“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

 Στο μυαλό ενός δεσπότη

Χαρίδημος Τσούκας

06.03.2022  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

 


Η έκπληξη είναι αυθεντική: «Είναι δυνατόν να γίνεται πόλεμος στην Ευρώπη, στον 21ο αιώνα;». Ο πόλεμος, υπονοείται, είναι αρχαϊκή και, συνεπώς, ξεπερασμένη συνήθεια επίλυσης διακρατικών διαφορών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία διαλύει τις χαζοχαρούμενες αυταπάτες. Δεν μεταλλάχθηκε το ανθρώπινο είδος. «Πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς». Ανέκαθεν ήταν, πάντα θα είναι. Μόνο ιδεοληπτικοί και ιδιοτελείς δεν το βλέπουν.

Αυτή η αίσθηση τραγικότητας μας προσγειώνει: εκτιμούμε τα καλά που έχουμε και γρηγορούμε για τυχόν απειλές. Δεν το καταφέρνουμε πάντα. Στον φιλελεύθερο δημοκρατικό τρόπο ζωής έχουμε την τάση να χαλαρώνουμε. Είναι λογικό. Το δημοκρατικό φαντασιακό δίνει προτεραιότητα στην ορθολογική συνεργασία, την έλλογη διευθέτηση των διαφορών, και το κράτος δικαίου. Δεν ζουν όλοι, όμως, όπως εμείς.

Το ιστορικά εξασκημένο μάτι βλέπει το νήμα που συνδέει τον Πούτιν με τον Στάλιν και Ρώσους αυτοκράτορες. Οι πολιτικές ανατροπές στην ταραχώδη ιστορία της Ρωσίας σκεπάζουν τη βαθύτερη νοο-τροπία που τη συνέχει ιστορικά: απολυταρχία, αίσθηση υπερδύναμης, εξαιρετισμός, καχυποψία έναντι της Δύσης. Ο Πούτιν ιδιόρρυθμα συγκεφαλαιώνει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Ουδέποτε συμφιλιώθηκε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Θεωρεί τις πρώην σοβιετικές χώρες ζωτικό χώρο – «σφαίρα προνομιούχων συμφερόντων» τις αποκαλεί. Η κλιμάκωση των επιδιώξεών του ήταν ορατή – για όποιον κοιτούσε. Εισέβαλε στη Γεωργία, προσάρτησε την Κριμαία, ενθάρρυνε αποσχιστικά κινήματα στην Ανατολική Ουκρανία, συστηματικά επιδίδεται σε κυβερνοπόλεμο, εξολοθρεύει όποιον θεωρεί επικίνδυνο. Οι τελείες ήταν εκεί. Οι δυτικές ελίτ δεν θέλησαν να δουν τη γραμμή που τις ενώνει. Ισως ήταν υπερβολή να περιμένουμε στρατηγική διαύγεια από πολιτικούς σαν τον Σρέντερ και τον Φιγιόν, κατοπινούς έμμισθους υπαλλήλους κρατικών ρωσικών επιχειρήσεων.

Τι θόλωνε την κρίση των Δυτικών ηγετών; Ο,τι περίπου θόλωνε την κρίση του Τσάμπερλεϊν το 1938 – αφενός η εύλογη επιθυμία να αποφευχθεί η σύγκρουση (ψυχρή ή θερμή), αφετέρου η αφελής αισιοδοξία ότι ο αντίπαλος είναι ορθολογικός. Και οι δύο παραδοχές παράγουν τον κατευνασμό ως κυρίαρχη στρατηγική.

Ο κατευνασμός δεν συνιστά απλώς ηγετική επιλογή αλλά προκύπτει από συστημική πίεση. Οι ευημερούσες δημοκρατίες απεχθάνονται την ένταση και, φυσικά, τον πόλεμο, ιδιαίτερα σε μια αλληλένδετη παγκόσμια οικονομία· ρέπουν στον συμβιβασμό. Η λογική της έλλογης διαπραγμάτευσης που συνήθως τις χαρακτηρίζει, τις ωθεί να εκλαμβάνουν τους αντιπάλους ως ορθολογικούς.

Οι δεσπότες, όμως, δεν είναι πάντα ορθολογικοί. Το υπόστρωμα του ψυχισμού τους είναι αθεράπευτα ναρκισσιστικό. Με τη δράση τους πασχίζουν να διορθώσουν τις ζημίες που βίωσαν στο παρελθόν. Αναπτύσσουν σύνδρομο μεγαλείου, ταυτίζοντας το εθνικό κλέος με τον προσωπικό αυτοθαυμασμό. Έχουν μάθει να μη συναντούν θεσμικά προσκόμματα· να ικανοποιούνται οι επιθυμίες τους. Τείνουν να χάνουν την επαφή με την πραγματικότητα. Οπως μας θυμίζει ο Στίβεν Γκρήνμπλατ στο υπέροχο βιβλίο του «Τύραννος» (ΜΙΕΤ, 2021), τα απρόβλεπτα ξεσπάσματα και η συναισθηματική ανωριμότητα του Βασιλιά Ληρ, οξυμμένα από τη γήρανση, επιφέρουν την καταστροφή. Στα δεσποτικά καθεστώτα δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα· όλα περιστρέφονται γύρω από τον δεσπότη.

Για τον Πούτιν, η Ουκρανία δεν έπρεπε να υπάρχει. «Είναι αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας, της κουλτούρας και του πνευματικού μας χώρου», είπε, αναγγέλλοντας παραληρηματικά την εισβολή. Οι εχθροί, η Δύση, «έχουν ένα μόνο στόχο: να αποτρέψουν την ανάπτυξη της Ρωσίας». Τα ίδια είχε πει το 2014 όταν προσάρτησε την Κριμαία – «υπάρχει συνεχής προσπάθεια να μας βάλουν στη γωνία». Το δεσποτικό μυαλό ρέπει στην παράνοια. Τον ιστορικό φόβο που εμπνέει η Ρωσία σε γειτονικές πρώην κομμουνιστικές χώρες πιστεύει ότι τον υποκινεί η Αμερική. Τις μεγαλειώδεις εξεγέρσεις στην Ουκρανία (2004 και 2014) θεωρεί ξενοκίνητες. Με την εισβολή ανατρέπει τον προσανατολισμό του ουκρανικού λαού προς την Ευρώπη και ό,τι αυτή συμβολίζει. Οι επιλογές ενός ανεξάρτητου έθνους πρέπει να τελούν υπό την έγκριση του αυτοδιορισμένου οικο-δεσπότη.

Ο δεσπότης εκλαμβάνει οτιδήποτε λιγότερο από ενθουσιώδη υπακοή ως απειλή. Ο Σαντάμ Χουσεΐν εκτελούσε αυτοπροσώπως τους «προδότες». Ο Πούτιν, όταν δεν τους φυλακίζει, τους εξευτελίζει δημοσίως. Τον κακόμοιρο επικεφαλής της ρωσικής κατασκοπείας τον έκανε, σαδιστικά, να τραυλίζει. Οπως στον «Βασιλιά Ληρ», δεν αρκεί να είσαι πιστός στον δεσπότη, αλλά να του λες αυτό που θέλει να ακούσει. Αυτή και μόνο η εικόνα του τραυλίζοντος αξιωματούχου, που συνεχώς αυτοδιορθώνεται μέχρι να βρει τα λόγια που θα ικανοποιήσουν το αφεντικό του, εικονογραφεί τη δεσποτική εγωπάθεια. Το 2014, η Μέρκελ είχε αναφέρει ότι «ζει σε άλλο κόσμο». Δυστυχώς κρατάει πυρηνικά.

