“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ


Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo. gr




     «Μελίσσι ο λαός και θα χυμά/ σ’ όποιον τον ερεθίζει. / Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια: / Μαχμουρλίκι και Συνήθεια!». Τα δεινά του λαϊκισμού τα καυτηριάζει ο Βάρναλης στον «“Καλό” λαό» των Σκλάβων Πολιορκημένων. Εγκαινιάζει έτσι μια μακρά παράδοση αριστερής καλλιτεχνικής διανόησης που αποστρέφεται τα πονηρά τεχνάσματα προσεταιρισμού του εύπλαστου και ευμετάβλητου λαϊκού θυμικού. Τσίρκας, Χατζής, Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Λειβαδίτης, Λεοντάρης. Σ’ αυτή την παράδοση ανήκουν οι αριστεροί μεταπολεμικοί πεζογράφοι και ποιητές που αγωνίστηκαν καλλιτεχνικά έχοντας επίγνωση της δραματικής δυσκολίας των πολιτικών διλημμάτων. Mε αποτέλεσμα, αποποιούμενοι τις ξύλινες λύσεις, εκτός από τις διώξεις των πολιτικών αντιπάλων τους, ορισμένοι να πέσουν σε κομματική δυσμένεια, να διαγραφούν (απελευθερώνοντας ωστόσο τις διαδικασίες βαθύτερων ιδεολογικών μετατοπίσεων).
     Τους χαρακτήρισαν «ποιητές της ήττας» και «πεζογράφους της κριτικής». Μπορεί έτσι σήμερα σε μια περίοδο συνολικών κοινωνικοοικονομικών αναδιατάξεων, πολλοί από τους αρχέτυπους στρατηγικούς στόχους της κομμουνιστικής αριστεράς να ακούγονται αφάνταστα παλιοί· μπορεί σε μια χώρα που ’χει ανάγκη απ’ την κατάκτηση μιας σύγχρονης υγιούς παραγωγικής βάσης και απ’ τη συγκρότηση μοντέρνων θεσμικών υποδομών και όχι από τη δήθεν «σοσιαλιστική» αναδιανομή ανύπαρκτου κοινωνικού πλεονάσματος και από τη σώρευση ψεύτικων ελπίδων, η προάσπιση αριστερών προταγμάτων να μοιάζει παράταιρη. Ενα πράγμα ωστόσο ισχύει: πως η στάση των αριστερών καλλιτεχνών της γραφής υπήρξε παραδειγματική σε θέματα ήθους. Πως καμιά απολύτως σχέση δεν είχε ποτέ με τον λαϊκισμό της διπλής γλώσσας, με τις εμπρηστικές φωνές ή τον ανορθολογισμό των συντεχνιακών συνθημάτων. Με στάσεις που θώπευσαν ιδιοτελείς συνήθειες, που καλλιέργησαν αντικοινωνικές συνειδήσεις και ανενδοίαστα γέννησαν βουλιμικά ήθη. Ακέραιοι, σαφείς, σοβαροί, αυστηροί, χάραξαν καθαρές γραμμές και ανέλαβαν ρίσκα.
     Ηρθαν έτσι τα πράγματα ώστε μετά την κομμουνιστική διάσπαση του 1968 την παράδοση αυτή για πολλές δεκαετίες την εκπροσώπησε και την καλλιέργησε το παλαιό ΚΚΕ εσωτερικού και οι πολιτικοί σχηματισμοί που το διαδέχθηκαν μαζί με την εφημερίδα «Αυγή». Ανεξάρτητα μάλιστα απ’ τη στενή πολιτική τοποθέτηση των δημιουργών της. Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η Ριζοσπαστική Αριστερά των τελευταίων ετών και αναγκαστικά και η «Αυγή» τράβηξαν άλλο δρόμο. Είναι άδικο να πει κανείς πως συνειδητά όλοι τους υποστηρίζουν την τεμπελιά ή την απείθεια, όμως η συντεχνιακή λογική, οι ιδεοληπτικοί συγκερασμοί, οι αψίκοροι συμψηφισμοί, οι πολυσυλλεκτικές σοφιστείες και οι κινηματικές παρορμήσεις αναπαράγουν τον λαϊκισμό που μας οδήγησε όπου μας οδήγησε την τελευταία 30ετία.
