“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Ντάρον Ατζέμογλου: Αποτρέψαμε μια καταστροφή στις ΗΠΑ

Ο διάσημος οικονομολόγος Ντάρoν Ατζέμογλου μιλάει για το μοντέλο ανάπτυξης που επιβάλλουν οι τεχνολογικοί κολοσσοί.



O αρμενικής καταγωγής, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, Ντάρον Ατζέμογλου, είναι καθηγητής στο MIT από το 1993. Το 2005 βραβεύθηκε με το John Bates Medal – το κορυφαίο βραβείο του κλάδου των Οικονομικών για ακαδημαϊκούς ηλικίας κάτω των 40 ετών. Φωτ. L. Barry Hetherington

Γιάννης Παλαιολόγος

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28.12.2020 • 

 Η τεράστια πρόκληση της διαχείρισης της ψηφιακής τεχνολογίας ώστε να αμβλύνει, αντί να επιδεινώσει, την ανισότητα που διαβρώνει την κοινωνική συνοχή στις ανεπτυγμένες οικονομίες, βρέθηκε στο επίκεντρο της αποκλειστικής συνέντευξης που παραχώρησε στην «Κ» ο Ντάρον Ατζέμογλου. 

Ο 53χρονος Ατζέμογλου, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από Αρμένιους γονείς και είναι πλέον Αμερικανός πολίτης, συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους οικονομολόγους στον κόσμο: καθηγητής από το 1993 στο MIT, βραβεύθηκε το 2005 με το John Bates Medal (το κορυφαίο βραβείο του κλάδου των Οικονομικών για ακαδημαϊκούς κάτω των 40 ετών, πολλοί από τους κατόχους του οποίου κέρδισαν στη συνέχεια το Νομπέλ), ενώ το 2015 ανακηρύχθηκε ο οικονομολόγος με τις περισσότερες επιστημονικές παραπομπές κατά την προηγούμενη δεκαετία, σύμφωνα με το Research Papers in Economics. 

Είναι ίσως πιο γνωστός για το πολυετές έργο του με τον Τζέιμς Ρόμπινσον και πάνω από όλα για τα βιβλία τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη» και το πρόσφατο «Ο Στενός Διάδρομος», στα οποία αναλύονται οι διαχρονικές προϋποθέσεις για την ελευθερία και την ευημερία, αλλά και οι θεσμικές παθογένειες που οδηγούν στον δεσποτισμό και τη φτώχεια.

Η συζήτηση, αναπόφευκτα, ξεκίνησε από τις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές. «Αποτρέψαμε μία καταστροφή», λέει χωρίς περιστροφές. «Μετά μία τόσο ταραχώδη θητεία, με το φάσμα τεσσάρων ακόμα ετών του Ντόναλντ Τραμπ, που θα έβλαπταν θεμελιωδώς την αμερικανική δημοκρατία και τους θεσμούς, το γεγονός ότι θα έχουμε μία διαφορετική διοίκηση είναι λόγος να χαρούμε. Αλλά υπάρχουν τρία βαθιά ριζωμένα προβλήματα, τα οποία δεν θα λυθούν αναγκαστικά επειδή ο Τζο Μπάιντεν επικράτησε οριακά σε κάποιες κρίσιμες πολιτείες. Πρώτον, η χώρα είναι βαθιά διχασμένη και η δυσαρέσκεια που οδήγησε στην άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ δεν πρέπει να αγνοηθεί. Δεύτερον, είναι κοινό λάθος η πεποίθηση ότι οι αμερικανικοί θεσμοί είναι ικανοί να μας σώσουν από κάθε μορφή εκτροπής. Δεν είναι όμως κατάλληλα διαμορφωμένοι για την αντιμετώπιση πολιτικών όπως ο Τραμπ. Ο μόνος τρόπος να ελεγχθούν αυτοί είναι μέσω εκλογών, αλλά, όπως έδειξε ο Τραμπ, υπάρχουν τρόποι να στρεβλωθεί η διαδικασία της ψήφου στις Ηνωμένες Πολιτείες – και η επόμενη εκδοχή του Τραμπ, που θα είναι ευφυέστερη, θα το κάνει αυτό ακόμα καλύτερα. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στα δικαστήρια· σίγουρα δεν μπορούμε να βασιστούμε στο Κογκρέσο ή στην ομοσπονδιακή γραφειοκρατία. Η τελευταία γραμμή άμυνας κατά μιας τέτοιας απόπειρας σφετερισμού της εξουσίας είμαστε εμείς: η κοινωνία».