Υστερόγραφο: Ισως λίγοι θυμούνται ότι αυτόν τον ηγέτη αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το 2018, «για την προσφορά του στις ελληνορωσικές σχέσεις, τα γράμματα, τις τέχνες, την κοινωνία και τη δημοκρατία». Ετσι ακριβώς! Αν οι πρυτανικές αρχές διατηρούν το αίσθημα ντροπής ξέρουν τι πρέπει να κάνουν.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

 Η μυστική σάλτσα

Στάθης Καλύβας

06.02.2022





Υπάρχει µια έκφραση στα αγγλικά, η «μυστική σάλτσα». Χρησιμοποιείται για να περιγράψει το πώς μια ελάχιστη παρέμβαση μπορεί να απογειώσει μια συνταγή. Και είναι μυστική, γιατί η αξία της είναι ανυπολόγιστη. Η έκφραση αυτή έχει ενδιαφέρον διότι παραπέμπει σε ένα είδος σοφίας που προκύπτει περίπου μαγικά μέσα από την υπέρβαση των αυτοματισμών και της τυποποποίησης.

Αναλογίστηκα τη μυστική σάλτσα καθώς η προβολή της τηλεοπτικής σειράς «Καταστροφές και θρίαμβοι» ολοκληρωνόταν και γινόταν σταδιακά φανερό πως είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με ένα μεγάλο κοινό, επιτυγχάνοντας μάλιστα ένα επίπεδο ψυχικής ταύτισης μαζί του, που με ξάφνιασε πραγματικά και ευχάριστα. Ετσι, θυμήθηκα πως όταν ξεκινούσα τη διαδικασία της μεταφοράς ενός βιβλίου ιστορικού περιεχομένου στην τηλεοπτική οθόνη, είχα αναρωτηθεί αν θα ήταν δυνατό ένα αποτέλεσμα που να είναι έγκυρο και ταυτόχρονα συναρπαστικό, ορθολογικό στη συγκρότησή του, αλλά και προσβάσιμο στο συναίσθημα. Επιστρέφω λοιπόν στο αρχικό ερώτημα: πώς αυτό έγινε εφικτό; Η απάντηση προϋποθέτει ένα άλλο ερώτημα: τι προσδοκούσα από το βιβλίο και τη σειρά;

Η απάντηση είναι απλή: Δεν επεδίωξα μια εγκυκλοπαιδική παραγωγή παραγεμισμένη με ιστορικά γεγονότα ούτε ένα ακαδημαϊκό δοκίμιο. Με ενδιέφερε πάνω απ’ όλα να κατανοήσω το παρόν και να αφουγκραστώ το μέλλον μέσω ενός οδοιπορικού στο παρελθόν μας – να σκιαγραφήσω δηλαδή ένα συνεκτικό αφήγημα για τη σύγχρονη συλλογική μας ταυτότητα και τον συλλογικό μας βίο.

Το αφήγημα με το οποίο πορευτήκαμε ως κοινωνία έως πρόσφατα, για περίπου πενήντα χρόνια, θα μπορούσε να περιγραφεί ως ένα κράμα επιτευγμάτων και ηρωισμών του απώτατου και απώτερου παρελθόντος που διδασκόμαστε κυρίως στο σχολείο και μιας περιγραφής ενός μίζερου πρόσφατου παρελθόντος, όπου υιοθετούμε τον ρόλο του θύματος: των άλλων (κυρίως των ξένων) και του κακού μας ριζικού (που μας κάνει να διχαζόμαστε και να αποτυγχάνουμε). Η μυστική σάλτσα που έδεσε αυτό το αφήγημα και του έδωσε δύναμη και διάρκεια υπήρξε η θεοποίηση της ήττας. Με τρόπο σχεδόν μαζοχιστικό (και συνοδεία της εκπληκτικής ποίησης του Γιάννη Ρίτσου και της μοναδικής μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη), διυλίζαμε περηφάνια από τις αποτυχίες μας. Η μεγάλη κρίση που ξέσπασε το 2010 υπήρξε η αποκορύφωση, αλλά συνάμα και το κύκνειο άσμα αυτού του αφηγήματος. Μετά το 2015, η προσδοκία για κάτι νέο ήταν σαφής.

Οταν ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο μου, το 2014, συναισθανόμουν την ύπαρξη μιας τέτοιας προσδοκίας. Αναζητώντας τα αίτια της πρόσφατης καταστροφής μας, οδηγήθηκα στην ψηλάφηση των προηγουμένων. Ομως, μια ανάγνωση της Ιστορίας μας που αναλωνόταν μόνο στην αλυσίδα των καταστροφών και των αδιεξόδων μας, όπως επέβαλλε η πνευματική κοινοτοπία ώς τότε, ήταν εντελώς ασύμβατη με τη μεγάλη και πραγματική πρόοδο που είχε επιτύχει η χώρα στη σύγχρονη ιστορική της πορεία. Αυτή, λοιπόν, η εντελώς προφανής αντίφαση (που για να γίνει όμως προφανής απαιτούσε την απομάκρυνση από τον ελληνικό εξαιρετισμό και την ένταξη της ελληνικής περίπτωσης σε ένα συγκριτικό πλαίσιο) αποτέλεσε το εφαλτήριο της προσέγγισής μου. Ολα τα υπόλοιπα, η καταγραφή των «θριάμβων» και η σύνδεσή τους με τις «καταστροφές», ακολούθησαν εύκολα.

Πού θέλω να καταλήξω; Πως κάποιες φορές η ουσία βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αλλά ενώ τη βλέπουμε, την προσπερνούμε αγνοώντας την. Και πως γι’ αυτό, όταν την ανακαλύψουμε, την αγκαλιάζουμε. Πως η μετάδοσή της δεν απαιτεί μανιέρα περίπλοκη, δυσνόητη ή μελοδραματική. Πως η καθαρότητα της περιγραφής ενισχύεται όταν η πρόθεση είναι αφαιρετική, η ματιά ορθολογική και η περιγραφή ελκυστική. Και πως, εντέλει, ένα αφήγημα μπορεί να γίνει συλλογικό κτήμα και να εκπέμψει εμψυχωτική παραίνεση δίχως να στρογγυλοποιεί, να ισοπεδώνει ή να ευτελίζει. Αυτή είναι η μυστική μου σάλτσα.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

 

Η ομιλία του Χρήστου Χωμενίδη στην Ευρωβουλή, κατά την παραλαβή του βραβείου Ευρωπαϊκού βιβλίου για το βιβλίο του “ΝΙΚΗ”


 


«Ξεκίνησα να διηγούμαι την ιστορία μιας οικογένειας. Και έφτασα να διηγηθώ την ιστορία μιας χώρας.

Ξεκίνησα ένα γράμμα προς την κόρη μου, να της μιλήσω για τη συνονόματη γιαγιά της, τη μεγάλη Νίκη, η οποία είχε πεθάνει προτού η μικρή Νίκη γεννηθεί. Και έγραψα ένα μυθιστόρημα για τον ελληνικό 20ό αιώνα.

Ετσι άλλωστε δεν συλλαμβάνονται, έτσι δεν κυοφορούνται τα βιβλία μας; Εκείνο που νομίζεις πως χωράει σε ένα ποτήρι, αποδεικνύεται ποτάμι, χείμαρρος που φουσκώνει και παρασύρει και εσένα τον ίδιο. Δεν υπάρχει για τον συγγραφέα μεγαλύτερη ευλογία από τη στιγμή που οι ήρωες του ζωντανεύουν, κινούνται αυτόνομα, τον εκπλήσσουν. Τον μαγεύουν.

Η “Νίκη” γράφτηκε στην Αθήνα και στην Κέρκυρα. Σε βεράντες και σε καφενεία και σε ακρογιαλιές ακόμα, με τη θάλασσα να σκάει δυο μέτρα από το λάπτοπ μου.

