“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η διάσωση του πολιτικού συστήματος Η ολική επαναφορά του Και οι νέες προκλήσεις








Το Ελληνικό πολιτικό σύστημα τελικά άντεξε. Με σοβαρές κρίσεις και απώλειες αλλά άντεξε.
Η πιθανότητα κατάρρευσης θα προϋπέθετε ίσως μεγαλύτερης έκτασης εθνική καταστροφή (π.χ. μια πιθανή έξοδο από το Ευρώ και την Ε.Ε.) η οποία εφόσον αποφεύχθηκε, χάρις στην Ε.Ε., αποφεύχθηκαν και τα χειρότερα για το σύστημα(και την κοινωνία)
Ήδη στους δύο πόλους του πολιτικού συστήματος, τον κεντρο-δεξιό και τον κεντρο-αριστερό, είναι σε εξέλιξη διαδικασίες ανασυγκρότησης, γεγονός που σημαίνει ότι η περίοδος της κρίσης και των διασπάσεων έχει τελειώσει και ότι οι ενότητες στους δύο χώρους προχωράνε. Οι ανασυγκροτήσεις αυτές οπωσδήποτε θα απαιτήσουν χρόνο αλλά είναι πλέον σαφές ότι οι φυγόκεντρες τάσεις και ο πολυκερματισμός έχουν εξαντλήσει την δυναμική τους.
Το πολιτικό σύστημα αναδιοργανώνεται. Αργά αλλά σταθερά ξαναβρίσκει τις ισορροπίες του και τον βηματισμό του. Ξεπερνά την κρίση του.


Κύριος παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη υπήρξε η λειτουργία των εφεδρειών του (αριστερών και δεξιών). Πέρα δηλ. από το γεγονός ότι η κρίση δεν πήρε καταστροφικές διαστάσεις ήταν και η λειτουργία των εφεδρειών του πολιτικού συστήματος που συνέβαλε στη διάσωσή του.
Χάρις σε αυτή η απορριπτικότητα του παλιού δικομματισμού δεν διοχετεύθηκε σε εξω-συστημικές δυνάμεις (που άλλωστε δεν έδωσαν κανένα έγκαιρο παρόν - αν θεωρητικά υποθέσουμε ότι υπάρχουν) αλλά απορροφήθηκε ομαλά από τρεις εφεδρικούς χώρους (πρόσκαιρους και μόνιμους): α) Τον κύριο εφεδρικό χώρο της αριστεράς β) από μια διάσπαση της Ν.Δ. (ΑΝΕΛ), και γ) έναν νεοεμφανιζόμενο στα κοινοβουλευτικά χρονικά της Ελλάδας ακροδεξιό χώρο. Από τους τρεις αυτούς χώρους η αριστερά, μετά την κατάρρευση του Πασοκ, έχει ήδη καλύψει το βασικό δομικό κενό που προέκυψε στο πολιτικό σύστημα στη διάρκεια της κρίσης.


Η πρόσφατη κρίση του πολιτικού συστήματος έχει την βάση της στην αδυναμία του να διαχειριστεί την οικονομική κρίση. Αυτή κορυφώθηκε με την παραίτηση της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και την αδυναμία της Ν.Δ. να το διαδεχθεί στην εξουσία. Η λύση Παπαδήμου (όπως η λύση Ζολώτα το 1989) ήταν μια λύση έξω από τα πλαίσια λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Η Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ είχαν χάσει την λαϊκή συγκατάθεση να κυβερνήσουν. Η ομαλή εναλλαγή των δύο κομμάτων στην εξουσία είχε μπει σε δοκιμασία. Αντιμετώπιζαν κρίση νομιμοποίησης και αναγκάσθηκαν να προσφύγουν σε μιας μορφής «εθνική» λύση, περιορισμένης διάρκειας έως ότου αποκατασταθεί, μέσα από εκλογές, ξανά η μερική έστω λειτουργία του πολιτικού συστήματος.


Σήμερα το πολιτικό σύστημα αποκαθιστά σιγά –σιγά την κανονική του λειτουργία.
Έχουν ήδη σχηματοποιηθεί οι δύο πόλοι του (Ν.Δ.-ΣΥΡΙΖΑ) λείπει όμως η καθιέρωση της ομαλής εναλλαγής τους που συνιστά ένα κρίσιμο ζήτημα που προμηνύει μια νέα κρίση, την τρίτη στη σειρά μετά το 1989 και το 2012.


Εν τω μεταξύ έχουν επανέλθει όλες οι καθιερωμένες νοοτροπίες και οι συμπεριφορές του παρελθόντος. Όλα θυμίζουν τις παλιές καλές μέρες του μεταπολιτευτικού δικομματισμού. Βιώνουμε την ολική επαναφορά του. Οι ίδιες παρουσίες, ο ίδιος λόγος, το ίδιο ύφος, οι ίδιες πρακτικές. Σαν να μην μεσολάβησε τίποτα. Το πολιτικό σύστημα ξαναζεί μέρες δόξης λαμπρές. Το επίπεδο της βουλής και των πολιτικών συζητήσεων στα μίντια έχει πλήρως αποκατασταθεί. Μόνο κάποια πρόσωπα έχουν αλλάξει. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποδειχθεί άξιοι συνεχιστές των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Φορείς της ίδιας πολιτικής κουλτούρας, της ίδιας καθημερινής πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικής. Δεν υστερούν σε τίποτα. Στη θέση ενός στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ κάλλιστα μπορεί κανείς νοητά να βάλει ένα στέλεχος του παλιού ΠΑΣΟΚ και να διαπιστώσει ότι δεν διαφέρουν σε τίποτα. Πώς να μην έχουμε ξαναπέσει σε ανούσιες συζητήσεις, στον πολιτικαντισμό την γραφικότητα, τον λαϊκισμό, την παροχολογία, τον κορπορατισμό (ειδικά αυτόν), την αλαζονεία κλπ. κλπ. όλα δηλ. τα γνωστά φαινόμενα που χαρακτήριζαν την πολιτική μας ζωή σαράντα χρόνια τώρα;

Το όλο φαινόμενο βέβαια δεν είναι στον αέρα. Έχει την «υλικότητά του». Τις ρίζες του στην κοινωνία, η οποία έχει περάσει από την φάση της απόρριψης του πολιτικού συστήματος και της αντι-μνημονιακής διαμαρτυρίας στην φάση και πάλι των διεκδικήσεων. Διεκδικεί ελαφρύνσεις και παροχές (από το πολιτικό σύστημα). Γεγονός που αποκαθιστά τις σχέσεις πολιτικού συστήματος –κοινωνίας που στην προηγούμενη περίοδο είχαν διαρρηχθεί. Η κοινωνία λοιπόν δεν εναντιώνεται πλέον αλλά απαιτεί. Και τα κόμματα ανταποκρινόμενα στο κύριο αίτημα των καιρών τρέχουν να προλάβουν να συντάξουν προγράμματα με ελαφρύνσεις και παροχές, χωρίς νάχει παρουσιάσει η οικονομία την παραμικρή οικονομική ανάπτυξη. Οι μεταρρυθμίσεις που επικαλείται η Ε.Ε. συνιστούν ότι πιο ανεπίκαιρο και επιζήμιο για το πολιτικό σύστημα και γίνεται προσπάθεια χρονικά τουλάχιστον να μετατεθούν. Αυτό είναι και το πνεύμα των διαβουλεύσεων από την μεριά της κυβέρνησης με την τρόϊκα αυτή την περίοδο.