Ο Ατζέμογλου μιλάει με θερμά λόγια για τον επόμενο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών και τον τρόπο με τον οποίο ένωσε αρκετές ομάδες ψηφοφόρων δυσαρεστημένων με τον Τραμπ σε έναν νικηφόρο εκλογικό συνασπισμό. 

«Δεν έχουμε όμως κανένα περιθώριο για εφησυχασμό – πειρασμό στον οποίο θα υποπέσει το 80% των διανοουμένων», προειδοποιεί. «Και αυτό με οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα: βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη συγκυρία για την αντιμετώπιση των οικονομικών ρηγμάτων που έχουν γεννήσει όλη αυτή τη δυσαρέσκεια. Και στο μέτωπο αυτό, η νέα διοίκηση Μπάιντεν δεν δείχνει να είναι επαρκώς ριζοσπαστική. Ούτε, παρεμπιπτόντως, θεωρώ ότι η προοδευτική πτέρυγα του κόμματος έχει κάνει τη σωστή διάγνωση».

Η αναδιανομή δεν αρκεί

Για τον καθηγητή του MIT δεν αρκεί η αύξηση του κατώτατου μισθού ή της αναδιανομής του εισοδήματος (παρότι θεωρεί και τα δύο αναγκαία). «Χρειαζόμαστε μία πολύ πιο συνολική αναδιάρθρωση της αμερικανικής οικονομίας, και αυτό πρέπει να ξεκινήσει από το πώς χρησιμοποιούμε την τεχνολογία και ποιος την ελέγχει. Χωρίς μια τέτοια αναδιάρθρωση δεν θα δημιουργηθούν αρκετές καλές νέες θέσεις εργασίας, και αν δεν γίνει αυτό, η δυσαρέσκεια θα διατηρηθεί».

Πόσο σημαντικό εμπόδιο σε αυτήν την αναδιάρθρωση αποτελεί η αμερικανική οικονομική υπερ-ελίτ; Εχει εξελιχθεί σε απειλή για την αμερικανική Δημοκρατία; «Ναι, πιστεύω ότι όντως αποτελεί απειλή – με έναν κάπως σύνθετο τρόπο. Η κλασική μέθοδος είναι αυτή που περιγράφουμε με τον Τζέιμς Ρόμπινσον στο “Γιατί Αποτυγχάνουν τα Εθνη” σχετικά με τη Βενετία. Εκεί, είχαμε μία οικονομική ελίτ, η οποία στη συνέχεια απέκτησε πολιτική εξουσία και χρησιμοποίησε την εξουσία αυτή για να αποτρέψει άλλους από το να αποκτήσουν πρόσβαση στο Κοινοβούλιο ή στις επικερδείς οικονομικές δραστηριότητες χάρη στις οποίες είχε πλουτίσει. Η κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πιο περίπλοκη. Δεν έχουμε μία συνεκτική ελίτ, η οποία συνωμοτεί για να αποσύρει τη σκάλα ανέλιξης για τους υπόλοιπους, ή που είναι τόσο ισχυρή ώστε να μπορεί να κρατά την υπόλοιπη κοινωνία σε υποτακτική θέση. Αλλά έχουμε μία ελίτ που έχει απομονωθεί εντελώς από την κοινωνία, η οποία κατανοεί τον κόσμο αποκλειστικά μέσα από τη δική της οπτική και θεωρεί ότι αυτά τα επίπεδα ανισότητας είναι απολύτως δικαιολογημένα. Αν με ρωτούσατε πριν από 12 χρόνια από ποιον κινδυνεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα αναφερόμουν στην ελίτ του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εκείνοι θύμιζαν πολύ περισσότερο το παράδειγμα της Βενετίας – είχαν στα χέρια τους το χρήμα και τα μπράτσα τους γύρω από την πολιτική διαδικασία. Και κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση είδαμε την αποκρουστική αλήθεια του πόσο ισχυροί ήταν: χειραγώγησαν το σύστημα, απέφυγαν τις ευθύνες τους, διαμόρφωσαν όπως ήθελαν τη νομισματική πολιτική και την πολιτική για τη διάσωση των τραπεζών».