     Είμαστε μια κοινωνία όχι ανοιχτή σε επινοητικές αλλαγές, αλλά προσκολλημένοι στην αδράνεια, τη συνήθεια και τους μύθους. Και ταυτόχρονα κληρονόμοι μιας σοβαρής αριστερής λογοτεχνικής παράδοσης. Αν δεν θέλουμε τα ονόματα του Τσίρκα, του Αναγνωστάκη ή του Χατζή να καταντήσουν κάτι σαν εμβατήρια και λάβαρα σε πάσης φύσεως αριστερές πολιτικο-πολιτιστικές εκδηλώσεις, θα πρέπει να υπερασπιστούμε από τη μια πλευρά την ιστορικότητα και από την άλλη το πνεύμα του βίου και του έργου τους. Ας μην θεωρήσουμε έτσι ποτέ πως οι απόψεις τους βρίσκονται στο απυρόβλητο. Είναι προς συζήτησιν παραδείγματος χάριν η θέση του Τσίρκα για τη σκοπιμότητα του κινήματος του Απρίλη 1944 στη Μέση Ανατολή, η σιωπή του Χατζή για τις συνθήκες ζωής στις κομμουνιστικές χώρες και βέβαια οι απόψεις στη δεκαετία του ’50 του Μανώλη Αναγνωστάκη για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Οπως είναι εξίσου αναγκαίο να ξέρουμε πως οι άνθρωποι αυτοί δεν δίστασαν σε πολλαπλές περιστάσεις, να πάρουν θέση με υψηλό προσωπικό κίνδυνο και ψυχοφθόρο κόστος. Che feche… il gran rifiuto.
23-9-12

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ 20 στο ΜΕΞΙΚΟ: ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΔΥΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ με ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ την ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΚΡΙΣΗ






Σε έκτακτες συνθήκες, καθώς η ευρωπαϊκή κρίση εξαπλώνεται, πραγματοποιήθηκε η προγραμματισμένη συνεδρίαση  των G20, Στο Λος Κάμπος του Μεξικού, στις 19 - 20 Ιουνίου, με τη συμμετοχή των αρχηγών κρατών και των υπουργών οικονομικών. Το ελληνικό πρόβλημα, που μονοπώλησε το παγκόσμιο ενδιαφέρον το τελευταίο δίμηνο, ως παράγων μετάδοσης της κρίσης, περνά προσωρινά μετά τα εκλογικά αποτελέσματα, σε δεύτερο επίπεδο. Όμως η παγκόσμια ανησυχία συνεχίζεται και εντείνεται. Η εξάπλωση της ευρωπαϊκής κρίσης στην Ισπανία και την Ιταλία, ως πρόβλημα αδυναμίας δανεισμού, θέτει το ζήτημα στο κέντρο του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Σε ελάχιστο χρόνο, μετά την απόφαση της Ε.Ε., για την διάσωση των ισπανικών τραπεζών, το κόστος δανεισμού της Ισπανίας (που ήδη βρίσκονταν σε απαγορευτικά επίπεδα), αλλά και της Ιταλίας εκτινάχτηκε. Το δάνειο των 100 δισ. ευρώ, αν και δόθηκε λίγο πριν τις ελληνικές εκλογές, ως ενίσχυση του τείχους προστασίας της υπόλοιπης ευρωζώνης (λόγω της αβεβαιότητας του εκλογικού αποτελέσματος στην Ελλάδα), δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το δάνειο, για την ανακεφαλαιοποίηση των ισπανικών τραπεζών,  προστέθηκε στο δημόσιο χρέος της χώρας, μετατρέποντας το ισπανικό πρόβλημα σε πρόβλημα δημόσιου χρέους.