Οι εθνικοί όροι λοιπόν του πολιτικού παιχνιδιού για αυτήν και την επόμενη φάση έχουν αποσαφηνιστεί. Δύσκολα πλέον ανατρέπονται. Με αυτούς θα πάμε. Κι ας προσκρούουν ευθέως στους Ευρωπαϊκούς όρους άσκησης πολιτικής. Στα εγχώρια αιτούμενα της περιόδου έχουν αναδειχθεί οι παροχές και οι ελαφρύνσεις . Οι Ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις και τα περιοριστικά προγράμματα όσο αναγκαία, με οικονομικούς όρους, κι αν κρίνονται δεν συγκινούν στην Ελλάδα κανέναν. Το θέμα όμως είναι έτσι που οδηγούμαστε.


Οδηγούμαστε μέσα από μια περίοδο πολιτικής αστάθειας σε ένα οικονομικό πισωγύρισμα. Μια τέτοια εξέλιξη φαίνεται να είναι η πιο πιθανή. Εκτός κι αν…


Στην πράξη βέβαια, σε κάθε περίπτωση, είναι αδύνατον να κινηθούμε έξω από τα πλαίσια της καθορισμένης Ευρωπαϊκής πολιτικής, πέρα από όσα λέγονται και γράφονται ειδικά από την αριστερά που συνεχίζει να λειτουργεί με εξω-ιστορικούς όρους και εντελώς βολονταριστικά (σαν αντιπολίτευση). Μόνο πολύτιμο χρόνο μπορούμε να χάσουμε που θα ισοδυναμεί με μια σοβαρή ανακοπή της σημερινής όποιας γίνεται προσπάθειας σταθεροποίησης και προσαρμογής. Μια παρατεταμένη εκλογική περίοδος έξι και πλέον μηνών, με δύο πιθανές αναμετρήσεις, είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε, σε αυτή την περίοδο, να μας συμβεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστά κανέναν κίνδυνο. Μόνος μας κίνδυνος και πιο πιθανός είναι η ακυβερνησία. Και προς αυτήν βαδίζουμε. Το πολιτικό σύστημα για άλλη μία φορά αδυνατεί να δώσει πολιτική λύση. Αυτή θα προκύψει αναγκαστικά μέσα από την κρίση του, μια νέα κρίση διακυβέρνησης με άγνωστες προεκτάσεις και συνέπειες.


Οι ευθύνες για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί επιμερίζονται και σε άλλους παράγοντες (πλην των πολιτικών που έχουν την κύρια ευθύνη).
Όταν κάποιος έχει οικονομικά καταστραφεί και μπορεί ακόμα να δανείζεται και να ζει, δύσκολα μπορεί να αποκτήσει συνείδηση της κατάστασής του. Έτσι σε ότι αφορά την Ελληνική κοινωνία μπορούμε να πούμε ότι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ελάχιστη πρόοδο σημείωσε σε ότι αφορά την αυτογνωσία της. Κινήθηκε διαρκώς σε μια κατεύθυνση μετάθεσης των ευθυνών από το πολιτικό σύστημα, στο μνημόνιο και τους δανειστές και κύρια την Μέρκελ για να καταλήξει στο διαχρονικό αίτημα για παροχές.
Από την άλλη τα μίντια κυριαρχούνται και θα κυριαρχούνται από το πρόβλημα της τηλεθέασης κι άρα στο μόνο στο οποίο μόνιμα θα αποσκοπούν θα είναι να γίνονται αρεστά σε όσο το δυνατόν περισσότερους προβάλλοντας τις πιο λαοφιλείς απόψεις. Αποτελούν τον κύριο μηχανισμό στις μέρες μας, αναπαραγωγής και διάδοσης του λαϊκισμού και του αντίστοιχου τρόπου σκέψης.
Τέλος το πανεπιστημιακό κατεστημένο στην πλειοψηφία του ιστορικά συντάχθηκε πάντα με ότι δέσποζε στα πολιτικά μας πράγματα με ελάχιστες εξαιρέσεις ανεξάρτητων διανοητών που πηγαίνουν κόντρα στο ρεύμα αλλά που ασκούν κατά κανόνα, ελάχιστη επιρροή στην κοινωνία.


Αν ισχύει η ρήση ότι κάθε κρίση προσφέρεται για μια νέα αρχή τότε θα πρέπει να επιδιωχθούν κι άλλες εξελίξεις πέρα από αυτές που είναι προεξοφλημένες να συμβούν. Η κρίση ήδη διαφαίνεται στον ορίζοντα και είναι πολύ δύσκολο πλέον, έως αδύνατον, να αποτραπεί. Εις μάτην επιμένει ο διακεκριμένος συνταγματολόγος Ν. Αλιβιζάτος (όπως και άλλοι) να προτείνει μεθόδους και τρόπους αποφυγής. Το ζητούμενο, κατά την γνώμη μας, είναι αν η επικείμενη πολιτική κρίση θα αποτελέσει αφετηρία και για κάποια αρχή. Σε αυτό το επίπεδο είναι ανάγκη να μεταφερθεί η όποια εναγώνια αναζήτηση και ο όποιος δημιουργικός προβληματισμός.


Μήλιος Χρήστος  

    7-9-2014


ΠΗΓΗ: www.pokethe.gr

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΗΣ ΧΑΜΑΣ ΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ





Περί αυτού πρόκειται. Δεν υπάρχει κανένας πόλεμος των παλαιστινίων με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια ακόμα αναμέτρηση της Χαμάς με το Ισραήλ. Οι Παλαιστίνιοι σαν μια κοινωνία των τεσσάρων περίπου εκατομμυρίων δεν μετέχουν στο πόλεμο. Απλώς ένα μέρος από αυτούς υφίσταται τα δεινά του.
Ο πόλεμος δεν αγγίζει τους Παλαιστίνιους της Δυτικής όχθης, ούτε την Φατάχ, ούτε την Παλαιστινιακή Αρχή. Όσον αφορά τους Παλαιστίνιους της Λωρίδας της Γάζας αυτοί κινήθηκαν κατά μάζες να φύγουν προς διάφορες κατευθύνσεις αλλά παρεμποδίστηκαν (και συνεχίζουν να παρεμποδίζονται) από την Χαμάς. Παραμένουν παγιδευμένοι να πληρώνουν το τίμημα μιάς άγριας αναμέτρησης.

Δεν υπάρχει ανεξαρτησιακό κίνημα που να μην έχει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά, που να μην κατασπαράζεται από εμφύλιες διαμάχες
Το Παλαιστινιακό κίνημα δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.
Χρόνια τώρα κρατά στους κόλπους του η διένεξη ανάμεσα σε μετριοπαθείς και αδιάλλακτους που πέρασε από διάφορες φάσεις για να καταλήξει στην σημερινή της μορφή με την Χαμάς από την μια και την Φατάχ από την άλλη με την πρώτη να κυριαρχεί στην Λωρίδα της Γάζας και την δεύτερη στην Δυτική όχθη.
Η Παλαιστινιακή κοινωνία είναι μια βαθιά διχασμένη κοινωνία.
Δεν είναι η γεωγραφική της κατάτμηση σε δύο ανεξάρτητες περιοχές η απουσία δηλ. ενός ενιαίου εθνικού χώρου που αποτυπώνει τον όποιο διαχωρισμό αλλά η άβυσσος που χωρίζει πολιτικά και ιδεολογικά τις δύο πλευρές. Από τη μια η στρατηγική της πολιτικής διευθέτησης του Παλαιστινιακού προβλήματος (Φατάχ) και από την άλλη η στρατηγική του ένοπλου αγώνα (Χαμάς).