Σήμερα, όμως, σύμφωνα με τον σπουδαίο οικονομολόγο, η καρδιά του προβλήματος δεν βρίσκεται στη Wall Street. «Η μεγαλύτερη απειλή σήμερα είναι η ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ», λέει. «Είναι αυτή η νοοτροπία που βασίζεται στην άποψη ότι το σύστημα λειτουργεί, ότι οι ίδιοι είναι τόσο επιτυχημένοι γιατί είναι οι πιο έξυπνοι, ότι αυτοί πρέπει να καθορίσουν την πορεία της τεχνολογίας, χωρίς παρεμβάσεις από το κράτος, με την κοινωνία να ακολουθεί τον δρόμο που θα χαράξουν».

Οι παθογένειες των ΗΠΑ

Ο Ατζέμογλου έχει ασχοληθεί εις βάθος με τις παθογένειες της αμερικανικής οικονομίας που έχουν επιτρέψει στους τιτάνες της τεχνολογίας να κερδοσκοπούν ιλιγγιωδώς με επιχειρηματικά μοντέλα που βασίζονται ολοένα και περισσότερο στην αυτοματοποίηση και την αντικατάσταση της εργασίας από το κεφάλαιο (και ειδικά την πιο σύγχρονη εκδοχή του, την τεχνητή νοημοσύνη). 

Πώς πιστεύει ότι μπορεί να ανατραπεί αυτό το μοντέλο ανάπτυξης, που διευρύνει διαρκώς την ανισότητα και αποτελεί συνταγή για πολιτικούς εφιάλτες; Υπάρχουν πολιτικοί στη Δύση που δείχνουν έστω να κατανοούν το μέγεθος του προβλήματος;

«Να προλογίσω την απάντησή μου, κατ’ αρχάς, λέγοντας ότι δεν ξέρω όλες τις απαντήσεις, δεν ξέρω ακριβώς πώς θα γίνει αυτό (σ.σ. η ανατροπή του υφιστάμενου μοντέλου ανάπτυξης). Πρέπει όλοι μαζί να συνεργαστούμε για να βρούμε αυτές τις απαντήσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το επιτελείο του Μπάιντεν δεν ξέρει τις απαντήσεις· είναι ότι δεν θέτει καν τις σωστές ερωτήσεις. Το πρώτο βήμα λοιπόν είναι να τεθούν οι σωστές ερωτήσεις. Και μετά θα προκύψουν κάποιες πρώτες, προφανείς απαντήσεις. Το πρώτο –αλλά ελάσσον– βήμα είναι να λυγίσουμε τη δύναμη που διαθέτουν οι εταιρείες του Big Tech επί της κοινωνίας. Ηδη υπάρχει ένας αναβρασμός στην κοινωνία για αυτό».

Ενα δεύτερο, πιο σημαντικό βήμα, σύμφωνα με τον συνομιλητή της «Κ», είναι «να διευρύνουμε τις φωνές που καθορίζουν το μέλλον της τεχνολογίας. Πώς θα παίξει έναν ρόλο το κράτος στην ενθάρρυνση νέων τεχνολογιών, με την κατάλληλη μέριμνα για τις κοινωνικές τους συνέπειες;».

Η αφύπνιση του κράτους και της κοινωνίας σε σχέση με το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, είναι μία χρήσιμη αναλογία, λέει. Οπως και τότε, εξηγεί, αργήσαμε να παραδεχθούμε το πρόβλημα – υπήρχε ένα ισχυρό λόμπι που αρνείτο καν ότι υπήρχε. Η συνειδητοποίηση των καταστροφικών συνεπειών της ενεργειακής εξάρτησης στους υδρογονάνθρακες ήλθε σταδιακά, με αποτέλεσμα «οι κυβερνήσεις να αρχίσουν να αναλαμβάνουν δράση». Στη συνέχεια, για να είναι η δράση αυτή αποτελεσματική, «χρειαστήκαμε καλύτερες μεθόδους μέτρησης» για τη βλάβη που προκαλούσαν οι διαφορετικές δραστηριότητες.