Γράφτηκε κατά την πιο δύσκολη περίοδο της πρόσφατής μας Ιστορίας. Οταν τη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, το 2010, είχε ακολουθήσει η βαθιά κοινωνική κρίση. Κυρίως δε ο διχασμός, η μισαλλοδοξία. Η ακράδαντη πεποίθηση των μεν ότι για όλα φταίνε οι δε. Πως ο απέναντί σου ευθύνεται για ό,τι εσύ υποφέρεις. Και πρέπει να πληρώσει. Και του αξίζει να συντριβεί.

Εγώ ωστόσο ήξερα ότι ποτέ δεν είναι έτσι. Είχα ως παιδί ζήσει με τις γιαγιάδες, με τους παππούδες μου. Με τις θείες και με τους θείους μου. Μου είχαν μεταφέρει εμπειρίες εθνικών θριάμβων και καταστροφών και εμφυλίων πολέμων και ανατάσεων και φρικαλεοτήτων. Κι αν κάτι είχα καταλάβει, ήταν πως στην κάθε παράταξη υπάρχουν ήρωες και καθάρματα. Ανθρωποι με συναίσθηση και ενσυναίσθηση. Κι άνθρωποι κυνικοί, που ορέγονται μόνο την εξουσία. Είτε απλώς τη βολή τους.

Στη “Νίκη”, ο 21ος αιώνας κοιτάει, επανεξετάζει τον 20ό. Το τώρα στρέφεται στο τότε για να αντλήσει πολύτιμα συμπεράσματα. Το ξέρουμε δα ότι το μέλλον μαγειρεύεται στον φούρνο του παρόντος με τα υλικά του παρελθόντος.

Μόλις πληροφορήθηκα την καταπληκτική τιμή που μου επιφυλάξατε, είπα το εξής: “Μέσω της τέχνης, η Ελλάδα μπορεί να ξανασυστηθεί στον κόσμο”.

Την ένδοξή μας αρχαιότητα, τους τραγικούς ποιητές, τους κλασικούς φιλόσοφους, τον Σολωμό και τον Καβάφη, τον Γιαννούλη Χαλεπά και τον ζωγράφο Θεόφιλο, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, ό,τι γοήτευσε τον Βύρωνα και τον Ουγκώ, τους αδελφούς Ντάρελ και τον Χένρυ Μίλερ, τον Ζυλ Ντασέν και τον Λέοναρντ Κοέν, δεν τα αποκηρύσσουμε. Τα περιέχουμε. 

Μπορούμε ωστόσο, εμείς, οι Έλληνες του 21ου αιώνα, να τα υπερβούμε. Να σπάσουμε τα στερεότυπα. Να πλάσουμε δικούς μας, καινούργιους μύθους. Το φως είναι εκεί. Η γλώσσα είναι εκεί.

Μακάρι η βράβευση της “Νίκης” να αποτελέσει αφορμή για να στρέψει η Ευρώπη το βλέμμα προς τη σημερινή Ελλάδα. Να αναζητήσει τους ποιητές, τους συγγραφείς, τους παραστατικούς καλλιτέχνες, τους εικαστικούς της. Είναι πολλοί και πολύ ταλαντούχοι. Σας το εγγυώμαι.

“Με την Ελλάδα με συνδέει μια κλωστή” είχε γράψει ένας σπουδαίος ποιητής. Ο Αγγελος Σικελιανός. “Ομως αυτή η κλωστή είναι η ζωή μου”. Ισχύει στο ακέραιο για εμένα. Ισως να ισχύει λίγο και για εσάς. 

Χαιρετώ τις εκδότριές μου. Την Τζούντιθ Γκούρεβιτς, του νεοϋορκέζικου “The Other Press”. Τη Λιζ Σαστελού, του γαλλικού “Viviane Hamy». Κυρίως δε την ελληνίδα προπονήτρια και εμψυχώτριά μου – διότι αυτό δεν κάνει ένας άξιος εκδότης; Την Αννα Πατάκη.

Στέλνω το πιο μεγάλο, το πιο ζουμερό φιλί, στους φίλους μου, στις πιο αγαπημένες μου γυναίκες, που η μια τους έκανε κοπάνα από το σχολείο για να είναι απόψε, εδώ, κοντά μας. Η βράβευσή μου από εσάς είναι –το ξαναλέω– η μεγαλύτερη τιμή που μου έχει γίνει ποτέ. 

Νιώθω ευγνώμων. Μέσα από την καρδιά μου, σας ευχαριστώ».

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

 

Τα γεγονότα πίσω από την κρίση κόστους στο φυσικό αέριο

Δούκας Χάρης

19.10.2021, ΤΟ ΒΗΜΑ




H τιμή του φυσικού αερίου έχει εκτιναχθεί, συμπαρασύροντας κάθε υπηρεσία ή μεταποίηση που το χρησιμοποιεί. Ποια γεγονότα βρίσκονται πίσω από την έκρηξη τιμών που έχει οδηγήσει στην τέλεια ενεργειακή καταιγίδα;

Από την αρχή του έτους, σχεδόν ταυτόχρονα με την επανεκκίνηση των οικονομιών από την πανδημία και την αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης, παρουσιάστηκαν σημαντικά τεχνικά προβλήματα σε υποδομές παραγωγής και μεταφοράς φυσικού αερίου. Στην Αυστραλία, που προμηθεύει με μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου τη Βορειανατολική Ασία, δύο σταθμοί (στο Longford και στο Gorgon) τέθηκαν εκτός λειτουργίας για τεχνικούς λόγους, οδηγώντας σε δεκαπλασιασμό των τιμών. Στην Ευρώπη, ο νορβηγικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στο Snøhvit, λόγω φωτιάς, εδώ και έναν χρόνο είναι κλειστός. Πυρκαγιά σημειώθηκε επίσης σε έναν από τους βασικούς σταθμούς LNG της Gazprom (στο Novy Urengoy), πλήττοντας περαιτέρω την ελλιπή προμήθεια φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, λόγω του τυφώνα Ida στον Κόλπο του Μεξικό, που έπληξε εγκαταστάσεις εξόρυξης, η μείωση της παραγωγής έφτασε στο 90%. Οι ροές αερίου επηρεάστηκαν επίσης από προβλήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως ήταν η συμφόρηση στο κανάλι του Παναμά τον χειμώνα, που οδήγησε ακόμα και σε 15 ημέρες αναμονή για πλοία που μετάφεραν LNG από τις ΗΠΑ στη Βορειοανατολική Ασία.

Προφανώς υπήρξαν και γεωπολιτικά παιχνίδια, όπως της Ρωσίας, με τον υπουργό ενέργειας Αλεξάντερ Νόβακ να τονίζει από τη μία πως η Ρωσία «είναι έτοιμη να ενισχύσει τις ροές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη» και από την άλλη να ζητάει ως αντάλλαγμα την έγκριση και πιστοποίηση του υποθαλάσσιου αγωγού Nord Stream 2.

Τα πιο σημαντικά όμως γεγονότα δεν αφορούν γεωπολιτικά παιχνίδια (που άλλωστε πάντα υπήρχαν), ούτε  απρόσμενες επισκευές και προβλήματα τροφοδοσίας. Αφορούν τις επιδράσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων.

Αρχές του 2021, ένα πολύ ισχυρό κύμα ψύχους στη Βορειανατολική Ασία έπληξε την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, τρεις από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Αυτό το φαινόμενο είχε ως αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου (και του άνθρακα) στην Κίνα, οι οποίες έφτασαν σε ιστορικό υψηλό 6ετίας και 8ετίας αντίστοιχα. Παρόμοια ζητήματα αντιμετώπισε και η Ιαπωνία, που λόγω της περιορισμένης πυρηνικής ηλεκτροπαραγωγής και της έλλειψης ορυκτών πόρων είναι ευάλωτη στις αυξομειώσεις των τιμών των καύσιμων. Ανάλογο φαινόμενο παρατηρήθηκε και στις ΗΠΑ, στην Πολιτεία του Τέξας.