Η άνοδος τα τελευταία χρόνια της Χαμάς και η απόλυτη επικράτησή της στη Λωρίδα της Γάζας οδήγησε στον Ισραηλινό αποκλεισμό της περιοχής. Χρόνια τώρα η Λωρίδα της Γάζας ασφυκτιά κάτω από το καθεστώς του αποκλεισμού από στεριά και θάλασσα προσπαθώντας να λύσει τα προβλήματα του ανεφοδιασμού δια μέσω Τούνελ από την μεριά των Αιγυπτιακών συνόρων.
Στοιχείο επιδείνωσης της ανθρωπιστικής κρίσης στη Λωρίδα της Γάζας αποτέλεσε η σχετικά πρόσφατη απόφαση της στρατιωτικής κυβέρνησης της Αιγύπτου να κλείσει τα τούνελ και τα άλλα συνοριακά περάσματα. Στο πρόβλημα του επισιτισμού που έτσι πήρε τραγικές διαστάσεις αν προσθέσει κανείς και το απαράδεκτο πολιτικό καθεστώς που έχει επιβάλει η Χαμάς στην Λωρίδα της Γάζας με την κατάργηση κάθε πολιτικού δικαιώματος και ελευθερίας καταλαβαίνει σε τι κόλαση ζωής βρίσκονται εκεί 1,5 εκατ. Παλαιστίνιοι άμαχοι.

Στην σπαρασσόμενη από εμφύλιες διαμάχες Παλαιστίνη ανακινήθηκε τελευταία, για άλλη μια φορά (είχε γίνει και το 2011 και το 2012 χωρίς επιτυχία) το θέμα του σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας με την υποστήριξη της Χαμάς χωρίς όμως και την συμμετοχή της στην κυβέρνηση (προκειμένου να μην διακοπή η οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Παλαιστινιακή αρχή που αποτελεί σημαντικό παράγοντα βιωσιμότητας της Δυτικής Όχθης)). Το όλο θέμα προκάλεσε σοβαρές τριβές στο εσωτερικό των ΗΠΑ ανάμεσα στους δημοκρατικούς και ρεπουμπλικάνους καθώς και σοβαρή κρίση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ.

Άσχετα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε ο σχηματισμός αυτής της κυβέρνησης γεγονός είναι ότι αυτή δεν αποτελεί μια ουσιαστική πρόοδο στο Παλαιστινιακό.
Οι δύο διαφορετικές στρατηγικές συνεχίζουν να υπάρχουν. Ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας δεν συνεπάγεται σοβαρές πολιτικές συγκλίσεις. Η στρατηγική της σύγκρουσης με το Ισραήλ (η στρατηγική της Χαμάς) παραμένει πλειοψηφική μέσα στην Παλαιστινιακή κοινωνία. Η άποψη ότι η λύση του Παλαιστινιακού θα προκύψει από την πολεμική ήττα του Ισραήλ είναι η δημοφιλέστερη ανάμεσα στους παλαιστίνιους. Αλλά είναι και η πλέον ανέφικτη.
Η Χαμάς έχει μαξιμαλιστικούς στόχους (την επιστροφή στο καθεστώς του 1977 στην Παλαιστίνη-στόχο που υιοθέτησε πρόσφατα και ο Αλ. Τσίπρας) και ατελέσφορα μέσα (την ένοπλη αναμέτρηση με μια περιφερειακή υπερδύναμη). Η στρατηγική αυτή επιφυλάσσει στους παλαιστίνιους μεγάλες ήττες και μεγάλα δεινά.
Η λύση του Παλαιστινιακού είναι αδύνατον να επιτευχθεί με στρατιωτικά μέσα.
Αυτό δεν είναι συνειδητοποιημένο μέσα στην Παλαιστινιακή κοινωνία.
Οι Παλαιστίνιοι είναι στην πλειοψηφία τους με την Χαμάς και ταυτόχρονα ανέτοιμοι να δεχθούν τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής της.
Έτσι θα πορεύονται διχασμένοι ανάμεσα στην εξεύρεση μιας πολιτικής λύσης και την σύγκρουση με το Ισραήλ. Έως ότου έλθει το πλήρωμα του χρόνου και αποσαφηνιστούν στο εσωτερικό του Παλαιστινιακού κινήματος οι στρατηγικές και τα αιτούμενα υπέρ μιας πολιτικής διευθέτησης του προβλήματος. Της μόνης δυνατής.

Μήλιος Χρήστος 2/8/2014

Αναδημοσίευση από το site www.pokethe.gr
 


Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΙΚΟ ΑΕΡΙΟ στην ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΚΑΚΙΕΡΑ








 Για περισσότερα από εκατό χρόνια, τα ορυκτά καύσιμα (πετρέλαιο, και φυσικό αέριο), αποτέλεσαν και αποτελούν τα  βασικά συστατικά οικοδόμησης του βιομηχανικού πολιτισμού. Ο πλούτος που παράγουν και παράγεται, απ’ αυτές τις μορφές ενέργειας, δεν έχει μόνο οικονομική σημασία. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο είναι ένα “στρατηγικό εμπόρευμα” που από μόνο του αποτελεί οικονομικό τομέα παραγωγής, αλλά και εργαλείο αναδιανομής και άσκησης γεωστρατηγικής ισχύος. Πληθώρα συμφερόντων παγκοσμίως έχει χτιστεί πάνω του και σε ολόκληρη την αλυσίδα των μορφών του.
Η παγκόσμια ενεργειακή αγορά, ιδιαίτερα μετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις (1973, 1979), οικοδομήθηκε με βάση τη ροή του προϊόντος από τα σημεία παραγωγής (πρώην ΕΣΣΔ, Μέση Ανατολή), προς τα μεγάλα καταναλωτικά κέντρα (ΗΠΑ, Ευρώπη, Κίνα). Το πρότυπο αυτό και το δίκτυο αγωγών και διπλωματικών συμφωνιών που το εξυπηρετούσε, απαιτούσε μεγάλα έργα υποδομής, μακροπρόθεσμα επενδυτικά σχέδια και ένα βαθμό πολιτικής σταθερότητας. Η κατασκευή των δικτύων αυτών δημιούργησε συμμαχίες και σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των κρατών. Και εξελίχθηκε σε ένα μοντέλο (την εποχή της ανάπτυξης των αναδυομένων) που προέβλεπε τη συνεχή αύξηση της ζήτησης και τη μείωση της προσφοράς ενέργειας. Η λειτουργικότητα αυτού του ενεργειακού μοντέλου όμως, διαταράσσεται στις μέρες μας, σε όλες του τις διαστάσεις.

Η νέα τεχνολογία άντλησης φυσικού αερίου και πετρελαίου από σχιστολιθικά πετρώματα, θέτει νέα δεδομένα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Το σχιστολιθικό αέριο (shale gas) και το σχιστολιθικό πετρέλαιο (shale oil ) έχουν προβληθεί τα τελευταία χρόνια ως  πολλά υποσχόμενες ενεργειακές πηγές,  καθώς νέες πηγές ενέργειας και  περισσότεροι προμηθευτές, διαμορφώνουν προϋποθέσεις μεγαλύτερης ενεργειακής ασφάλειας στις χώρες που παραδοσιακά εξαρτώνται από τις εισαγωγές  καυσίμων.
Ο σχιστόλιθος είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα ιζηματογενή πετρώματα και είναι γνωστό ότι αποτελεί μια δεξαμενή φυσικού αερίου. Ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το 1821, πολύ πριν το πετρέλαιο, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1859. Πριν από μερικά χρόνια όμως η υπάρχουσα τεχνολογία καθιστούσε ασύμφορη τη διαδικασία απόσπασης του αερίου από τον σχιστόλιθο, μέχρι που αναπτύχθηκε, σχετικά πρόσφατα, η μέθοδος της υδραυλικής ρωγμάτωσης (fracking).  Με τη μέθοδο αυτή διοχετεύονται μέσω αγωγών, υπό υψηλότατη πίεση στα σχιστολιθικά στρώματα νερό, άμμος και διάφορες χημικές ουσίες που προκαλούν ρωγμάτωση ή διάρρηξη των πετρωμάτων (σε βάθος έως και τα 3Km). Έτσι απελευθερώνεται το φυσικό αέριο (ή το πετρέλαιο) το οποίο στη συνέχεια συλλέγεται από τους αγωγούς.