«Σε αυτή την κατάσταση βρισκόμαστε και τώρα (σ.σ. σε σχέση με την ψηφιακή τεχνολογία). Χρειαζόμαστε κατ’ αρχάς μια αφύπνιση του κράτους και της κοινωνίας. Στη συνέχεια θα δούμε τις λεπτομέρειες, πώς π.χ. η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλό και όχι για κακό – σε οικονομικούς όρους για τη δημιουργία αντί για την καταστροφή θέσεων εργασίας, για την αύξηση της παραγωγικότητας, τον εμπλουτισμό της ζωής των εργαζομένων· αλλά και για τη βελτίωση της ποιότητας του πολιτικού διαλόγου, αντί για το μοντέλο του Facebook, για την ενίσχυση της ατομικής αυτονομίας, αντί της παρακολούθησης και της χειραγώγησης των χρηστών από κυβερνήσεις και εταιρείες κ.ο.κ.». 

Υπάρχουν ήδη άτομα και οργανώσεις που θέτουν αυτά τα ζητήματα, παραδέχεται, «αλλά μέχρι στιγμής παραμένουν στο περιθώριο».

Η Ευρώπη ως τρίτος πόλος

Ο Ατζέμογλου βλέπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση μία πρώτη σοβαρή απόπειρα να τεθούν αυτά τα όρια στην επιρροή των τεχνολογικών κολοσσών. «Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει υπάρξει προβληματική για πολλούς λόγους. Αλλά είναι στην εμπροσθοφυλακή όσον αφορά την κατανόηση, την αναγνώριση και την ανάληψη δράσης για τον έλεγχο της υπερβολικής ισχύος των τεχνολογικών κολοσσών». 

Μπορεί όμως η Ε.Ε. να επιδείξει την πολιτική βούληση και την πρακτική ικανότητα να αποτελέσει τον τρίτο πόλο στην ψηφιακή γεωπολιτική, έναντι του αμερικανικού μοντέλου της υπεροχής του ιδιωτικού τομέα και του κινεζικού μοντέλου, στο οποίο το κράτος έχει τον κεντρικό καθοδηγητικό ρόλο;
«Αγνωστο. Δεν θέλω να είμαι αφελώς αισιόδοξος. Αλλά στο θέμα των Big Tech οι Ευρωπαίοι έχουν τα σωστά ένστικτα. Ισως είναι κρυφή ευλογία το γεγονός ότι καμία από αυτές τις εταιρείες δεν είναι ευρωπαϊκή. Αν ήταν, ίσως οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές να καθίσταντο όμηροί τους σε κάποιο βαθμό. Παράλληλα, όμως, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι κανονισμοί της Ε.Ε. θα αποδειχθούν αποτελεσματικοί. Το GDPR, για παράδειγμα, που αφορά την προστασία της ιδιωτικότητας, είχε τις σωστές προτεραιότητες, αλλά δεν λειτούργησε. Και δεν ξέρουμε αν οι νέοι κανονισμοί (σ.σ. προτάθηκαν προ ημερών από την Κομισιόν) για τις ψηφιακές αγορές και τις ψηφιακές υπηρεσίες θα αποδειχθούν πιο αποτελεσματικοί».

Το βασικό πρόβλημα της Αγκυρας είναι πολιτικό και θεσμικό

Η συζήτηση στρέφεται στη γενέτειρά του, τις ευρωτουρκικές σχέσεις και τις προοπτικές της τουρκικής οικονομίας. «Η Ευρωπαϊκή Ενωση», εξηγεί, «δεν έχει τη δομή για να αντιμετωπίσει χώρες όπως η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα, γιατί τα συμφέροντα των μελών της απέναντί τους διαφέρουν σημαντικά». Η Γερμανία, παρατηρεί, εξακολουθεί να προτιμά το καρότο από το μαστίγιο στους χειρισμούς της απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν, κυρίως λόγω του ρόλου της Τουρκίας στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη.

Σε κάθε περίπτωση, τονίζει, «δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση θα λύσει τα προβλήματα της Τουρκίας. Τα προβλήματα αυτά είναι εσωτερικά και μόνο η ίδια η Τουρκία μπορεί να τα λύσει. Προσωπικά, επιχειρηματολογώ εδώ και περίπου μία δεκαετία ότι το βασικό πρόβλημα της χώρας είναι πολιτικό και θεσμικό. Η Τουρκία μπορεί να βελτιώσει τους οικονομικούς της θεσμούς μόνο αν διορθώσει τους πολιτικούς της θεσμούς».
Για τον Ατζέμογλου βρισκόμαστε στην «αρχή του τέλους» της μακράς περιόδου της ταχύρρυθμης αλλά μη βιώσιμης ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας, βασισμένης στον φθηνό δανεισμό και σε «ξένους επενδυτές που δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για το τι συμβαίνει στην Τουρκία και δεν είχαν και πολλές άλλες καλές επιλογές». 