Λίγους μήνες μετά, είχαμε έντονες ξηρασίες στην Τουρκία, στη Βραζιλία και στην Καλιφόρνια, που οδήγησαν στη μείωση της ηλεκτροπαραγωγής από υδροηλεκτρικές μονάδες, η οποία αντισταθμίστηκε από φυσικό αέριο. Ειδικά η Βραζιλία αντιμετώπισε ίσως τη χειρότερη ξηρασία των τελευταίων 100 ετών. Καθώς το 70% της ηλεκτροπαραγωγής της βασιζόταν στα υδροηλεκτρικά, αυξήθηκαν σημαντικά οι εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ, οι οποίες συνακόλουθα μείωσαν την τροφοδοσία της Ευρώπης αλλά και της Ελλάδας κατά 50% (σε σχέση με πέρυσι).

Στην Ευρώπη, είχαμε επιπρόσθετα μία σημαντική μείωση της ταχύτητας των ανέμων σε αρκετές χώρες. Είναι γνωστό πως οι τιμές στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μειώνονται όταν φυσάει. Στη χώρα μας, για παράδειγμα, όταν έχουμε πολύ αέρα, όπως στις 6 Σεπτέμβρη, που το 60% της ηλεκτρικής ενέργειας καλύφθηκε από ανανεώσιμες, έχουμε τις χαμηλότερες τιμές μεταξύ όλων των χωρών στην Ευρώπη.

Η κλιματική κρίση μάς έχει ήδη διδάξει να περιμένουμε το απροσδόκητο. Οι παραδοσιακές πολιτικές και τα αντίστοιχα μοντέλα αιτιοκρατικής προβλεψιμότητας δεν επαρκούν. Για την ενίσχυση της ευστάθειας του ενεργειακού τομέα, οι νέες υποδομές σε διασυνδέσεις και σε συστήματα αποθήκευσης πρέπει να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ταχύτητα. Αλλαγές χρειάζονται και σε ρυθμιστικό επίπεδο, όπως είναι η εισαγωγή νέων εργαλείων που να εμπεριέχουν ασφάλιστρα κινδύνου έναντι ακραίων διακυμάνσεων. Επιπλέον, η οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να δομηθεί διαφορετικά, στη βάση άλλων παραμέτρων, όπως του μέσου συνολικού κόστους ενέργειας, που διαμορφώνεται από μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας σε σταθερές τιμές και όχι από τις εκάστοτε χρηματιστηριακές διακυμάνσεις.

Οι πολιτικές στις νέες συνθήκες πρέπει να σχεδιάζονται με μία μόνο βεβαιότητα. Αυτή της αβεβαιότητας.

Ο κ. Χάρης Δούκας είναι αν. καθηγητής ΕΜΠ.

Σάββατο 24 Ιουλίου 2021

 

Ο Θάνατος και η Κόρη  (*)

Ηλίας Μαγκλίνης

21.07.2021 ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ερχονται κάποιες νύχτες που ξυπνάω μέσα στο σκοτάδι, σηκώνομαι και πάω και τις κοιτάζω. Δεν ξέρω τι ακριβώς πάω να φροντίσω. Και οι δύο κόρες μου κοιμούνται ήσυχα στα κρεβάτια τους. Τι θα μπορούσαν να πάθουν;

Είναι όμως κάτι που μου συμβαίνει –αυτή η ακαθόριστη, θολή ανησυχία– κάθε φορά που διαβάζω ειδήσεις σαν και αυτή από τα Γλυκά Νερά και τη Φολέγανδρο. Ή της Ελένης Τοπαλούδη, λίγο παλαιότερα.

Σκέφτομαι ότι κάτι ανάλογο μπορεί να έκανε και ο πατέρας ή η μητέρα ενός τέτοιου κοριτσιού όταν ήταν μικρή. Να τις κοιτάζουν μέσα στη νύχτα, ότι είναι σκεπασμένες, ότι δεν έχουν ιδρώσει, ότι δεν έχουν εφιάλτες.

Σκέφτομαι ότι ίσως κάτι τέτοιο να έκαναν και αυτοί οι γονείς βλέποντας τα κορίτσια τους να μεγαλώνουν. Θα φρόντιζαν να είναι ασφαλή. Για να ζήσουν τη ζωή τους. Και να μη βρεθεί κάποιος και να τα πνίξει με ένα μαξιλάρι ή να τα σπρώξει στα βράχια ή να κάνει κάτι ακόμα πιο ειδεχθές, όπως στην υπόθεση της Τοπαλούδη. 

Ξέρεις ότι τότε δεν θα είσαι εκεί, μαζί της, να μπεις ανάμεσα σε αυτόν και σε εκείνη. Ανάμεσα στον Θάνατο και στην Κόρη. Θα ξυπνήσεις μέσα στη νύχτα και θα πας στο παιδικό της δωμάτιο, αλλά εκείνη δεν θα είναι εκεί.

Κανονικά, αυτό είναι το ωραίο, το φυσικό: το παιδί να έχει γίνει κοπέλα, γυναίκα, και να τραβάει τον δρόμο της, να γνωρίζει αγόρια, να γιορτάζει το σώμα της, να ερωτεύεται, να εργάζεται, να ζει.

Και κάπου εκεί, να παραμονεύει ο εφιάλτης με τη μορφή ενός άνδρα με διογκωμένο εγώ, ακριβώς επειδή έχει έναν τόσο ελλειμματικό εαυτό. Για να την εμποδίσει να ζήσει κάποιος που θέλει να αισθανθεί «πολύ άνδρας», ακριβώς επειδή είναι τόσο λίγο: ξίγκια από φονικούς μυς.

Ο Θάνατος είναι ένα ζωντανό πτώμα που έχει τη μορφή ενός «κανακάρη», ενός αγοριού που δεν θα μεγαλώσει ποτέ για να γίνει άνδρας. Ο Θάνατος έχει τη μορφή ενός κουτού αγοριού που θα αναρωτιέται πώς έγινε και βρέθηκε στη φυλακή.

Στο μεταξύ, η Κόρη (μία ακόμα…) έχει χαθεί. Εχει απομείνει η εικόνα ενός κοριτσιού που κοιμάται ήσυχο τις νύχτες κάτω από το άγρυπνο βλέμμα των γονιών του. Ο χρόνος σταμάτησε εκεί.

Είναι λες και εκείνο το αριστουργηματικό δεύτερο μέρος του κουαρτέτου εγχόρδων «Ο Θάνατος και η Κόρη» ο Φραντς Σούμπερτ να το έγραψε για όλα αυτά τα κορίτσια που δεν τα άφησαν ποτέ να ζήσουν.

 

(*) στον ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ απονεμήθηκε πρόσφατα το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2020, κατά πλειοψηφία, για το έργο του «Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Μια αληθινή ιστορία», εκδόσεις Μεταίχμιο.