Στα υπέρ αυτής της τεχνολογίας θεωρείται το χαμηλότερο κόστος εξόρυξης (άρα και η τιμή διάθεσης), συγκριτικά με τις τιμές του συμβατικού φυσικού αερίου. Επιπλέον, καθώς ο σχιστόλιθος υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες στον κόσμο, μπορεί να συμβάλει στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τους παραδοσιακούς εξαγωγείς ενέργειας. Οι χώρες με τα μεγαλύτερα αποθέματα σχιστολιθικού αερίου είναι οι εξής: Κίνα, ΗΠΑ, Αργεντινή, Μεξικό, Νότιος Αφρική, Αυστραλία, Καναδάς, Λιβύη, Μ. Βρετανία, Αλγερία, Βραζιλία, Πολωνία, Γαλλία (κατά σειρά δυνητικών αποθεμάτων).
 Στην παρούσα φάση όμως, μόνο οι ΗΠΑ και ο Καναδάς αντλούν (αέριο και πετρέλαιο) από τα σχιστολιθικά πετρώματα καθώς  εξελίσσουν την τεχνολογία εξόρυξης, από το 2000.

Πολλοί επιστήμονες, περιβαλλοντολογικές οργανώσεις, τοπικές κοινωνίες, ακόμη και κράτη, υποστηρίζουν ότι η εν λόγω μέθοδος εξόρυξης εγκυμονεί πολλούς κινδύνους τόσο για το φυσικό περιβάλλον όσο και για τη δημόσια υγεία.
Καταρχήν απαιτούνται αλλαγές στη χρήση γης (αποψίλωση περιοχών σε ευρεία κλίμακα για την κατασκευή δρόμων και εγκαταστάσεων). Πρόβλημα που διογκώνεται όταν τα πηγάδια εξόρυξης βρίσκονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές.
Το επόμενο πρόβλημα είναι οι μεγάλες ποσότητες νερού που απαιτούνται, για την εξόρυξη. Η υπερκατανάλωση νερού (παρότι ανακυκλώνεται μέχρι ενός ορίου), αλλά και η μεγάλη πιθανότητα ρύπανσης υπογείων και επιφανειακών υδάτων (λόγω της χρήσης  χημικών προσθέτων) αποτελούν τις βασικές και βάσιμες αντιδράσεις στη σχιστολιθική μέθοδο. Ακόμη υποστηρίζεται ότι παράγονται, κατά την εξόρυξη, μεγάλες ποσότητες αερίων θερμοκηπίου (μεθάνιο) και ότι μπορεί να προκληθούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, μικροσεισμοί. 


Μπορεί η εξόρυξη να κρύβει κινδύνους,  αλλά το οικονομικό κίνητρο  είναι τεράστιο. Η διεθνής εμπειρία ως σήμερα δείχνει ότι πρώτα αξιοποιούνται οι ενεργειακές ευκαιρίες και στην πορεία αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι. Το αντίθετο προτείνουν οικολογικές οργανώσεις και κινήματα.


Η μεγάλη ανατροπή έρχεται από τις ΗΠΑ


Η απεξάρτηση των ΗΠΑ από τις εισαγωγές πετρελαίου και η ενεργειακή τους αυτάρκεια, υπήρξε στρατηγική προτεραιότητα της προεδρίας Ομπάμα. Ο αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε τον Μάρτιο του 2011 το στόχο της μείωσης των εισαγωγών αργού, κατά τον 1/3 μέχρι το 2025. Ο στόχος ήδη υπερκαλύφθηκε, καθώς τα τελευταία χρόνια, η τεχνολογία εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου  χρησιμοποιείται ιδιαιτέρως αποτελεσματικά στις ΗΠΑ. Ενώ το 2000, μόλις το 1% των  αμερικανικών ενεργειακών αναγκών προερχόταν από το σχιστολιθικό αέριο,  το  2010 κάλυπταν το 20%.
Σύμφωνα με την Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (ΙΕΑ), από το 2011, η παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε κατά 39%, καταγράφοντας την πλέον ραγδαία αύξηση στην ιστορία. Ενώ σήμερα καλύπτουν, από την εγχώρια παραγωγή τους, το 86% των ενεργειακών αναγκών (πετρέλαιο-αέριο) από τον σχιστόλιθο, μειώνοντας δραστικά την εξάρτηση τους από τις εξαγωγές.
Αυτή η έκρηξη παραγωγής αερίου και πετρελαίου διοχετεύει ήδη το παραγόμενο προϊόν στην εσωτερική αγορά των ΗΠΑ σε χαμηλότερες τιμές (σε σχέση με τις διεθνείς) αλλά και σε τιμές spot (σταθερές τιμές). Ενώ οι τιμές της Gazprom (και των άλλων εξαγωγέων) παραμένουν συνδεδεμένες με τις τιμές πετρελαίου και διαπραγματεύονται συνήθως με μακροπρόθεσμα συμβόλαια.
Λόγω του ήδη φτηνού κόστους ενέργειας η αμερικανική βιομηχανία εξήγγειλε επενδύσεις 100 δισ. δολαρίων για την επόμενη πενταετία.
Οι Financial Times (σε πρόσφατο άρθρο τους) εκτιμούν ότι από τα τέλη του 2013 οι ΗΠΑ έχουν γίνει ο μεγαλύτερος παραγωγός φυσικού αερίου στον κόσμο, ενώ οι τιμές του μειώθηκαν κατά περίπου 70% από το 2008.
Εάν  το πλεόνασμα παραγωγής συνεχιστεί απρόσκοπτα, υπολογίζεται ότι από δύο έως έξι χρόνια οι ΗΠΑ μπορούν να αρχίσουν μαζικά τις εξαγωγές φυσικού αερίου. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ ως δυνητικός εξαγωγέας, είναι ότι τα λιμάνια τους έχουν σήμερα κατασκευαστικά, μόνο υποδομή εισαγωγής αερίου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μετά το πετρελαϊκό εμπάργκο του ΟΠΕΚ το 1973, το ομοσπονδιακό νομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, παρά μόνο τις εισαγωγές, ώστε να διατηρούνται ακέραια τα στρατηγικά ενεργειακά αποθέματα. Έχουν όμως ήδη αρχίσει οι διαδικασίες αντιμετώπισης αυτών εμποδίων.
Όλα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ οδηγούνται σε μια νέα εποχή ενεργειακής αυτονομίας.  Με το  πλεόνασμα  που δημιουργούν (και ενώ έχουν ήδη αρχίσει μεμονωμένα οι πρώτες εξαγωγές) , διεκδικούν το ρόλο ενός νέου παγκόσμιου εξαγωγικού παίκτη στην ενεργειακή αγορά. Η Ρωσία και το Κατάρ (πρώτο στον κόσμο σε εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου-LNG), που είναι οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς συμβατικού φυσικού αερίου παγκοσμίως σήμερα, και σχεδόν μονοπωλούν την αγορά, ήδη απειλούνται από το νέο ανταγωνισμό.