Η κρίση των Ισπανικών τραπεζών (και όσων έπονται) θέτουν το πρόβλημα πλέον στην ουσία του. Ότι η ευρωπαϊκή κρίση είναι βασικά χρηματοπιστωτική κρίση των Ευρωπαϊκών τραπεζών, και ότι η κρίση χρέους είναι απόρροια αυτής της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Η αναζωπύρωση του προβλήματος της ευρωζώνης, έφερε ξανά στο προσκήνιο τη σύγκρουση δύο πολιτικών, όπως έχουν διαμορφωθεί στην πορεία εξέλιξης της παγκόσμιας κρίσης.
Από τη μία “η σχολή των ΗΠΑ”, υποστηρίζει ότι η παγκόσμια κρίση αντιμετωπίζεται με την τόνωση της οικονομίας, ρίχνοντας χρήμα στην αγορά (με κοπή χρήματος και υπερδανεισμό από την διεθνή αγορά), πυροδοτώντας ελεγχόμενα τον πληθωρισμό. Πέρα από την ανεργία, που προέκυψε εξαιτίας της ύφεσης, οι ΗΠΑ δεν κατέφυγαν σε αύξηση της φορολογίας και δεν μετέθεσαν τα βάρη της κρίσης στην κοινωνία (έως τώρα), αλλά με τα τρισεκατομμύρια που δανείσθηκαν και έκοψαν, επιχειρούν να στηρίξουν το τραπεζικό τους σύστημα. Με πρόθεση να διαμορφώσουν παρεμβατικά, τις προϋποθέσεις αναπτυξιακού κλίματος, προσδοκώντας σε νέες επενδύσεις και σε επανεκκίνηση της οικονομίας. Οι ΗΠΑ βέβαια στηρίζουν την πολιτική τους στην μεγάλη φερεγγυότητα του δολάριου, ως το κύριο νόμισμα των διεθνών συναλλαγών. Από την άλλη μεριά όμως, η πολιτική των ΗΠΑ σημαίνει εκτίναξη των δημόσιων χρεών τους, σε δυσθεώρητα ύψη. Ελπίζουν σε μελλοντική(;) αντιμετώπιση τους, αλλά και ρισκάρουν ταυτόχρονα ζητήματα ύψιστης σημασίας, που αφορούν τον ηγεμονικό τους ρόλο, καθώς η κρίση του συστήματος είναι πέραν προθέσεων και προβλέψεων.
Η “Γερμανική σχολή”, υποστηρίζει αντίθετα, περιοριστικές πολιτικές, δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας. Υποστηρίζει ότι αυτή η πολιτική προηγείται της ανάπτυξης. Η ανάπτυξη (με δημόσιες επενδύσεις) προαπαιτεί υγιή δημοσιονομικά μεγέθη,  ενώ οι ιδιωτικές επενδύσεις, προαπαιτούν σταθερό οικονομικό περιβάλλον. Στοιχεία που δεν υπάρχουν στις παρούσες συνθήκες της κρίσης, όπως και η ανάπτυξη μέσω δανεισμού για τις χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν πρόβλημα δανεισμού από τις αγορές. Η χρηματοδότηση της ανάπτυξης με τη δημιουργία νέων χρεών  στα ήδη υπάρχοντα, έχει ως συνέπεια την ανακύκλωση της κρίσης σε υψηλότερο επίπεδο.
