διάρκειας έως ότου αποκατασταθεί, μέσα από εκλογές, ξανά η μερική έστω λειτουργία του πολιτικού συστήματος.


Σήμερα το πολιτικό σύστημα αποκαθιστά σιγά –σιγά την κανονική του λειτουργία.
Έχουν ήδη σχηματοποιηθεί οι δύο πόλοι του (Ν.Δ.-ΣΥΡΙΖΑ) λείπει όμως η καθιέρωση της ομαλής εναλλαγής τους που συνιστά ένα κρίσιμο ζήτημα που προμηνύει μια νέα κρίση, την τρίτη στη σειρά μετά το 1989 και το 2012.


Εν τω μεταξύ έχουν επανέλθει όλες οι καθιερωμένες νοοτροπίες και οι συμπεριφορές του παρελθόντος. Όλα θυμίζουν τις παλιές καλές μέρες του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Βιώνουμε την ολική επαναφορά του. Οι ίδιες παρουσίες, ο ίδιος λόγος, το ίδιο ύφος, οι ίδιες πρακτικές. Σαν να μην μεσολάβησε τίποτα. Το πολιτικό σύστημα ξαναζεί μέρες δόξης λαμπρές. Το επίπεδο της βουλής και των πολιτικών συζητήσεων στα μίντια έχει πλήρως αποκατασταθεί. Μόνο κάποια πρόσωπα έχουν αλλάξει. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποδειχθεί άξιοι συνεχιστές των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Φορείς της ίδιας πολιτικής κουλτούρας, της ίδιας καθημερινής πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικής. Δεν υστερούν σε τίποτα. Στη θέση ενός στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ κάλλιστα μπορεί κανείς νοητά να βάλει ένα στέλεχος του παλιού ΠΑΣΟΚ και να διαπιστώσει ότι δεν διαφέρουν σε τίποτα. Πώς να μην έχουμε ξαναπέσει σε ανούσιες συζητήσεις, στον πολιτικαντισμό την γραφικότητα, τον λαϊκισμό, την παροχολογία, τον κορπορατισμό (ειδικά αυτόν), την αλαζονεία κλπ. κλπ. όλα δηλ. τα γνωστά φαινόμενα που χαρακτήριζαν την πολιτική μας ζωή σαράντα χρόνια τώρα;

Το όλο φαινόμενο βέβαια δεν είναι στον αέρα. Έχει την «υλικότητά του». Τις ρίζες του στην κοινωνία, η οποία έχει περάσει από την φάση της απόρριψης του πολιτικού συστήματος και της αντι-μνημονιακής διαμαρτυρίας στην φάση και πάλι των διεκδικήσεων. Διεκδικεί ελαφρύνσεις και παροχές (από το πολιτικό σύστημα). Γεγονός που αποκαθιστά τις σχέσεις πολιτικού συστήματος –κοινωνίας που στην προηγούμενη περίοδο είχαν διαρρηχθεί. Η κοινωνία λοιπόν δεν εναντιώνεται πλέον αλλά απαιτεί. Και τα κόμματα ανταποκρινόμενα στο κύριο αίτημα των καιρών τρέχουν να προλάβουν να συντάξουν προγράμματα με ελαφρύνσεις και παροχές, χωρίς νάχει παρουσιάσει η οικονομία την παραμικρή οικονομική ανάπτυξη. Οι μεταρρυθμίσεις που επικαλείται η Ε.Ε. συνιστούν ότι πιο ανεπίκαιρο και επιζήμιο για το πολιτικό σύστημα και γίνεται προσπάθεια χρονικά τουλάχιστον να μετατεθούν. Αυτό είναι και το πνεύμα των διαβουλεύσεων από την μεριά της κυβέρνησης με την τρόϊκα αυτή την περίοδο.


Οι εθνικοί όροι λοιπόν του πολιτικού παιχνιδιού για αυτήν και την επόμενη φάση έχουν αποσαφηνιστεί. Δύσκολα πλέον ανατρέπονται. Με αυτούς θα πάμε. Κι ας προσκρούουν ευθέως στους Ευρωπαϊκούς όρους άσκησης πολιτικής. Στα εγχώρια αιτούμενα της περιόδου έχουν αναδειχθεί οι παροχές και οι ελαφρύνσεις . Οι Ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις και τα περιοριστικά προγράμματα όσο αναγκαία, με οικονομικούς όρους, κι αν κρίνονται δεν συγκινούν στην Ελλάδα κανέναν. Το θέμα όμως είναι έτσι που οδηγούμαστε.