Ευρώπη: το ατελέσφορο της ενεργειακής απεξάρτησης




Στις αρχές του 2014 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη σύσταση ενός πλαισίου αρχών που πρέπει να διέπουν την εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με έμφαση στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Κι αυτό γιατί η ισχύουσα περιβαλλοντολογική νομοθεσία της Ένωσης καταρτίστηκε σε μια εποχή όπου η υδραυλική ρωγμάτωση μεγάλου όγκου δεν χρησιμοποιείτο στην Ευρώπη. Στην ουσία οι Βρυξέλλες παραπέμπουν το ζήτημα στα κράτη-μέλη, υπό την προϋπόθεση του σεβασμού  της σύστασης (που όμως δεν είναι δεσμευτική).
Για μια σειρά λόγους είναι αμφίβολο ότι η αμερικανική έκρηξη παραγωγής ενέργειας από σχιστόλιθο μπορεί να επαναληφθεί στην Ευρώπη. Κοιτάσματα υπάρχουν, όμως η περίπλοκη γεωλογική δομή τους,  το μεγάλο βάθος, το ιδιοκτησιακό καθεστώς,  αλλά και οι αυστηροί περιβαλλοντικοί κανονισμοί (σε σχέση με τους αμερικανικούς), καθιστούν αβέβαιο το αποτέλεσμα και  το κόστος εξόρυξης αυξημένο. Επιπλέον οι περιοχές που βρίσκονται τα ευρωπαϊκά κοιτάσματα τείνουν να είναι πιο κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές (από τις αντίστοιχες αχανείς του αμερικανικού νότου), κάτι που συνεπάγεται μεγαλύτερες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών.
Εκτός όλων αυτών, οι αλλαγές στο ενεργειακό πεδίο διαταράσσουν τις υπάρχουσες οικονομικές ισορροπίες. Για άλλους πλήττονται συμφέροντα, για άλλους δημιουργούνται ευκαιρίες. Χώρες, ομάδες χωρών, πολιτικά κόμματα, επιχειρηματικές ενώσεις, συνθέτουν ένα αντικρουόμενο σκηνικό στην ΕΕ, σε σχέση με το σχιστολιθικό αέριο.
Χώρες όπως η Γαλλία (που θεωρείται ότι έχει τα μεγαλύτερα κοιτάσματα στο υπέδαφος της Ε.Ε.) η Ολλανδία και η Βουλγαρία έχουν απαγορεύσει τη μέθοδο της υδραυλικής ρωγμάτωσης (Fracking). Στη Γερμανία ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός αποφάσισε ένα μορατόριουμ στις έρευνες, έως ότου επιλυθούν τα περιβαλλοντικά  προβλήματα. Ενώ ισχυρές αντιδράσεις έχουν εκφραστεί από αρκετά γερμανικά κρατίδια για την εφαρμογή της μεθόδου.
Σημαντικά κοιτάσματα υπάρχουν στην Ουκρανία, (η οποία εκτός από χώρα διέλευσης της ρώσικης ενέργειας) φέρεται να έχει τα μεγαλύτερα κοιτάσματα μετά τη Γαλλία και την Πολωνία, και στα ανατολικά και στα δυτικά τμήματα της χώρας. Κι αυτό  έχει τη βαρύτητα του στην εξελισσόμενη ουκρανική κρίση. Επίσης σημαντικά κοιτάσματα υπάρχουν στην  Βρετανία, Ρουμανία, Γερμανία, Βουλγαρία και στην Ισπανία.  
Ευρωπαϊκές χώρες που επιχειρούν ήδη εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου, είναι η Βρετανία και η Πολωνία. Στη Βρετανία υπάρχει εμπειρία παραγωγής φυσικού αερίου  και πετρελαίου στη Βόρεια θάλασσα. Όμως τα μεγαλύτερα κοιτάσματα (συμβατικού αερίου-πετρελαίου) υπάρχουν στη Σκωτία, η οποία τον Σεπτέμβριο του ’14 σε δημοψήφισμα θα αποφασίσει για την ανεξαρτησία της από το Ηνωμένο Βασίλειο, με ότι αυτό συνεπάγεται και στο ενεργειακό.      
Στη Βρετανία από τα τέλη του 2012 δόθηκαν άδειες εξόρυξης και έχουν αρχίσει οι πρώτες προπαρασκευαστικές δραστηριότητες. Αντιμετωπίζει όμως σοβαρά προβλήματα με τις τοπικές κοινωνίες. Για το λόγο αυτό εξετάζει την εξασφάλιση της “κοινωνικής άδειας λειτουργίας” (social license to operate) από τις τοπικές κοινωνίες, ώστε να συμμετέχουν στις έρευνες για σχιστολιθικό αέριο.
Η Πολωνία (εξαρτημένη από τον εγχώριο άνθρακα και το ρώσικο αέριο) συνεχίζει τις προσπάθειες εξόρυξης, παρά τις νέες δραστικά μικρότερες εκτιμήσεις για τα κοιτάσματα της και τις αποχωρήσεις ξένων πολυεθνικών εταιριών (Fracking) από τη χώρα, που έκριναν ασύμφορη την εξόρυξη, σ’ αυτή τη φάση.
Η Δανία έχει εκδώσει δύο άδειες για σχιστολιθικό αέριο στην TOTAL.  Ακόμη στη Ρουμανία η αμερικανική Chevron έχει εξασφαλίσει άδειες για γεωτρήσεις από το τρέχον έτος. Τα σημεία των  γεωτρήσεων είναι  όμως κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, με συνέπεια να προκληθούν αντιδράσεις ( διαδηλώσεις αλλά και επίσημα διαβήματα της Βουλγαρίας), κατά της εξόρυξης.
Πάντως η μέχρι τώρα ευρωπαϊκή  εμπειρία αναδεικνύει πόσο δύσκολο είναι το εγχείρημα της εξόρυξης σχιστολιθικού αερίου σε μαζική κλίμακα.
Η Ευρώπη ενώ χρειάζεται μακροχρόνια εγγυημένες πηγές ενέργειας, δεν διαθέτει επαρκείς εγχώριες πηγές υδρογονανθράκων. Αυτές βρίσκονται κυρίως σε χώρες όπως η Βρετανία και η Νορβηγία (καλύπτει το 20% των αναγκών της Ευρώπης σε φυσικό αέριο), όμως σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα κοιτάσματα τους κινούνται  πτωτικά. Αντιμετωπίζει ένα υψηλό επίπεδο ενεργειακής εξάρτησης από τις εισαγωγές συμβατικού φυσικού αερίου από τη Ρωσία.  Η ευρωπαϊκή αγορά είναι η μεγαλύτερη για τη Ρωσία και η  πλέον επικερδής. Το ένα τρίτο  περίπου των εξαγωγών ρωσικού αερίου (και το ένα τρίτο του ρώσικου πετρελαίου) διοχετεύεται στην Ευρώπη. Δηλαδή το 50% περίπου των ετήσιων ρώσικων εξαγωγών. Η Μόσχα είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ. Ενώ το 70% του ρώσικου αερίου κατευθύνεται στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσω Ουκρανίας, από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγωγών.