Αν και η γερμανική πολιτική είναι ενδεδειγμένη από οικονομική σκοπιά, αντιμετωπίζει ένα συνεχώς διογκούμενο πρόβλημα. Οι πολιτικές λιτότητας δημιουργούν αντιστάσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν διαμορφωθεί μεταπολεμικά με την αντίληψη της αέναης ανάπτυξης και άρα της διαρκούς βελτίωσης των όρων διαβίωσης. Η κρίση διαλύει επώδυνα τις αυταπάτες της ευημερίας αλλά και γεννά κινήματα κατά της λιτότητας. Οι χώρες του Νότου βυθίζονται στην ύφεση και την ανεργία, και καταστρέφεται  ο οικονομικός τους ιστός. Η γερμανική πολιτική δεν γίνεται αποδεκτή από τις κοινωνίες. Οι αντιδράσεις ενάντια στα αποτελέσματα της ύφεσης, μπορεί πρόσκαιρα να ευνοούν την αριστερά (Ελλάδα), αλλά το εκρηκτικό μίγμα που δημιουργείται, λειτουργεί προοπτικά υπέρ της ακροδεξιάς. Στο βαθμό που η κρίση θα διαρκεί, και οι ασκούμενες πολιτικές θα συνεχίζονται, θα αναπτύσσονται ακραίοι εθνικιστικοί-λαϊκιστικοί σχηματισμοί.  Η κοινωνική νομιμοποίηση της Ε.Ε. και των θεσμών της θα δοκιμάζεται.
Μετά από μια περίοδο επιβράδυνσης της κρίσης, η “βήμα-βήμα”, πολιτική αντιμετώπισης της,  που ακολουθεί ο πολιτικός πυρήνας της Ε.Ε., διαφαίνεται και πάλι ανεπαρκής. Σ’ αυτή τη φάση, η γερμανική πολιτική βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, που εκφράστηκε καθαρά και στη σύνοδο των G20. Βέβαια η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών (ΗΠΑ-Γερμανίας) θα συνεχιστεί. Η Γερμανία δεν θέλει και δεν μπορεί να αναλάβει το κόστος της ευρωπαϊκής κρίσης. Η δυναμική της κρίσης θα καθορίσει την έκβαση των πολιτικών συγκρούσεων, σε ένα όλο και περισσότερο πολύπλοκο περιβάλλον.
Θανάσης Τρυψάνης
27-6-12

Υ.Γ. Σ’ αυτή τη φάση πάντως η Γερμανία, στην πρόσφατη συνάντηση των 4 στη Ρώμη (Μέρκελ-Ολάντ-Μόντι-Ραχόι), μετά τη σύνοδο των G20, αποδέχθηκε ένα μικρό συμβιβασμό. Ένα αναπτυξιακό πακέτο, ύψους 130 δισ., που το τελικό περιεχόμενο και οι φορείς χρηματοδότησης του, θα αποφασιστούν στη σύνοδο κορυφής της 28ης Ιουνίου. Χωρίς βέβαια να αλλάζουν οι κεντρικοί πολιτικοί στόχοι. Πάντως οι Γερμανοί επιμένουν ότι η ανάπτυξη δεν πρόκειται να γίνει με αύξηση των δημοσίων χρεών των χωρών της ευρωζώνης. Επιμένουν ακόμη (ανυποχώρητα) ότι ο κοινός ευρωπαϊκός δανεισμός (ευρωομόλογα), δεν πρόκειται να γίνει παρά σε βάθος χρόνου και με την προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της δημοσιονομικής και πολιτικής ένωσης. Ίδωμεν.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012




Αναδημοσίευση από το site www.pokethe.gr

Από την εναλλαγή στην συγκυβέρνηση 
 
Το πολιτικό σύστημα τροποποιείται. Αλλάζει η εσωτερική του διάρθρωση, ο τρόπος λειτουργίας του. Δεν ξεπερνιέται δεν καταργείται (πώς θα μπορούσε άλλωστε). Εξελίσσεται και συνεχίζει να λειτουργεί μεταβατικά με νέους όρους.
Δεν τελείωσε ο δικομματισμός. Τελείωσαν οι αυτοδυναμίες και το καθεστώς της εναλλαγής στην εξουσία των δύο κομμάτων. Το σύστημα παραμένει δικομματικό. Συνεχίζει να στηρίζεται στο ΠΑΣΟΚ και στην Ν.Δ. Με τη διαφορά ότι στη νέα φάση αντί για εναλλαγή θα έχουμε συγκυβέρνηση.