Οδηγούμαστε μέσα από μια περίοδο πολιτικής αστάθειας σε ένα οικονομικό πισωγύρισμα. Μια τέτοια εξέλιξη φαίνεται να είναι η πιο πιθανή. Εκτός κι αν…


Στην πράξη βέβαια, σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατον να κινηθούμε έξω από τα πλαίσια της καθορισμένης Ευρωπαϊκής πολιτικής, πέρα από όσα λέγονται και γράφονται ειδικά από την αριστερά που συνεχίζει να λειτουργεί με εξω-ιστορικούς όρους και εντελώς βολονταριστικά (σαν αντιπολίτευση). Μόνο πολύτιμο χρόνο μπορούμε να χάσουμε που θα ισοδυναμεί με μια σοβαρή ανακοπή της σημερινής όποιας γίνεται προσπάθειας σταθεροποίησης και προσαρμογής. Μια παρατεταμένη εκλογική περίοδος έξι και πλέον μηνών, με δύο πιθανές αναμετρήσεις, είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε, σε αυτή την περίοδο, να μας συμβεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστά κανέναν κίνδυνο. Μόνος μας κίνδυνος και πιο πιθανός είναι η ακυβερνησία. Και προς αυτήν βαδίζουμε. Το πολιτικό σύστημα για άλλη μία φορά αδυνατεί να δώσει πολιτική λύση. Αυτή θα προκύψει αναγκαστικά μέσα από την κρίση του, μια νέα κρίση διακυβέρνησης με άγνωστες προεκτάσεις και συνέπειες.


Οι ευθύνες για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί επιμερίζονται και σε άλλους παράγοντες (πλην των πολιτικών που έχουν την κύρια ευθύνη).
Όταν κάποιος έχει οικονομικά καταστραφεί και μπορεί ακόμα να δανείζεται και να ζει, δύσκολα μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της κατάστασής του. Έτσι σε ότι αφορά την Ελληνική κοινωνία μπορούμε να πούμε ότι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ελάχιστη πρόοδο σημείωσε σε ότι αφορά την αυτογνωσία της. Κινήθηκε διαρκώς σε μια κατεύθυνση μετάθεσης των ευθυνών από το πολιτικό σύστημα, στο μνημόνιο και τους δανειστές και κύρια την Μέρκελ για να καταλήξει στο διαχρονικό αίτημα για παροχές.
Από την άλλη τα μίντια κυριαρχούνται και θα κυριαρχούνται από το πρόβλημα της τηλεθέασης κι άρα στο μόνο στο οποίο μόνιμα θα αποσκοπούν θα είναι να γίνονται αρεστά σε όσο το δυνατόν περισσότερους προβάλλοντας τις πιο λαοφιλείς απόψεις. Αποτελούν τον κύριο μηχανισμό στις μέρες μας, αναπαραγωγής και διάδοσης του λαϊκισμού και του αντίστοιχου τρόπου σκέψης.
Τέλος το πανεπιστημιακό κατεστημένο στην πλειοψηφία του ιστορικά συντάχθηκε πάντα με ότι δέσποζε στα πολιτικά μας πράγματα με ελάχιστες εξαιρέσεις ανεξάρτητων διανοητών που πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα αλλά που ασκούν κατά κανόνα, ελάχιστη επιρροή στην κοινωνία.


Αν ισχύει η ρήση ότι κάθε κρίση προσφέρεται για μια νέα αρχή τότε θα πρέπει να επιδιωχθούν κι άλλες εξελίξεις πέρα από αυτές που είναι προεξοφλημένες να συμβούν. Η κρίση ήδη διαφαίνεται στον ορίζοντα και είναι πολύ δύσκολο πλέον, έως αδύνατον, να αποτραπεί. Εις μάτην επιμένει ο διακεκριμένος συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος (όπως και άλλοι) να προτείνει μεθόδους και τρόπους αποφυγής. Το ζητούμενο, κατά την γνώμη μας, είναι αν η επικείμενη πολιτική κρίση θα αποτελέσει αφετηρία και για κάποια αρχή. Σε αυτό το επίπεδο είναι ανάγκη να μεταφερθεί η όποια εναγώνια αναζήτηση και ο όποιος δημιουργικός προβληματισμός.


Μήλιος Χρήστος  

    7-9-2014


ΠΗΓΗ: www.pokethe.gr