Για κάποιες χώρες όμως, όπως: Πολωνία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Βουλγαρία, Φιλανδία και τις χώρες της Βαλτικής, η ρωσική κρατική εταιρεία φυσικού αερίου Gazprom, είναι ο μοναδικός πάροχος.   
Η εξάρτηση της Ε.Ε. έχει ενισχυθεί καθώς ο εναλλακτικός αγωγός north stream (παρακάμπτει την Ουκρανία) έχει ήδη κατασκευαστεί και λειτουργεί. Μεταφέρει απευθείας από τη Ρωσία, φυσικό αέριο στη Γερμανία, μέσω υποθαλάσσιου αγωγού στη Βόρεια θάλασσα (από μια κοινοπραξία της οποίας προΐσταται ο πρώην Γερμανός πρόεδρος Σρέντερ). Η Γερμανία (ο μεγαλύτερος καταναλωτής ρώσικου αερίου στην Ευρώπη), εισάγει το 35% του φυσικού αερίου που χρειάζεται από την Gazprom. Αυτή η σχέση εξηγεί εν μέρει, τη στάση του Βερολίνου να εκφράζεται πολύ πιο προσεκτικά απέναντι στη Ρωσία, απ’ ότι οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία. Υπάρχει ένα εσωτερικό μέτωπο στη Γερμανία από το παλιό πολιτικό προσωπικό (πρώην πρόεδροι: Γκέρχαρντ Σρέντερ, Χέλμουτ Κολ, Χέλμουτ Σμιτ)  αλλά και επιχειρηματικά λόμπυ (που έχουν συνάψει μακροπρόθεσμα συμβόλαια συνεργασίας με την Gazprom), που διαφωνούν με την προοπτική ρήξης με τη Ρωσία (για γεοστρατηγικούς και οικονομικούς λόγους). Και έμμεσα ή άμεσα με την εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου. 
 Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία έχει ως τίμημα και την ακριβή ενέργεια.  Για τη Ρωσία η ευρωπαϊκή αγορά έχει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους απ’ ότι οι άλλες αγορές. Η ΕΕ, συγκριτικά με τις ΗΠΑ, πληρώνει ακριβότερα τέσσερις φορές το φυσικό αέριο και δύο φορές την ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με στοιχεία  που παρουσίασε ο ίδιος ο πρόεδρος της Κομισιόν Χοσέ Μπαρόζο. Η ακριβή ενέργεια πλήττει νοικοκυριά και παραγωγική δραστηριότητα και υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Ενώ παράλληλα δυσχεραίνει την οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης από την κρίση.
Η Ε.Ε., στη συνθήκη της Λισαβόνας το 2009, (μετά και τη δεύτερη διακοπή φυσικού αερίου στην Ουκρανία από τη Ρωσία-η πρώτη το 2006), έθεσε για πρώτη φορά το πλαίσιο μιας κοινής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Ωστόσο η κοινή ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε. (η λεγόμενη “ενεργειακή ένωση”)είναι υπό διαμόρφωση, καθώς κάθε χώρα διαθέτει διαφορετικό ενεργειακό μίγμα και προμηθευτές, αλλά και διαφορετικές ανάγκες. Για παράδειγμα η Γαλλία καλύπτει το 75% περίπου των ενεργειακών αναγκών της από την πυρηνική ενέργεια, από τους 59 αντιδραστήρες που διαθέτει.  Ενώ η Γερμανία (μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα) αποφάσισε μονομερώς, το σταδιακό κλείσιμο των 17 πυρηνικών αντιδραστήρων που διαθέτει, με παράλληλη αύξηση του ποσοστού των ΑΠΕ στο ενεργειακό της μίγμα.
Όλα αυτά ισχύουν μέχρι την ουκρανική κρίση. Τα πρόσφατα γεγονότα στην Ουκρανία και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, αλλάζουν καταλυτικά τα δεδομένα, και στον ενεργειακό τομέα. Η ΕΕ ανασχεδιάζει την ενεργειακή της πολιτική, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης της από τη Ρωσία.
Σε αντίποινα προς τη Ρωσία για το Ουκρανικό, έχει ήδη παγώσει το ενδιαφέρον της για την κατασκευή του νότιου αγωγού (South stream), που αναμενόταν να ολοκληρωθεί το 2018, μεταφέροντας αέριο, από τη Ρωσία στην Βουλγαρία υποθαλάσσια, μέσω της Μαύρης Θάλασσας και από κει στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η απόφαση προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις της Ρωσίας αλλά και της Βουλγαρίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας,  καθώς πλήττονται από το πάγωμα του έργου, ως χώρες διέλευσης του αγωγού. Ακόμη και της Αυστρίας η οποία προτίθεται να εξορύξει φυσικό αέριο στη Μαύρη Θάλασσα και να το μεταφέρει μέσω του South Stream.
Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμευτεί να παρουσιάσει τον Ιούνιο του ΄14 ένα νέο ενεργειακό σχέδιο. Μία διαφοροποιημένη ενεργειακή στρατηγική, με το σχιστολιθικό αέριο (εγχώριο και εισαγόμενο) να έχει τεθεί στην ατζέντα, ως μέρος του συνολικότερου ενεργειακού σχεδιασμού της.
Φυσικά η προοπτική απεξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία δεν μπορεί να είναι ούτε άμεση, ούτε και καθολική, αποτελεί όμως στρατηγική επιλογή. Στα τέλη του Μάη ο Μπαρόζο επαναβεβαίωσε ότι η ΕΕ εξετάζει σχέδιο ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία, αλλά παραμένει “πολύ ευάλωτη” ενεργειακά απέναντι στη Μόσχα. Δήλωσε ακόμη ότι “εδώ και δέκα χρόνια η Ευρώπη εισάγει το 53% της ενέργειας που καταναλώνει, κάτι που κοστίζει 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ημέρα, με κύριο προμηθευτή τη Ρωσία, για το 39% των αγορών της ΕΕ σε αέριο και το 33% σε πετρέλαιο”.
 Στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής ΗΠΑ-Ε.Ε., τον Μάρτιο του ΄14, ο Ομπάμα υποσχέθηκε να βοηθήσει στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, με εξαγωγές φυσικού αερίου στο μέλλον, αφού σ’ αυτή τη φάση δεν υπάρχει δυνατότητα μαζικών εξαγωγών. Ενώ η Μέρκελ στην ίδια σύνοδο αναφέρθηκε (στις εισαγωγές αερίου από τις ΗΠΑ), ως μια επιλογή για τις ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους πηγές.