(**) “Ο θάνατος και η Κόρη” Death and the Maiden (1994) είναι ένα πολιτικό θρίλερ που σκηνοθέτησε ο Ρομάν Πολάνσκι, βασισμένο στο βιβλίο του DORFMAN ARIEL με τον ομώνυμο τίτλο. Υπόθεση: Το 1990, η Πολίνα Εσκομπάρ ζει μαζί με τον σύζυγό της στη Χιλή και προσπαθούν να ξεπεράσουν τις πληγές του παρελθόντος, καθώς υπήρξε θύμα της δικτατορίας του Πινοσέτ. Στα φοιτητικά της χρόνια απήχθη βιαίως, υπέστη βασανιστήρια και επαναλαμβανόμενους βιασμούς (υπό τον ήχο του έργου ο Θάνατος και η Κόρη του Σούμπερτ). Οι ζωές τους όμως θα αναστατωθούν και πάλι, όταν ένας άντρας εισβάλει αναπάντεχα στη ζωή τους, που μοιάζει πολύ με τον βασανιστή της Πολίνα. ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!



Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

 

Η Νέα Γεωπολιτική της Ενέργειας

Δούκας Χάρης

απο το Βήμα της Κυριακής



Εχουν περάσει 5 χρόνια από τη Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και η παγκόσμια προσπάθεια μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα στην καθαρή ενέργεια επιταχύνεται. Η Ευρώπη πρωτοστατεί, θέλοντας να γίνει η πρώτη κλιματικά ουδέτερη (μηδενικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου) ήπειρος μέχρι το 2050. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα ακολουθούν, ανακοινώνοντας πως θα μηδενίσουν τις εκπομπές άνθρακα έως το 2050, ενώ η Κίνα δεσμεύτηκε να το καταφέρει πριν από το 2060.

Πολλοί, όπως ο «Economist», υποστηρίζουν πως αυτός ο εν εξελίξει μετασχηματισμός της ενεργειακής βιομηχανίας θα αλλάξει την παγκόσμια τάξη πραγμάτων και τη γεωπολιτική ισχύ για πάντα. Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες, όπως αυτές του Περσικού Κόλπου, θα κινδυνεύσουν με κατάρρευση, η Ρωσία θα χάσει την ισχύ της και νέες χώρες θα κυριαρχήσουν. Επιβεβαιώνονται αυτές οι προβλέψεις από τις μέχρι τώρα εξελίξεις;

Στην πραγματικότητα, οι γεωπολιτικές επιπτώσεις της μετάβασης είναι πιο πολύπλοκες. Παρ’ όλο που η ζήτηση πετρελαίου μειώνεται, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και η Σαουδική Αραβία συνεχίζουν να πωλούν σε ικανοποιητικό βαθμό. Και αυτό γιατί η εξόρυξη εκεί διενεργείται σε χαμηλά βάθη, με πολύ μεγάλη οικονομική απόδοση, μικρή διαρροή μεθανίου και πολύ χαμηλά ποσοστά ανάφλεξης. Ακόμη λοιπόν και σε αυτή τη φάση μειούμενης ζήτησης, το μερίδιο της παραγωγής τους στον OPEC (Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών) αυξάνεται, ως αποτέλεσμα της ανταγωνιστικότητας τους σε σχέση με τις άλλες χώρες. Αυτή τη δυνατότητα που ακόμα διατηρούν, προσπαθούν να την αξιοποιήσουν ώστε να προχωρήσουν με ταχύτητα στη διαφοροποίηση των οικονομιών τους. Ο στόχος τους είναι να αποτελέσουν, στη μετά πετρελαίου εποχή, χώρες εξαγωγής φθηνής καθαρής ενέργειας, είτε με τη μορφή ηλεκτρισμού, είτε κυρίως με τη μορφή καυσίμων, όπως το υδρογόνο και η αμμωνία, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε εργοστάσια, κτίρια και μεταφορές.

Η Σαουδική Αραβία, για παράδειγμα, που έχει άφθονο ηλιακό δυναμικό, έχει ξεκινήσει έργα δισεκατομμυρίων δολαρίων για την παραγωγή «πράσινου υδρογόνου». Επιπλέον προχωράει στην παραγωγή «μπλε αμμωνίας», που συνίσταται στη μετατροπή υδρογονανθράκων σε υδρογόνο και εν συνεχεία σε αμμωνία, δεσμεύοντας τα υποπροϊόντα διοξειδίου του άνθρακα. Εχει μάλιστα ήδη στείλει το πρώτο εμπόρευμα «μπλε αμμωνίας» στον κόσμο στην Ιαπωνία. Η τελευταία στοχεύει να καταστεί ηγέτιδα δύναμη στη χρήση υδρογόνου.

Οσον αφορά τη Ρωσία, όντας ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου στην Ευρώπη και ένας από τους σημαντικότερους παγκοσμίως, μπορεί και διατηρεί ακόμα την επιρροή της, καθώς το φυσικό αέριο θεωρείται καύσιμο μετάβασης προς μια οικονομία μηδενικών εκπομπών. Σύμφωνα με τα σενάρια του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, η ζήτησή του στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού θα αυξηθεί τις επόμενες δύο δεκαετίες, πριν αρχίσει να υποχωρεί. Στην Ευρώπη θα μειωθεί, αλλά δεδομένου ότι η Ρωσία είναι ο οικονομικά αποδοτικότερος προμηθευτής, το μερίδιό της στην αγορά θα διατηρηθεί για την επόμενη δεκαετία. Ετσι, κερδίζει χρόνο για τη δική της διαφοροποίηση, που θα βασίζεται κυρίως στην πυρηνική ενέργεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και άλλοι πρώην ηγέτες της πυρηνικής τεχνολογίας έχουν εκχωρήσει σε μεγάλο βαθμό τον τομέα αυτόν στη Ρωσία, αλλά και στην Κίνα. Η Ρωσία εκμεταλλεύεται τον χώρο που της δίνεται και με όχημα την κρατική εταιρεία Rosatom όχι μόνο κατασκευάζει, αλλά χρηματοδοτεί και λειτουργεί τους πυρηνικούς σταθμούς στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας των χωρών που διεισδύει.

Οι μέχρι τώρα λοιπόν κυρίαρχες χώρες εξαγωγής ορυκτών καυσίμων αξιοποιούν το «παράθυρο ευκαιρίας» για να μετασχηματιστούν σε ισχυρές ηλεκτροπαραγωγές χώρες, με δυνατότητα εξαγωγής καθαρής ενέργειας.

Εκπλήξεις μπορεί να υπάρξουν από άλλες χώρες. Δεν αναμένεται όμως να έρθουν από τους «συνήθεις ύποπτους», όπως η Αμερική ή η Κίνα, καθώς το κλειδί της νέας γεωπολιτικής ισχύος δεν θα είναι κατ’ αντιστοιχία ούτε η εξαγωγή σχιστολιθικού αερίου, ούτε φθηνών ηλιακών συλλεκτών ή ηλεκτρικών μπαταριών αυτοκινήτων. Το κλειδί είναι η πρόσβαση σε φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια. Για παράδειγμα, η δυνατότητα εγκατάστασης ηλεκτρολυτών σε υπάρχοντα φωτοβολταϊκά και αιολικά, όπως τώρα συμβαίνει στην Ισπανία, στο Μαρόκο και στη Χιλή, για την παραγωγή καθαρών καυσίμων, μπορεί να αναδείξει αυτές τις χώρες ως υπερδυνάμεις μιας νέας οικονομίας με βάση το υδρογόνο.

Και η χώρα μας θα μπορούσε να αποτελέσει έκπληξη, αν αξιοποιήσει αποτελεσματικά το τεράστιο δυναμικό της στις ανανεώσιμες πηγές και τις επιπλέον προοπτικές που ανοίγει η Ευρωπαϊκή Ενωση, με τη νέα της στρατηγική για τα θαλάσσια (υπεράκτια) αιολικά πάρκα.