Τα δύο κόμματα εξουσίας πέρα από το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας έχουν χάσει και την πολιτική δυνατότητα αυτοδύναμης άσκησης της εξουσίας.
Η προηγούμενη κυβέρνηση Παπανδρέου δεν ανατράπηκε. Αυτοαναιρέθηκε. Γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να συνεχίσει μόνο του να κυβερνά. Το ίδιο ισχύει και για την Ν.Δ. Πέρα λοιπόν από την απώλεια της εκλογικής αυτοδυναμίας υπάρχει και η απώλεια της πολιτικής δυνατότητας αυτοδύναμης διακυβέρνησης. Ο τόπος δεν μπορεί πλέον να κυβερνηθεί από ένα κόμμα. Χρειάζεται όσο γίνεται πιο ισχυρές συμμαχικές κυβερνήσεις, που σε αυτή τη φάση, αφορούν κατά βάση την δικομματική σύμπραξη (που μπορεί να συμπληρώνεται, κατά περίπτωση, κι από μικρότερες δυνάμεις).
Στο ΠΑΣΟΚ αυτό φαίνεται να το έχουν καταλάβει όχι όμως και στην Ν.Δ. Ο Σαμαράς επιμένει να παρουσιάζεται ως νοσταλγός των αυτοδυναμιών που έχουν παρέλθει. Και θα πρέπει να αναμένεται η επόμενη αναδίπλωσή του (όπως ακριβώς συνέβη και στα οικονομικά).
Η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ- Ν.Δ. είναι το μόνο εφικτό σχήμα σε αυτή τη φάση γιατί δεν υπάρχει και η δυνατότητα άλλης μορφής συμμαχικών κυβερνήσεων. Δεν υπάρχει δηλ. η δυνατότητα το ΠΑΣΟΚ ή η Ν.Δ. να συγκροτήσουν ανεξάρτητα το καθένα συμμαχικά σχήματα ικανά να αναλάβουν κυβερνητικό έργο. Πέρα από το ότι δεν βγαίνουν τα νούμερα, και τις υπαρκτές πολιτικές δυσκολίες, υπάρχει το πρόβλημα της πολιτικής δυνατότητας τέτοιων κυβερνητικών σχημάτων που τα κάνει ατελέσφορα. Θα αποτελούσαν αδύναμες λύσεις, ανήμπορες να υλοποιήσουν το οικονομικό πρόγραμμα που ορίζουν οι πρόσφατες διεθνείς συμβάσεις.
Μια ακόμα μορφή συγκυβέρνησης θάταν ο σχηματισμός κυβέρνησης κοινής αποδοχής που θα στηρίζονταν από τα δύο μεγάλα κόμματα χωρίς να συμμετέχουν σε αυτήν. Κάποια δηλ. παραλλαγή της κυβέρνησης Μόντι. Και σε αυτή την περίπτωση ο ρόλος των δύο κομμάτων θα παρέμενε βασικός.
Εκεί που τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν είναι στην περίπτωση που τα ποσοστά των δύο κομμάτων διαμορφώνονται πολύ χαμηλά ( κάτω από το 40% αθροιστικά και των δύο). Πράγμα πολύ δύσκολο. Ήδη οι σφυγμομετρήσεις αρκετές ημέρες πριν τις εκλογές τους δίνουν ένα 40% με το ποσοστό των αναποφάσιστων σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Ο κίνδυνος της ακυβερνησίας είναι πολύ μικρός. Όσοι τον επικαλούνται βασικά κινδυνολογούν. Αλλά και οι κινδυνολογίες αποτελούν μέρος όλων των εκλογικών αναμετρήσεων. Το περιεχόμενό τους αλλάζει. Με ένα 25-28% της Ν.Δ. και ένα 17- 20% του ΠΑΣΟΚ (δηλ. με ένα 45% των δύο κομμάτων) σχηματίζεται επαρκής κοινοβουλευτική πλειοψηφία 160 και πλέον εδρών. Η πλειοψηφία αυτή είναι ικανή να στηρίξει διάφορες κυβερνήσεις. Ακόμα και εξωκοινοβουλευτικές, εάν και εφ’ όσον, κάτι τέτοιο θεωρηθεί αναγκαίο. Στο εσωτερικό πάντως των δύο κομμάτων μετά τις μαζικές διαγραφές και την ψήφιση του δεύτερου μνημονίου η κατάσταση τελεί υπό απόλυτο σχεδόν έλεγχο. Γεγονός που διευκολύνει σημαντικά κάθε είδους μετεκλογικές διεργασίες και βέβαια την σχετική (την σχετική πάντα) εφαρμογή του συμφωνημένου οικονομικού προγράμματος.