Ρωσία: παραγωγός ενέργειας με μειωμένη ισχύ   


Η Ρωσία αντιμετώπισε αρχικά, αρνητικά το σχιστολιθικό αέριο. Ο Πούτιν ισχυρίστηκε ότι είναι βλαβερό για το περιβάλλον και η παραγωγή του ακριβή. Τις δηλώσεις του ακολούθησε ο επικεφαλής της Gazprom, Αλεξέι Μίλερ, περιγράφοντας τη σχιστολιθική μέθοδο ως “μύθο και φούσκα που θα σκάσει σύντομα”. Πρόσφατα όμως,  ο Πούτιν παραδέχθηκε ότι το σχιστολιθικό αέριο μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές εξελίξεις τον κλάδο ενέργειας, καλώντας τις ρώσικες εταιρείες “να ανταπεξέλθουν στην πρόκληση”. Παρότι και η ίδια διαθέτει μεγάλα κοιτάσματα, δεν μπορεί να τα αξιοποιήσει, τουλάχιστον άμεσα, καθώς υπάρχει το εμπόδιο της τεχνογνωσίας.
Οι φόβοι της Μόσχας είναι προφανείς. Τις τελευταίες, δυο δεκαετίες τουλάχιστον, η ρώσικη οικονομία και η διεθνής ισχύς της χώρας στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό στην εγχώρια παραγωγή ενέργειας. Οι δύο μεγάλες κρατικές εταιρείες, η εταιρεία φυσικού αερίου Gazprom και η πετρελαϊκή Rosneft, αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας.
Η Ρωσία όμως, ως  η μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα ενέργειας στον κόσμο, απειλείται από την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας (συμβατικών και μη), την είσοδο νέων παραγωγών ενέργειας στην παγκόσμια αγορά, αλλά και τη δημιουργία νέων ενεργειακών δρόμων (αγωγοί-τάνκερ LNG) που δεν θα την περιλαμβάνουν. Κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα άσκησης μονοπωλιακών πολιτικών, που έχει αξιοποιήσει αποτελεσματικά ως τώρα. Από την άλλη μεριά όμως όσο η ρώσικη οικονομία εξαρτάται από τις εξαγωγές αερίου-πετρελαίου (πάνω από το 50% του ΑΕΠ),  και τις πιθανές διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, θα είναι ταυτόχρονα ευάλωτη. Στο βαθμό που θα αυξάνεται μελλοντικά η προσφορά καυσίμων στη διεθνή αγορά, η συνεπακόλουθη πτωτική τάση των τιμών (παρότι ο νόμος προσφοράς και ζήτησης δεν λειτουργεί απόλυτα στην αγορά ενέργειας), θα πλήξει τα στοιχεία που αποτελούν σήμερα το συγκριτικό  πλεονέκτημα της Μόσχας.
Η πρόσφατη ιστορία μας θυμίζει ότι η Ρωσία το 1998 χρεοκόπησε όταν (μεταξύ άλλων παραγόντων) η τιμή του πετρέλαιου, έπεσε κάτω από τα 20 δολάρια το βαρέλι. Με αποτέλεσμα να της χορηγηθεί ένα δάνειο 22,6 δισ. δολ. από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, τον Ιούλιο του 1998, για να αποκαταστήσει την εσωτερική της σταθερότητα. Αν οι τιμές πετρέλαιου που κυμαίνονται σήμερα στα 100-105 δολάρια περίπου το βαρέλι, ακολουθήσουν πτωτική τάση, τίποτα δεν αποκλείει η Μόσχα να αντιμετωπίσει και πάλι, μη ελέγξιμες καταστάσεις. Ιδιαίτερα όσο η δύση θα συνεχίζει να ασκεί οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία.

Αραβικές χώρες: σε μακρά περίοδο ανακατατάξεων



Οι χώρες του Κόλπου, κυρίως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, αποτελούν, μαζί με τη Ρωσία, τις δεσπόζουσες δυνάμεις στο σημερινό παγκόσμιο ολιγοπώλιο ενέργειας. Όμως η προοπτική εισόδου του σχιστολιθικού αερίου, καθώς και των νέων ανακαλύψεων κοιτασμάτων συμβατικής ενέργειας  (Βραζιλία, Κολομβία και Ανατολική Αφρική), στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, θα επηρεάσουν μεσοπρόθεσμα και τις χώρες του Κόλπου, όπως και τις άλλες εξαγωγικές δυνάμεις (Ρωσία, Βενεζουέλα).  Ήδη οι ΗΠΑ, ο μεγαλύτερος διαχρονικά εισαγωγέας υδρογονανθράκων από τις χώρες του Κόλπου, είναι παραγωγός και δυνητικός εξαγωγέας σχιστολιθικού αερίου.
Η βιωσιμότητα των χωρών αυτών (και κυρίως των καθεστώτων τους) στηρίζεται ως τώρα, στα μεγάλα οικονομικά διαθέσιμα τους και στην οικονομική ευημερία που τους παρέχουν οι σταθερά υψηλές τιμές συμβατικής ενέργειας την τελευταία τουλάχιστον πενταετία. Παράλληλα Σαουδική Αραβία και Κατάρ επιχειρούν να αναλάβουν ένα περιφερειακό ρόλο στην περιοχή ενισχύοντας με πετροδολάρια τους σουνίτες μουσουλμάνους της περιοχής και κυρίως την Συριακή αντιπολίτευση. Οι χώρες αυτές, ούτως ή άλλως καθίστανται μέρος του ευρύτερου αραβικού προβλήματος, η έκβαση του οποίου θα επιφέρει ανακατατάξεις στην περιοχή, με συνέπειες και στο ενεργειακό.
 Όμως ο μεγάλος αστάθμητος και συνάμα καθοριστικός  παράγοντας στην περιοχή είναι το Ιράν. Το Ιράν και οι έξι μεγάλες δυνάμεις της ομάδας 5+1 (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Κίνα και Γερμανία), στις συναντήσεις της Γενεύης,  επιχειρούν να καταλήξουν σε μια συνολική συμφωνία (η προσωρινή εξαμηνιαία συμφωνία λήγει τον Ιούλιο), με στόχο τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.  Με αντάλλαγμα  την άρση των κυρώσεων που περιλαμβάνει και το ενεργειακό εμπάργκο. Αν υπάρξει τελικά συμφωνία, το Ιράν βγαίνει από τη χρόνια διεθνή απομόνωση, γεγονός που θα προκαλέσει τεράστιες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές ανακατατάξεις, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το Ιράν διαθέτει τα τέταρτα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου, και τα μεγαλύτερα (σε απόλυτα νούμερα) κοιτάσματα συμβατικού φυσικού αερίου στον κόσμο. Από το 2011 επιβλήθηκαν κυρώσεις στις εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν προς την ΕΕ. Έκτοτε πραγματοποιεί μικρές εξαγωγές με σχεδόν όλη την παραγωγή να καταναλώνεται για εγχώριες ανάγκες. Μια μικρή ποσότητα φυσικού αερίου εξάγεται στην Τουρκία μέσω του αγωγού Tabriz-Erzurum.
Αν όμως προκύψει τελικά η συμφωνία Δύσης-Ιράν, η επάνοδος του Ιράν στη διεθνή ενεργειακή αγορά, θα σημάνει αύξηση των ιρανικών εξαγωγών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, γεγονός που θα προκαλέσει ανακατατάξεις και σ’ αυτό το πεδίο. Παράλληλα θα μπορεί να προσφέρει μια ρεαλιστική προοπτική ενεργειακής αγοράς, στην προσπάθεια της ΕΕ να μειώσει την εξάρτηση της από τη Ρωσία. Στα τέλη του 2013 στη συνάντηση του ΟΠΕΚ, η Τεχεράνη (μετά την ολοκλήρωση της προσωρινής συμφωνίας με τη Δύση) απείλησε με πόλεμο τιμών  προκειμένου να μειώσουν την παραγωγή οι άλλες χώρες-μέλη του ΟΠΕΚ (κυρίως την αντίπαλο της  Σαουδική Αραβία), ώστε να αποκτήσει μερίδιο στην παραγωγή.