Ο Ερντογάν, σημειώνει, «μπορούσε για όλο αυτό το διάστημα να αναβάλλει το αναπόφευκτο. Οι οικονομικές παθογένειες συσσωρεύονταν – και τώρα πλήττουν σφοδρότατα την τουρκική οικονομία. Ο νέος κορωνοϊός έχει χτυπήσει άσχημα τη χώρα, η ανεργία έχει αυξηθεί, ο κόσμος υποφέρει. Οι ισολογισμοί των εταιρειών και των τραπεζών βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση, τα ξένα κεφάλαια αυξανόμενα αποφεύγουν τη χώρα… Ολα αυτά συμβάλλουν σε μία πολύ δύσκολη κατάσταση και δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια εύκολη λύση. Πρέπει να υπάρξει μία πολύπλευρη προσέγγιση, με βελτίωση του νομικού πλαισίου και του επιχειρηματικού κλίματος, απόσυρση του κράτους και της πολιτικής επιρροής από τις επιχειρήσεις, περισσότερη διαφάνεια και καταπολέμηση της διαφθοράς. Αυτά, φυσικά, αφορούν τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα – πρέπει να συνδυαστούν με βραχυπρόθεσμα μέτρα που θα σταθεροποιήσουν τη μακροοικονομική εικόνα, θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στους εταιρικούς και τραπεζικούς ισολογισμούς, θα προσελκύσουν εκ νέου ξένα κεφάλαια κ.ο.κ.». Η Τουρκία, τονίζει, έχει σημαντικά προτερήματα: «νέο πληθυσμό, επιχειρηματικό πνεύμα, καλές διασυνδέσεις με ξένες εταιρείες σε κλάδους αιχμής, μεγάλη εσωτερική αγορά». Αυτό που χρειάζεται είναι να κάνει τις αναγκαίες αλλαγές στο θεσμικό της τοπίο για να τις αξιοποιήσει.  

Η δεσποτική Κίνα

Μία χώρα, πάντως, έχει χρησιμοποιήσει τη δική της εκδοχή του αυταρχικού κρατισμού για να μετατραπεί σε πανίσχυρο αντίπαλον δέος της Δύσης. Ανησυχεί μήπως η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης ευνοεί τον «Δεσποτικό Λεβιάθαν», κυρίαρχος εκπρόσωπος του οποίου σήμερα είναι η Κίνα; Αν ένα καθεστώς έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί κάθε πτυχή της ψηφιακής ζωής των πολιτών του, δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους χωρίς να χρειάζεται να τους δίνει φωνή; «Ανησυχώ πολύ γι’ αυτό, σε πολλά επίπεδα. Στις αρχές του 21ου αιώνα αρκετοί θεωρούσαν ότι η ψηφιακή τεχνολογία θα ενισχύσει τις τάσεις εκδημοκρατισμού. Τελικά όμως φαίνεται ότι ενισχύουν τα κράτη έναντι του ατόμου. Επιπλέον, η απόλυτη απουσία φραγμών στη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων στην Κίνα είναι ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα – πολλοί κορυφαίοι Αμερικανοί ερευνητές θα ήθελαν πολύ να συνεργαστούν με την κινεζική κυβέρνηση, αγνοώντας τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιδιωτικότητας. Παραμένω πεπεισμένος ότι ένα πλήρως δεσποτικό καθεστώς, ακόμα και ενισχυμένο από ωκεανούς δεδομένων, δεν είναι ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά (σ.σ. η κινεζική περίπτωση) έχει γίνει αρκετά πιο σύνθετη σε σχέση με το 2010-11, όταν γράφαμε το “Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη”».