Υπό αυτή την έννοια η κατάσταση, στον εν δυνάμει κυβερνητικό χώρο, εμφανίζεται αρκετά ομαλή και δεδομένη χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης δεν θα γίνει και πάλι με επεισοδιακό τρόπο, επεισοδιακότερο ίσως και από τον προηγούμενο. Το νέο έργο θα έχει πολλές πράξεις, πολλά πήγαινε έλα και κάποιας μορφής συμβιβασμό στο τέλος αναγκαστικό, και με την βούλα οπωσδήποτε της Ευρώπης.
Ο αντιπολιτευτικός χώρος τώρα, που εκτείνεται πέρα από το ΠΑΣΟΚ και την Ν.Δ., προβλέπεται να αποτελείται από έξι τουλάχιστον κόμματα με την αριστερά να συγκεντρώνει, για πρώτη φορά, αθροιστικά το 20% και πλέον του εκλογικού σώματος ενώ η φασιστική και εθνικιστική δεξιά να αποσπά αθροιστικά ένα 15-20%. Φαινομενικά ο χώρος της αντιπολίτευσης μοιάζει εξαιρετικά ανομοιογενής και διχασμένος. Στην ουσία διαθέτει κι αυτός μιάν υψηλή ομοιογένεια ( όσο κι αν αυτό αντίκειται στην θεωρία των άκρων ).

Η αναζωπύρωση των Ευρωπαϊκών εθνικισμών

Η αντίθεση στις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονται στην Ευρώπη και τα ανεξαρτησιακά ζητήματα που εγείρονται σε όλες τις χώρες, λίγο πολύ, αποτελούν κοινό τόπο σε αυτή τη φάση για την αριστερά και την δεξιά. Η ιδεολογική αυτή σύμπτωση συνιστά ένα γενικότερο φαινόμενο που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη και αφορά την αναζωπύρωση των εθνικισμών που προκαλείται από την οικονομική κρίση. Η αναμενόμενη συντηρητικοποίηση των Ευρωπαϊκών κοινωνιών (λόγω κρίσης) αρχίζει να εκφράζεται σιγά σιγά με την στροφή στην αναζήτηση εθνικών λύσεων. Το γεγονός αυτό τροποποιεί και επηρεάζει τις πολιτικές όλων των κομμάτων.
Το προεκλογικό κλίμα στην Γαλλία και την Ελλάδα είναι ενδεικτικό των αλλαγών που επέρχονται στην πολιτική συνείδηση των Ευρωπαϊκών κοινωνιών. Την μετατόπιση δηλ. του ενδιαφέροντος που συντελείται από το Ευρωπαϊκό στο Εθνικό επίπεδο.
Για την Ελληνική κοινωνία βέβαια δεν υφίσταται θέμα μετατόπισης. Η Ελληνική κοινωνία πάντα ζούσε (ως κατ’ αυτήν όφειλε) Ελληνοκεντρικά. Απλά σήμερα περνά μια φάση έξαρσης του Ελληνοκεντρισμού της. Αλλά κι αυτό εμπίπτει μέσα στις γενικότερες αλλαγές που συμβαίνουν στον Ευρωπαϊκό χώρο. Τίποτα πλέον στις μέρες μας δεν μπορεί να εννοηθεί σαν κάτι το ξεχωριστό και ιδιαίτερο.