Η θαλάσσια αιολική ενέργεια αναμένεται να είναι η σημαντικότερη πηγή παραγωγής ηλεκτρισμού στην Ευρώπη το 2040. Η προώθησή της, μέσω πλωτών ανεμογεννητριών, είναι απολύτως κατάλληλη για τα ελληνικά ύδατα και μπορεί να μετατρέψει το Αιγαίο σε κέντρο παραγωγής και εξαγωγής καθαρής ενέργειας. Επιπλέον, μπορεί να ενισχύσει την εγχώρια προστιθέμενη αξία και την τοπική απασχόληση με την ανάπτυξη υποδομών σε όλο το εύρος της εφοδιαστικής αλυσίδας (λιμάνια, ναυπηγεία, βιομηχανία καλωδίων).

Τέτοιες πρωτοβουλίες και θεσμικές παρεμβάσεις μπορούν να υπερβούν τη δύσκολη συζήτηση της εξόρυξης υδρογονανθράκων στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, που σε λίγα χρόνια θα μοιάζει τελείως ξεπερασμένη. Και να θέσουν τη χώρα σε ρόλο πρωταγωνιστή στη νέα ενεργειακή εποχή.


* Ο κ. Χάρης Δούκας είναι αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΜΠ.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Ντάρον Ατζέμογλου: Αποτρέψαμε μια καταστροφή στις ΗΠΑ

Ο διάσημος οικονομολόγος Ντάρoν Ατζέμογλου μιλάει για το μοντέλο ανάπτυξης που επιβάλλουν οι τεχνολογικοί κολοσσοί.



O αρμενικής καταγωγής, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, Ντάρον Ατζέμογλου, είναι καθηγητής στο MIT από το 1993. Το 2005 βραβεύθηκε με το John Bates Medal – το κορυφαίο βραβείο του κλάδου των Οικονομικών για ακαδημαϊκούς ηλικίας κάτω των 40 ετών. Φωτ. L. Barry Hetherington

Γιάννης Παλαιολόγος

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28.12.2020 • 

 Η τεράστια πρόκληση της διαχείρισης της ψηφιακής τεχνολογίας ώστε να αμβλύνει, αντί να επιδεινώσει, την ανισότητα που διαβρώνει την κοινωνική συνοχή στις ανεπτυγμένες οικονομίες, βρέθηκε στο επίκεντρο της αποκλειστικής συνέντευξης που παραχώρησε στην «Κ» ο Ντάρον Ατζέμογλου. 

Ο 53χρονος Ατζέμογλου, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από Αρμένιους γονείς και είναι πλέον Αμερικανός πολίτης, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους οικονομολόγους στον κόσμο: καθηγητής από το 1993 στο MIT, βραβεύθηκε το 2005 με το John Bates Medal (το κορυφαίο βραβείο του κλάδου των Οικονομικών για ακαδημαϊκούς κάτω των 40 ετών, πολλοί από τους κατόχους του οποίου κέρδισαν στη συνέχεια το Νομπέλ), ενώ το 2015 ανακηρύχθηκε ο οικονομολόγος με τις περισσότερες επιστημονικές παραπομπές κατά την προηγούμενη δεκαετία, σύμφωνα με το Research Papers in Economics. 

Είναι ίσως πιο γνωστός για το πολυετές έργο του με τον Τζέιμς Ρόμπινσον και πάνω από όλα για τα βιβλία τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη» και το πρόσφατο «Ο Στενός Διάδρομος», στα οποία αναλύονται οι διαχρονικές προϋποθέσεις για την ελευθερία και την ευημερία, αλλά και οι θεσμικές παθογένειες που οδηγούν στον δεσποτισμό και τη φτώχεια.

Η συζήτηση, αναπόφευκτα, ξεκίνησε από τις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. «Αποτρέψαμε μία καταστροφή», λέει χωρίς περιστροφές. «Μετά μία τόσο ταραχώδη θητεία, με το φάσμα τεσσάρων ακόμα ετών του Ντόναλντ Τραμπ, που θα έβλαπταν θεμελιωδώς την αμερικανική δημοκρατία και τους θεσμούς, το γεγονός ότι θα έχουμε μία διαφορετική διοίκηση είναι λόγος να χαρούμε. Αλλά υπάρχουν τρία βαθιά ριζωμένα προβλήματα, τα οποία δεν θα λυθούν αναγκαστικά επειδή ο Τζο Μπάιντεν επικράτησε οριακά σε κάποιες κρίσιμες πολιτείες. Πρώτον, η χώρα είναι βαθιά διχασμένη και η δυσαρέσκεια που οδήγησε στην άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ δεν πρέπει να αγνοηθεί. Δεύτερον, είναι κοινό λάθος η πεποίθηση ότι οι αμερικανικοί θεσμοί είναι ικανοί να μας σώσουν από κάθε μορφή εκτροπής. Δεν είναι όμως κατάλληλα διαμορφωμένοι για την αντιμετώπιση πολιτικών όπως ο Τραμπ. Ο μόνος τρόπος να ελεγχθούν αυτοί είναι μέσω εκλογών, αλλά, όπως έδειξε ο Τραμπ, υπάρχουν τρόποι να στρεβλωθεί η διαδικασία της ψήφου στις Ηνωμένες Πολιτείες – και η επόμενη εκδοχή του Τραμπ, που θα είναι ευφυέστερη, θα το κάνει αυτό ακόμα καλύτερα. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στα δικαστήρια· σίγουρα δεν μπορούμε να βασιστούμε στο Κογκρέσο ή στην ομοσπονδιακή γραφειοκρατία. Η τελευταία γραμμή άμυνας κατά μιας τέτοιας απόπειρας σφετερισμού της εξουσίας είμαστε εμείς: η κοινωνία».

Ο Ατζέμογλου μιλάει με θερμά λόγια για τον επόμενο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και τον τρόπο με τον οποίο ένωσε αρκετές ομάδες ψηφοφόρων δυσαρεστημένων με τον Τραμπ σε έναν νικηφόρο εκλογικό συνασπισμό. 

«Δεν έχουμε όμως κανένα περιθώριο για εφησυχασμό – πειρασμό στον οποίο θα υποπέσει το 80% των διανοουμένων», προειδοποιεί. «Και αυτό με οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα: βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη συγκυρία για την αντιμετώπιση των οικονομικών ρηγμάτων που έχουν γεννήσει όλη αυτή τη δυσαρέσκεια. Και στο μέτωπο αυτό, η νέα διοίκηση Μπάιντεν δεν δείχνει να είναι επαρκώς ριζοσπαστική. Ούτε, παρεμπιπτόντως, θεωρώ ότι η προοδευτική πτέρυγα του κόμματος έχει κάνει τη σωστή διάγνωση».

Η αναδιανομή δεν αρκεί

Για τον καθηγητή του MIT δεν αρκεί η αύξηση του κατώτατου μισθού ή της αναδιανομής του εισοδήματος (παρότι θεωρεί και τα δύο αναγκαία). «Χρειαζόμαστε μία πολύ πιο συνολική αναδιάρθρωση της αμερικανικής οικονομίας, και αυτό πρέπει να ξεκινήσει από το πώς χρησιμοποιούμε την τεχνολογία και ποιος την ελέγχει. Χωρίς μια τέτοια αναδιάρθρωση δεν θα δημιουργηθούν αρκετές καλές νέες θέσεις εργασίας, και αν δεν γίνει αυτό, η δυσαρέσκεια θα διατηρηθεί».