Κίνα: ο μεγάλος καταναλωτής




Σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις η Κίνα έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα σχιστολιθικού αερίου στον πλανήτη. Οι δυνατότητες αξιοποίησης είναι τεράστιες, όμως η πρόοδος είναι μικρή καθώς υπάρχουν γεωλογικές ιδιομορφίες και έλλειψη επαρκών υδάτινων πόρων στις περιοχές των κοιτασμάτων. Πάντως διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες (Shell, Exxon Mobil, Chevron, Total, Eni κ.α) έχουν υπογράψει συμφωνίες ερευνών.
Η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη της Κίνας την έχει φέρει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως (μετά τις ΗΠΑ) στην κατανάλωση ενέργειας. Παρά τη σχετική επιβράδυνση της οικονομίας (υποχωρεί ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ), οι ενεργειακές ανάγκες της παραμένουν τεράστιες και δεν μπορούν να καλυφθούν από την όποια εγχώρια παραγωγή. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, αναγκάζεται να συνάπτει εμπορικές σχέσεις με όλους τους προμηθευτές ενέργειας, ενώ αναζητεί συνεχώς και νέους (Αφρική-Λατινική Αμερική).
Η Κίνα είναι παγκόσμια οικονομική δύναμη. Η πολιτική της ισχύς αντλείται από την γεωοικονομική της ισχύ. Η τεράστια ενεργειακή της εξάρτηση, οι συνεχώς διευρυνόμενες εμπορευματικές σχέσεις με τη Δύση και η κατοχή (μέσω των εμπορικών της πλεονασμάτων) υπέρογκου χρέους των ΗΠΑ, ορίζουν το πλαίσιο της εξωτερικής της πολιτικής. Η προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής επιβάλει μια πολιτική χαμηλών τόνων στις διεθνείς σχέσεις. Μία πολιτική ειρηνικής ανάπτυξης (πλην των διαφορών της με τις γειτονικές χώρες), που δεν επιθυμεί, οτιδήποτε θα μπορούσε να διαταράξει την υφιστάμενη παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Στάση ουδετερότητας, όπως έκανε και πρόσφατα (27 Μαρτίου) με την ψήφο αποχής στη ΓΣ του ΟΗΕ στο ψήφισμα που καταδίκαζε την προσάρτηση της Κριμαίας. Εξ άλλου η κινέζικη ηγεσία γνωρίζει καλά πως η παραμονή της στην εξουσία, βασίζεται στην διαρκή οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ώστε να διατηρεί την ανοχή μιας κοινωνίας που ζει σε ακραίες συνθήκες ανισότητας και ανελευθερίας.

Η Ελλάδα και οι προσδοκίες  μετατροπής σε παραγωγό χώρα

 

Σύμφωνα με προκαταρκτική μελέτη του ΙΓΜΕ, η χώρα διαθέτει κάποια κοιτάσματα σχιστολιθικού αερίου στην Πίνδο, Αλεξανδρούπολη, Ορεστιάδα, Θράκη και άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας. Θα πρέπει βέβαια να επιβεβαιωθούν επίσημα οι αρχικές ενδείξεις. Επίσης είναι γνωστό ότι κάποια πιθανά κοιτάσματα έχουν και διασυνοριακές επιπτώσεις. Η σεισμικότητα της χώρας αλλά και τα περιορισμένα αποθέματα νερού, καθιστούν κάθε μελλοντική προσπάθεια εξόρυξης προβληματική.
Οι προτεραιότητες όμως της ενεργειακής πολιτικής της Ελλάδας εστιάζονται σ’ αυτή την περίοδο, αφενός στην έρευνα και πιθανή παραγωγή συμβατικών υδρογονανθράκων στη δυτική Ελλάδα και αφετέρου στην επιτάχυνση των διαδικασιών για την κατασκευή του αγωγού ΤΑΡ, που αποτελεί και υψηλή ευρωπαϊκή προτεραιότητα, μετά και τα γεγονότα στην Ουκρανία.
Οι τρείς πρώτες συμβάσεις που έχουν ήδη υπογραφεί για έρευνες σε Ιωάννινα, Πατραϊκό κόλπο και Κατάκολο, πιστοποιούν τη σοβαρή πιθανότητα ύπαρξης υδρογονανθράκων. Είναι όμως ακόμη στο στάδιο των βάσιμων ενδείξεων (όπως και στην νοτίως θαλάσσια περιοχή της Κρήτης), γεγονός που αποτελεί το πρώτο βήμα σε μια μακριά πορεία.
Μεταξύ ενδείξεων για την ύπαρξη κοιτασμάτων και την ένταξη τους στα διεθνή αποθέματα (μέσω γεωτρήσεων), όπου μόνο τότε αποκτούν μετρήσιμη, και άμεση ή προεξοφλήσιμη οικονομική αξία, η απόσταση είναι μεγάλη. Η ανακάλυψη κοιτασμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν και εμπορική αξία.  Γι αυτό δεν πρέπει να τρέφονται υπερβολικές προσδοκίες.
Οι αναδιατάξεις στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη δημιουργούν ευκαιρίες στη χώρα, για ένταξη της στο νέο ενεργειακό σκηνικό (ως παραγωγός και διακομιστής ενέργειας). Πολλά θα παιχθούν τα επόμενο διάστημα από τις επιλογές των ΗΠΑ-ΕΕ, καθώς νέα κοιτάσματα και ενεργειακοί δρόμοι θα κριθούν με οικονομικά αλλά και πολιτικά κριτήρια. Σε ότι μας αφορά, η διαδρομή που θα ακολουθήσουν τα ενεργειακά κοιτάσματα της ανατολικής μεσογείου (Ισραήλ-Κύπρου) αποτελούν κρίσιμο ζήτημα, με μεγάλα γεωπολιτικά οφέλη,  αν επιλεχθεί ο ελληνικός δρόμος και όχι ο τουρκικός. Ακόμη η αναβάθμιση του σταθμού LNG στην Ρεβυθούσα της Αττικής, και η δημιουργία αντίστοιχου στη Καβάλα (όπως έχει προταθεί από ελληνικής πλευράς), μπορούν να συμβάλουν στην ενεργειακή αναβάθμιση της χώρας.
 Όλα αυτά απαιτούν και προϋποθέτουν μια σοβαρή ελληνική ενεργειακή διπλωματία, με επίγνωση των αλλαγών του ενεργειακού χάρτη, αλλά και του μικρού ειδικού βάρους της χώρας, στο παγκόσμιο γεωστρατηγικό περιβάλλον.  



Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η μετάβαση σε ένα νέο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα είναι σε εξέλιξη. Ενεργειακοί, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες συνηγορούν σ’ αυτό. Το σχιστολιθικό αέριο, ως νέα πηγή ενέργειας, μπορεί να αυξήσει τον όγκο των αποθεμάτων, να μεταβάλλει τη διάρθρωση των τιμών, να προσθέσει νέους πωλητές και αγοραστές ανατρέποντας τους σημερινούς όρους ανταγωνισμού της αγοράς. Παράλληλα η ουκρανική κρίση (ως κρίση Ρωσίας-Δύσης), η μακρά εμφυλιοπολεμική διαμάχη στον αραβικό κόσμο, και η συνεχιζόμενη μετατόπιση της ζήτησης ενέργειας από τη δύση στην ανατολή, δημιουργούν προσθετικά, συνθήκες ανατροπής των μέχρι τώρα ενεργειακών δεδομένων.
Το ενεργειακό γίνεται κεντρικό ζήτημα στην πλανητική πολιτική, καθώς ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης  ανασχεδιάζεται. Παλαιοί και νέοι παίκτες ανταγωνίζονται σκληρά ώστε να αποκτήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που θα προκύψουν από τις ενεργειακές ανακατατάξεις.
Ενώ παράλληλα το “ενεργειακό όπλο”, δημιουργεί αλληλεπιδράσεις (με απρόβλεπτες επιπτώσεις) στα υπάρχοντα γεωπολιτικά και γεωοικονομικά δεδομένα.
Πρόκειται για μια εξίσωση που μπορεί να παράγει διάφορα αποτελέσματα, μέσα από ένα  τεράστιο αριθμό μεταβλητών, με ένα όμως σταθερό σημείο: την όλο και μεγαλύτερη πλανητική αλληλεξάρτηση.

                                                                                                                                                                                ΙΟΥΛΙΟΣ 2014
                                                                                                                                                                   Τρυψάνης Θανάσης