Τόσο στις Γαλλικές όσο και στις Ελληνικές εκλογές κυριαρχεί το εθνικό χρώμα. Οι Γάλλοι επιζητούν την επανάκτηση ενός εθνικού ηγεμονικού ρόλου, που κατ’ αυτούς εκχωρήθηκε αναίτια στους Γερμανούς από τον Σαρκοζί, παραβλέποντας τις ανατροπές που εν τω μεταξύ έχουν συμβεί στους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης στην Ευρώπη και στον κόσμο, ενώ οι Έλληνες κινούνται σε ένα πνεύμα εθνικού επαναπροσδιορισμού απέναντι στο μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση, σε μια δηλ. εκ διαμέτρου αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που είναι δεσμευμένοι μετά τις εκλογές να ακολουθήσουν. Όλη η προεκλογική ρητορική στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από το πώς το μνημόνιο θα αθετηθεί ή θα αναθεωρηθεί. Ενώ το πραγματικό δίλημμα για τους δανειστές και την Ευρώπη είναι πως θα εφαρμοστεί. Έτσι από τη μιά η Ελληνική κοινωνία θα ψηφίζει ενάντια στο μνημόνιο (με πολλούς και διάφορους τρόπους, έμμεσα ή άμεσα) κι από την άλλη θα εγκαλείται οπωσδήποτε να το αποδεχτεί (χωρίς να μπορεί να το αθετήσει ούτε να το επαναδιαπραγματευθεί). Το παιχνίδι των εθνικών διαψεύσεων για μια ακόμα φορά θα έχει παιχθεί πάνω στις πλάτες της Ελληνικής κοινωνίας με κύρια πολιτικά κερδισμένους αυτή τη φορά τους λεγόμενους «μικρούς».
Οι δυνάμεις που ενισχύονται σε αυτές τις εκλογές είναι όσες κατορθώνουν να εκφράσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εθνικά ζητούμενα (όσο κι αν αυτά είναι ανέφικτα όσο κι αν είναι αφελή και δημαγωγικά). Ο εθνοκεντρισμός, διατυπωμένος με πολλούς και διάφορους τρόπους, συνιστά το επίμαχο ιδεολόγημα για όλες τις δυνάμεις. Όλες οι πλευρές έχουν ενδώσει σε αυτόν (δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί, ακροδεξιοί, ακροαριστεροί κλπ.). Όλοι ακολουθούν το ρεύμα. Όλοι προσδοκούν σε εκλογικά οφέλη. Αλλά όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις η πλάστιγγα γέρνει προς τους πιο συνεπείς. Τις δεξιές πολιτικές, που όπως και να το κάνουμε, τις εκφράζουν καλύτερα οι δεξιές δυνάμεις. Στην προκειμένη περίπτωση δηλ. οι πάσης φύσεως ακροδεξιοί εθνικιστές και κανένας Ολαντ, Μελανσόν, Θεοδωράκης, Παπαρήγα, Τσίπρας, Αλαβάνος, Χάγιος κλπ. όσο και αν καταφεύγουν σε πατριωτικές πλειοδοσίες, όσο κι αν το προσπαθούν. Αυτοί μόνο ευκαιριακά μπορεί να επωφελούνται από κάτι τέτοιο.
Ο ακροδεξιός χώρος αποτελεί την νέα πολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη. Οι εθνικιστικές οργανώσεις σιγά σιγά αναπτύσσονται. Το διαμορφωμένο ιδεολογικό υπόβαθρο τις ευνοεί. Όπως και η αίσθηση του οικονομικού αδιέξοδου και της απώλειας μιας ευμάρειας που είχε κατακτηθεί.