Πόσο σημαντικό εμπόδιο σε αυτήν την αναδιάρθρωση αποτελεί η αμερικανική οικονομική υπερ-ελίτ; Εχει εξελιχθεί σε απειλή για την αμερικανική Δημοκρατία; «Ναι, πιστεύω ότι όντως αποτελεί απειλή – με έναν κάπως σύνθετο τρόπο. Η κλασική μέθοδος είναι αυτή που περιγράφουμε με τον Τζέιμς Ρόμπινσον στο “Γιατί Αποτυγχάνουν τα Εθνη” σχετικά με τη Βενετία. Εκεί, είχαμε μία οικονομική ελίτ, η οποία στη συνέχεια απέκτησε πολιτική εξουσία και χρησιμοποίησε την εξουσία αυτή για να αποτρέψει άλλους από το να αποκτήσουν πρόσβαση στο Κοινοβούλιο ή στις επικερδείς οικονομικές δραστηριότητες χάρη στις οποίες είχε πλουτίσει. Η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιο περίπλοκη. Δεν έχουμε μία συνεκτική ελίτ, η οποία συνωμοτεί για να αποσύρει τη σκάλα ανέλιξης για τους υπόλοιπους, ή που είναι τόσο ισχυρή ώστε να μπορεί να κρατά την υπόλοιπη κοινωνία σε υποτακτική θέση. Αλλά έχουμε μία ελίτ που έχει απομονωθεί εντελώς από την κοινωνία, η οποία κατανοεί τον κόσμο αποκλειστικά μέσα από τη δική της οπτική και θεωρεί ότι αυτά τα επίπεδα ανισότητας είναι απολύτως δικαιολογημένα. Αν με ρωτούσατε πριν από 12 χρόνια από ποιον κινδυνεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα αναφερόμουν στην ελίτ του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εκείνοι θύμιζαν πολύ περισσότερο το παράδειγμα της Βενετίας – είχαν στα χέρια τους το χρήμα και τα μπράτσα τους γύρω από την πολιτική διαδικασία. Και κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση είδαμε την αποκρουστική αλήθεια του πόσο ισχυροί ήταν: χειραγώγησαν το σύστημα, απέφυγαν τις ευθύνες τους, διαμόρφωσαν όπως ήθελαν τη νομισματική πολιτική και την πολιτική για τη διάσωση των τραπεζών».

Σήμερα, όμως, σύμφωνα με τον σπουδαίο οικονομολόγο, η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στη Wall Street. «Η μεγαλύτερη απειλή σήμερα είναι η ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ», λέει. «Είναι αυτή η νοοτροπία που βασίζεται στην άποψη ότι το σύστημα λειτουργεί, ότι οι ίδιοι είναι τόσο επιτυχημένοι γιατί είναι οι πιο έξυπνοι, ότι αυτοί πρέπει να καθορίσουν την πορεία της τεχνολογίας, χωρίς παρεμβάσεις από το κράτος, με την κοινωνία να ακολουθεί τον δρόμο που θα χαράξουν».

Οι παθογένειες των ΗΠΑ

Ο Ατζέμογλου έχει ασχοληθεί εις βάθος με τις παθογένειες της αμερικανικής οικονομίας που έχουν επιτρέψει στους τιτάνες της τεχνολογίας να κερδοσκοπούν ιλιγγιωδώς με επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται ολοένα και περισσότερο στην αυτοματοποίηση και την αντικατάσταση της εργασίας από το κεφάλαιο (και ειδικά την πιο σύγχρονη εκδοχή του, την τεχνητή νοημοσύνη). 

Πώς πιστεύει ότι μπορεί να ανατραπεί αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, που διευρύνει διαρκώς την ανισότητα και αποτελεί συνταγή για πολιτικούς εφιάλτες; Υπάρχουν πολιτικοί στη Δύση που δείχνουν έστω να κατανοούν το μέγεθος του προβλήματος;

«Να προλογίσω την απάντησή μου, κατ’ αρχάς, λέγοντας ότι δεν ξέρω όλες τις απαντήσεις, δεν ξέρω ακριβώς πώς θα γίνει αυτό (σ.σ. η ανατροπή του υφιστάμενου μοντέλου ανάπτυξης). Πρέπει όλοι μαζί να συνεργαστούμε για να βρούμε αυτές τις απαντήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το επιτελείο του Μπάιντεν δεν ξέρει τις απαντήσεις· είναι ότι δεν θέτει καν τις σωστές ερωτήσεις. Το πρώτο βήμα λοιπόν είναι να τεθούν οι σωστές ερωτήσεις. Και μετά θα προκύψουν κάποιες πρώτες, προφανείς απαντήσεις. Το πρώτο –αλλά ελάσσον– βήμα είναι να λυγίσουμε τη δύναμη που διαθέτουν οι εταιρείες του Big Tech επί της κοινωνίας. Ηδη υπάρχει ένας αναβρασμός στην κοινωνία για αυτό».

Ενα δεύτερο, πιο σημαντικό βήμα, σύμφωνα με τον συνομιλητή της «Κ», είναι «να διευρύνουμε τις φωνές που καθορίζουν το μέλλον της τεχνολογίας. Πώς θα παίξει έναν ρόλο το κράτος στην ενθάρρυνση νέων τεχνολογιών, με την κατάλληλη μέριμνα για τις κοινωνικές τους συνέπειες;».

Η αφύπνιση του κράτους και της κοινωνίας σε σχέση με το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, είναι μία χρήσιμη αναλογία, λέει. Οπως και τότε, εξηγεί, αργήσαμε να παραδεχθούμε το πρόβλημα – υπήρχε ένα ισχυρό λόμπι που αρνείτο καν ότι υπήρχε. Η συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών της ενεργειακής εξάρτησης στους υδρογονάνθρακες ήλθε σταδιακά, με αποτέλεσμα «οι κυβερνήσεις να αρχίσουν να αναλαμβάνουν δράση». Στη συνέχεια, για να είναι η δράση αυτή αποτελεσματική, «χρειαστήκαμε καλύτερες μεθόδους μέτρησης» για τη βλάβη που προκαλούσαν οι διαφορετικές δραστηριότητες.

«Σε αυτή την κατάσταση βρισκόμαστε και τώρα (σ.σ. σε σχέση με την ψηφιακή τεχνολογία). Χρειαζόμαστε κατ’ αρχάς μια αφύπνιση του κράτους και της κοινωνίας. Στη συνέχεια θα δούμε τις λεπτομέρειες, πώς π.χ. η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό και όχι για κακό – σε οικονομικούς όρους για τη δημιουργία αντί για την καταστροφή θέσεων εργασίας, για την αύξηση της παραγωγικότητας, τον εμπλουτισμό της ζωής των εργαζομένων· αλλά και για τη βελτίωση της ποιότητας του πολιτικού διαλόγου, αντί για το μοντέλο του Facebook, για την ενίσχυση της ατομικής αυτονομίας, αντί της παρακολούθησης και της χειραγώγησης των χρηστών από κυβερνήσεις και εταιρείες κ.ο.κ.». 

Υπάρχουν ήδη άτομα και οργανώσεις που θέτουν αυτά τα ζητήματα, παραδέχεται, «αλλά μέχρι στιγμής παραμένουν στο περιθώριο».

Η Ευρώπη ως τρίτος πόλος

Ο Ατζέμογλου βλέπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση μία πρώτη σοβαρή απόπειρα να τεθούν αυτά τα όρια στην επιρροή των τεχνολογικών κολοσσών. «Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει υπάρξει προβληματική για πολλούς λόγους. Αλλά είναι στην εμπροσθοφυλακή όσον αφορά την κατανόηση, την αναγνώριση και την ανάληψη δράσης για τον έλεγχο της υπερβολικής ισχύος των τεχνολογικών κολοσσών». 