H επόμενη μέρα της COVID

Ο Ντάρον Ατζέμογλου διστάζει να προβλέψει τι θα αφήσει πίσω της η πανδημία. «Η ελπίδα είναι ότι, επειδή επιδείνωσε πολλά από τα υφιστάμενα ρήγματα, θα μας οδηγήσει σε μία σοβαρή συζήτηση για το πώς θα οικοδομήσουμε μία καλύτερη δημοκρατία, ένα καλύτερο κράτος πρόνοιας. Στο επίκεντρο όλων αυτών πρέπει να βρεθεί η διαχείριση της τεχνολογίας. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που μπορούμε να ακολουθήσουμε: να συνεχίσουμε όπως πορευόμασταν· να ενδυναμώσουμε περαιτέρω τη λογική της Σίλικον Βάλεϊ, με περισσότερη αυτοματοποίηση, αύξηση της ανισότητας· ακόμα και να μιμηθούμε την Κίνα, καταπιέζοντας την ελευθερία του Τύπου και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Είμαστε σε μία κρίσιμη συγκυρία και η συλλογική δράση θα παίξει κρίσιμο ρόλο. Στις ΗΠΑ ίσως υπήρξαμε τυχεροί – το σοκ του Τραμπ μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει κάτι να κάνουμε. Η μη συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν μεγάλα προβλήματα είναι η ίδια ένα μεγάλο πρόβλημα».


Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

 Για να μην ξεχνιόμαστε…

Κωστής Κώστας

16.10.2020,



Μέσα στο κλίμα της αμετροέπειας που συνήθως χαρακτηρίζει τα πολιτικά μας πράγματα και της έντονα συναισθηματικής αντιμετώπισής τους, η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν θα πρέπει να μας κάνει να λησμονήσουμε κάτω από ποιες συνθήκες η οργάνωση αυτή έκανε την εμφάνισή της και ισχυροποιήθηκε, πώς μπόρεσε να κερδίσει τη νομιμοποίησή της μπαίνοντας στο Κοινοβούλιο και να συμμετέχει, από θέση εξαιρετικά προνομιακή, στον αντισυστημικό λόγο κατά των μνημονίων και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και φυσικά να ξεπεράσει κάθε όριο στη χρήση βίας εναντίον των ομάδων εκείνων που αισθανόταν ότι θα της προσέδιδε αίγλη χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Όπως συμβαίνει συνήθως, πολλοί διεκδικούν την πατρότητα ενός ευτυχούς γεγονότος, όπως η καταδίκη της Χρυσής Αυγής, κανένας τις ευθύνες των δυσάρεστων εξελίξεων, δηλαδή την άνοδό της.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Αντώνης Σαμαράς ως πρωθυπουργός ήταν εκείνος που είπε το «ως εδώ» και με υπουργό Δικαιοσύνης τον Νίκο Δένδια έκαναν την αποφασιστική κίνηση που οδήγησε τα μέλη της Χρυσής Αυγής στη φυλακή και στην πολιτική της διάλυση. Ως προς αυτό δικαιούται τα εύσημα που αντιστοιχούν στην επιλογή του. Ωστόσο, ο Αντώνης Σαμαράς έχει και τις ευθύνες του για τη γιγάντωση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής. Με τον αντιμνημονιακό του λόγο και τις απιθανότητες των περίφημων προγραμμάτων Ζάππειο 1 κ.λπ. δημιούργησε την εντύπωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, και μάλιστα θαυματουργές, που οι ξένοι δεν επέτρεπαν να υιοθετηθούν, και ότι οι έλληνες πολιτικοί που τα εφάρμοζαν ήταν πουλημένοι… Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον έδωσε την εντύπωση ότι τα μνημόνια ήταν κάτι το δαιμονικό και ότι αυτός μόνο είχε τη μαγική συνταγή για την αντιμετώπισή τους. Πράγμα που φυσικά τού κόστισε σε εκλογική ισχύ, αλλά δεν τον εμπόδισε να αναλάβει, τελικά, την πρωθυπουργία. Είχε όμως πετύχει να εδραιώσει σε ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων την πεποίθηση ότι υπήρχε μια θαυματουργή λύση στα οικονομικά προβλήματα, μια πεποίθηση πάνω στην οποία έχτισαν και ο ΣΥΡΙΖΑ και η Χρυσή Αυγή, αλλά και όλο το φάσμα της Ακρας Δεξιάς (ΛΑΟΣ και ΑΝΕΛ). Την ίδια στιγμή και μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η ανοχή που είχε κερδίσει η Χρυσή Αυγή ήταν κάτι περισσότερο από κραυγαλέα (να θυμίσω το φαινόμενο Μπαλτάκου;).