Εθνικές λύσεις όμως την εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν υπάρχουν. Η αναβίωση των Ευρωπαϊκών εθνικισμών μόνο εμπόδια στην πορεία της Ευρωπαϊκής διαχείρισης της κρίσης μπορεί να προβάλουν. Ακόμα να ενισχύσουν τον Ευρωπαϊκό σκεπτικισμό και τις αποσχιστηκές τάσεις στους κόλπους της Ε.Ε. όπως και να αναμοχλεύσουν μίση και πάθη του παρελθόντος. Στον οικονομικό όμως τομέα καμιά διέξοδο σε εθνικό επίπεδο δεν μπορούν να προσφέρουν.
Για την αριστερά η περίοδος των εθνικών στρατηγικών έχει κλείσει. Και η προβαλλόμενη ενότητά της, στην οποία επιμένει τόσο πολύ, δεν είναι το κύριο, πέρα από το ότι δεν ενδιαφέρει και τις κοινωνίες. Το κύριο είναι οι πολιτικές της που παραμένουν ξεπερασμένες κι αναχρονιστικές.

Οι εκλογές δεν ήταν και δεν είναι η λύση
 
Οι εκλογές που γίνονται προκλήθηκαν καθαρά για λόγους ενίσχυσης της κοινοβουλευτικής δύναμης ορισμένων κομμάτων. Κύρια της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί βασικά επέμεναν και πίεζαν για εκλογές. Οι εκλογές της 6ης Μάη είναι μια βεβιασμένη ενέργεια δυνάμεων του πολιτικού συστήματος.
Το νόημα των εκλογών, σε μεγάλο βαθμό, παραμένει αδιευκρίνιστο. Ο Ελληνικός λαός προσέρχεται σε αυτές αναποφάσιστος και σε πλήρη σύγχυση για την βαρύτητα και την σημασία των δικών του επιλογών. Η τιμωρητική ψήφος αφορά το παρελθόν, την απόδοση της ευθύνης, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Δεν απαντά στο μέλλον.
Το μέλλον δεν το εκπροσωπεί κανένας «μικρός». Η ενίσχυση των «μικρών» αποτελεί μια γενική τάση που προκύπτει αντανακλαστικά από την κρίση του δικομματισμού. Δεν αφορά συγκεκριμένες υποστηρίξεις θετικές, αλλά μια πρόσκαιρη μετατόπιση, σημείο κι αυτή των καιρών. Που όμως δεν την εκλαμβάνουν έτσι οι ίδιοι. Η ρευστότητα και οι ανακατατάξεις είναι γενικευμένο φαινόμενο και τους αφορά όλους. Μέσα στην πολιτική κρίση είναι και οι «μικροί» και δεν αρκεί η κριτική στο δικομματισμό για να τους βγάλει από έξω.
Βασικό αιτούμενο της Ελληνικής κοινωνίας αποτελεί η ανανέωση της πολιτικής ζωής που σε αυτές της εκλογές δεν λαμβάνει μέρος. Έτσι είναι λογικό το βασικό διακύβευμα των εκλογών να περιορίζεται στον ελάχιστο στόχο της δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης (που νάναι βιώσιμη και να μην είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή).
Ο κίνδυνος της ακυβερνησίας μπορεί να είναι μικρός αλλά η ανησυχία του κόσμου μεγάλη.
Πίσω από τις κάθε λογής εθνικές κομπορρημοσύνες κρύβονται αγωνίες, ανασφάλειες και φόβοι. Τι άραγε μέσα σε όλη αυτή τη σύγχυση θα επικρατήσει ;
Ο κύκλος των ευθυνών πάντως δεν κλείνει με τις εκλογές. Καιρός μέρος τους να αναλάβουν (όσο πιο έγκαιρα γίνεται) κι όσοι, ενδιαφερόμενοι μόνο για τον εαυτό τους, καλλιέργησαν απερίσκεπτα πλήθος ψευδαισθήσεις για την διέξοδο που τάχα θα έδιναν οι εκλογές στην κρίση.


Μήλιος Χρήστος
      3-5-2012