Μπορεί όμως η Ε.Ε. να επιδείξει την πολιτική βούληση και την πρακτική ικανότητα να αποτελέσει τον τρίτο πόλο στην ψηφιακή γεωπολιτική, έναντι του αμερικανικού μοντέλου της υπεροχής του ιδιωτικού τομέα και του κινεζικού μοντέλου, στο οποίο το κράτος έχει τον κεντρικό καθοδηγητικό ρόλο;
«Αγνωστο. Δεν θέλω να είμαι αφελώς αισιόδοξος. Αλλά στο θέμα των Big Tech οι Ευρωπαίοι έχουν τα σωστά ένστικτα. Ισως είναι κρυφή ευλογία το γεγονός ότι καμία από αυτές τις εταιρείες δεν είναι ευρωπαϊκή. Αν ήταν, ίσως οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές να καθίσταντο όμηροί τους σε κάποιο βαθμό. Παράλληλα, όμως, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι κανονισμοί της Ε.Ε. θα αποδειχθούν αποτελεσματικοί. Το GDPR, για παράδειγμα, που αφορά την προστασία της ιδιωτικότητας, είχε τις σωστές προτεραιότητες, αλλά δεν λειτούργησε. Και δεν ξέρουμε αν οι νέοι κανονισμοί (σ.σ. προτάθηκαν προ ημερών από την Κομισιόν) για τις ψηφιακές αγορές και τις ψηφιακές υπηρεσίες θα αποδειχθούν πιο αποτελεσματικοί».

Το βασικό πρόβλημα της Αγκυρας είναι πολιτικό και θεσμικό

Η συζήτηση στρέφεται στη γενέτειρά του, τις ευρωτουρκικές σχέσεις και τις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας. «Η Ευρωπαϊκή Ενωση», εξηγεί, «δεν έχει τη δομή για να αντιμετωπίσει χώρες όπως η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα, γιατί τα συμφέροντα των μελών της απέναντί τους διαφέρουν σημαντικά». Η Γερμανία, παρατηρεί, εξακολουθεί να προτιμά το καρότο από το μαστίγιο στους χειρισμούς της απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν, κυρίως λόγω του ρόλου της Τουρκίας στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη.

Σε κάθε περίπτωση, τονίζει, «δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα λύσει τα προβλήματα της Τουρκίας. Τα προβλήματα αυτά είναι εσωτερικά και μόνο η ίδια η Τουρκία μπορεί να τα λύσει. Προσωπικά, επιχειρηματολογώ εδώ και περίπου μία δεκαετία ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι πολιτικό και θεσμικό. Η Τουρκία μπορεί να βελτιώσει τους οικονομικούς της θεσμούς μόνο αν διορθώσει τους πολιτικούς της θεσμούς».
Για τον Ατζέμογλου βρισκόμαστε στην «αρχή του τέλους» της μακράς περιόδου της ταχύρρυθμης αλλά μη βιώσιμης ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας, βασισμένης στον φθηνό δανεισμό και σε «ξένους επενδυτές που δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για το τι συμβαίνει στην Τουρκία και δεν είχαν και πολλές άλλες καλές επιλογές». 

Ο Ερντογάν, σημειώνει, «μπορούσε για όλο αυτό το διάστημα να αναβάλλει το αναπόφευκτο. Οι οικονομικές παθογένειες συσσωρεύονταν – και τώρα πλήττουν σφοδρότατα την τουρκική οικονομία. Ο νέος κορωνοϊός έχει χτυπήσει άσχημα τη χώρα, η ανεργία έχει αυξηθεί, ο κόσμος υποφέρει. Οι ισολογισμοί των εταιρειών και των τραπεζών βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση, τα ξένα κεφάλαια αυξανόμενα αποφεύγουν τη χώρα… Ολα αυτά συμβάλλουν σε μία πολύ δύσκολη κατάσταση και δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια εύκολη λύση. Πρέπει να υπάρξει μία πολύπλευρη προσέγγιση, με βελτίωση του νομικού πλαισίου και του επιχειρηματικού κλίματος, απόσυρση του κράτους και της πολιτικής επιρροής από τις επιχειρήσεις, περισσότερη διαφάνεια και καταπολέμηση της διαφθοράς. Αυτά, φυσικά, αφορούν τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα – πρέπει να συνδυαστούν με βραχυπρόθεσμα μέτρα που θα σταθεροποιήσουν τη μακροοικονομική εικόνα, θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στους εταιρικούς και τραπεζικούς ισολογισμούς, θα προσελκύσουν εκ νέου ξένα κεφάλαια κ.ο.κ.». Η Τουρκία, τονίζει, έχει σημαντικά προτερήματα: «νέο πληθυσμό, επιχειρηματικό πνεύμα, καλές διασυνδέσεις με ξένες εταιρείες σε κλάδους αιχμής, μεγάλη εσωτερική αγορά». Αυτό που χρειάζεται είναι να κάνει τις αναγκαίες αλλαγές στο θεσμικό της τοπίο για να τις αξιοποιήσει.  

Η δεσποτική Κίνα

Μία χώρα, πάντως, έχει χρησιμοποιήσει τη δική της εκδοχή του αυταρχικού κρατισμού για να μετατραπεί σε πανίσχυρο αντίπαλον δέος της Δύσης. Ανησυχεί μήπως η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης ευνοεί τον «Δεσποτικό Λεβιάθαν», κυρίαρχος εκπρόσωπος του οποίου σήμερα είναι η Κίνα; Αν ένα καθεστώς έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί κάθε πτυχή της ψηφιακής ζωής των πολιτών του, δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους χωρίς να χρειάζεται να τους δίνει φωνή; «Ανησυχώ πολύ γι’ αυτό, σε πολλά επίπεδα. Στις αρχές του 21ου αιώνα αρκετοί θεωρούσαν ότι η ψηφιακή τεχνολογία θα ενισχύσει τις τάσεις εκδημοκρατισμού. Τελικά όμως φαίνεται ότι ενισχύουν τα κράτη έναντι του ατόμου. Επιπλέον, η απόλυτη απουσία φραγμών στη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων στην Κίνα είναι ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα – πολλοί κορυφαίοι Αμερικανοί ερευνητές θα ήθελαν πολύ να συνεργαστούν με την κινεζική κυβέρνηση, αγνοώντας τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιδιωτικότητας. Παραμένω πεπεισμένος ότι ένα πλήρως δεσποτικό καθεστώς, ακόμα και ενισχυμένο από ωκεανούς δεδομένων, δεν είναι ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά (σ.σ. η κινεζική περίπτωση) έχει γίνει αρκετά πιο σύνθετη σε σχέση με το 2010-11, όταν γράφαμε το “Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη”».

H επόμενη μέρα της COVID

Ο Ντάρον Ατζέμογλου διστάζει να προβλέψει τι θα αφήσει πίσω της η πανδημία. «Η ελπίδα είναι ότι, επειδή επιδείνωσε πολλά από τα υφιστάμενα ρήγματα, θα μας οδηγήσει σε μία σοβαρή συζήτηση για το πώς θα οικοδομήσουμε μία καλύτερη δημοκρατία, ένα καλύτερο κράτος πρόνοιας. Στο επίκεντρο όλων αυτών πρέπει να βρεθεί η διαχείριση της τεχνολογίας. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που μπορούμε να ακολουθήσουμε: να συνεχίσουμε όπως πορευόμασταν· να ενδυναμώσουμε περαιτέρω τη λογική της Σίλικον Βάλεϊ, με περισσότερη αυτοματοποίηση, αύξηση της ανισότητας· ακόμα και να μιμηθούμε την Κίνα, καταπιέζοντας την ελευθερία του Τύπου και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Είμαστε σε μία κρίσιμη συγκυρία και η συλλογική δράση θα παίξει κρίσιμο ρόλο. Στις ΗΠΑ ίσως υπήρξαμε τυχεροί – το σοκ του Τραμπ μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει κάτι να κάνουμε. Η μη συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν μεγάλα προβλήματα είναι η ίδια ένα μεγάλο πρόβλημα».