Ωστόσο η αντίληψη για τη δαιμονική φύση των μνημονίων και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έφτασε στα άκρα με τις ομάδες των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκοντας, με τη σειρά του, να αυξήσει την ισχύ του, έδωσε χείρα βοηθείας στους Χρυσαυγίτες – έτσι κι αλλιώς οι οπαδοί τους συναγελάζονταν στον ίδιο τόπο, την πλατεία Συντάγματος -, νομιμοποίησε τη λογική τους και την πρακτική τους και φυσικά έναν λόγο που θεωρούσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία υπεύθυνη για τα δεινά της χώρας. Εξάλλου η κυβερνητική συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με ένα ακροδεξιό κόμμα έδειχνε ότι ο πολιτικός λόγος και η πολιτική πρακτική δεν είχαν πλέον καμία σχέση μεταξύ τους και ότι η Άκρα Δεξιά και η Άκρα Αριστερά μπορούν μια χαρά να συναντηθούν και να συνεργαστούν…

Ο χώρος δεν μου επιτρέπει να συνεχίσω την αφήγηση όπως θα ήθελα, ωστόσο θα ήταν μεγάλο λάθος να σκεφτούμε ότι η Χρυσή Αυγή ήταν ένα φαινόμενο αποκομμένο από την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Αντιθέτως, πιστεύω ότι η ακροδεξιά εγκληματική οργάνωση, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, υπήρξε δημιούργημα αυτού του πολιτικού συστήματος: ενός συστήματος που αναπαράγεται με τις δικές του νόρμες και προς το δικό του συμφέρον, έχοντας δε λίγα να κάνει με τις πολιτικές αρχές που δήθεν πρεσβεύει το κάθε κόμμα και αδιαφορώντας για το κόστος που θα έχει για τη χώρα η αναζήτηση της εξουσίας.

Επομένως δυσκολεύομαι να πειστώ από τα λόγια των αρχηγών των κομμάτων εναντίον της Χρυσής Αυγής ότι πραγματικά έχουν συναίσθηση πού οδηγήθηκε η χώρα και πόσο εξευτελιστική ήταν για την εικόνα της – στην καλύτερη περίπτωση – η δράση ενός νεοναζιστικού κόμματος. Και μόνο η διάταξη της Βουλής που πρόσφατα βγήκε στην επιφάνεια με την περίπτωση Ζαρούλια ή τα όσα είπε ο Κοντονής για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα αρκούν για να δείξουν πόσους μικρούς κοινούς τόπους βρίσκουν τα κόμματα στην αναζήτηση του βολέματος, αλλά και της εξουσίας, συμβάλλοντας έτσι στην αποδυνάμωση της Δημοκρατίας. Γιατί μέσα από τις πρακτικές αυτές εμφανίζεται η εικόνα ενός πολιτικού συστήματος που αδίστακτα εργάζεται για λογαριασμό των παροικούντων αυτό και όχι προς όφελος της χώρας. Και αυτό ακριβώς αποτελεί τη βάση για τη γέννηση κομμάτων αντίστοιχης λογικής – και στα αριστερά και στα δεξιά – με τη Χρυσή  Αυγή, κομμάτων δηλαδή που αξιοποιούν την οργή και τον θυμό εκείνων που υποφέρουν. Και βέβαια η κοινωνική βάση είναι τέτοια και έχει διαπαιδαγωγηθεί με τέτοιον τρόπο που ακόμα και ένας Σώρας ή ένας Βελόπουλος μπορούν να αποκτήσουν πολιτική επιρροή. Γιατί όχι και η Χρυσή Αυγή που ήταν και πιο οργανωμένη;

Ας μη λησμονούμε λοιπόν ότι η Χρυσή Αυγή δεν ήταν ένα φαινόμενο που δημιουργήθηκε εν κενώ. Αντιθέτως, είναι σαφές ποιοι και πώς οδήγησαν στην άνοδό της, όπως επίσης στην πτώση της (οφείλουμε να το παραδεχθούμε). Δεν παύει όμως να είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε χάρη στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και έδρασε στο πλαίσιό του. Ας προσθέσω δε, τελειώνοντας, ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν έδειξε το θάρρος να αντιμετωπίσει το ίδιο το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, αλλά εναπόθεσε την αντιμετώπισή της στη Δικαιοσύνη. Δεν θα το έλεγε κανείς και γενναία στάση, στάση για την οποία μπορεί να υπερηφανεύεται.

Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020



Το ρήμα και οι αντωνυμίες

του Τίτου Πατρίκιου


“Αν κάτι μισούσαμε, ήταν οι μύθοι.
Λέγαμε πως θα τους γκρεμίσουμε θα τους εξαφανίσουμε
για πάντα. Εμείς άλλωστε είχαμε φτιάξει το ρήμα «απομυθοποιώ».
Πριν δεν υπήρχε στα λεξικά. (Τώρα, ποιοι είμαστε εμείς, νομίζω
πως ο αναγνώστης εύκολα το καταλαβαίνει. Κι έπειτα είναι πολύ
κοντινό με το οι δικοί μας. Αν χρειάζονται κάποιες χρονολογικές
διευκρινήσεις, ο αναγνώστης ας σκεφτεί τη δεκαετία του ’50, λίγο
και του ’60). Εμείς, λοιπόν, αναλύαμε απομυθοποιητικά την
πραγματικότητα και βρίσκαμε αλήθειες που θέλαμε να τις
γενικεύσουμε. Όταν όμως τα πράγματα μας αντιστέκονταν, εμείς
τροποποιούσαμε την εικόνα των πραγμάτων. Τις αλήθειες μας
ποτέ.
            Δεν είχαμε επίγνωση πως κατασκευάζαμε έτσι
καινούργιους μύθους. Τόσο πειστικούς, τόσο ανθεκτικούς,
ώστε αρκετοί άνθρωποι, σίγουροι κι αυτοί πως απομυθοποιούν
τα πράγματα, εξακολούθησαν να τους παίρνουν για πρωταρχικές
αλήθειες. Ακόμα περισσότερο, κατάγγελναν για συκοφάντη,
καταδίκαζαν για ιερόσυλο, όποιον κάτι καταλάβαινε για την                      
κατασκευή των μύθων κι αποκάλυπτε, έστω καθυστερημένα,
τι δική του συμβολή. Αλλά, στο κάτω-κάτω, είναι για τον
καθένα δύσκολο να δεχθεί πως πίστευε σε μύθους.
(Φαντάζομαι ο αναγνώστης να πρόσεξε ότι εδώ, τη θέση του
εμείς, την έχουν πάρει άλλες αντωνυμίες.)”

21-6-20  Βουρβουρού Χαλκιδικής

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020


Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΕΙΣΑΓΕΙ ΕΝΑΝ ΧΡΗΣΙΜΟ ΦΟΒΟ, ΤΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΜΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ
Ομότιμος καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο ΒΗΜΑ (26-4-2020)




Ποια εικόνα διαμορφώνει στον παγκόσμιο χάρτη η πανδημία του κορωνοϊού; Πως θα αντιδράσουν οι κοινωνίες μας,
«Εδώ και χρόνια, το κυρίαρχο πρότυπο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διαβρώνεται και αμφισβητείται, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ένα συνολικό ανατρεπτικό αφήγημα. Η ηγεμονία των ΗΠΑ έχει κλονιστεί, η ”Υπερδύναμη” παραιτείται από μόνη της, εφόσον κατεδαφίζει το διεθνές σκηνικό το οποίο η ίδια θεμελίωσε. Η πρόσφατη επίθεση του προέδρου Τραμπ στον Διεθνή Οργανισμό Υγείας είναι ενδεικτική. Ταυτοχρόνως, έχει αναδυθεί η οικονομική ισχύς της Κίνας, η οποία αρχίζει σταδιακά να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο. Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει εξαιρετικά πολυσύνθετα και διασυνδεδεμένα συστήματα τα οποία, πλέον, ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Φάνηκε ήδη με την οικονομική κρίση του 2008, προτού καταστεί εξόφθαλμα αντιληπτό με την τρέχουσα υγειονομική κρίση. Η διαχείριση των κρατικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το πρότυπο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους σε περίοδο κρίσης ή γενικότερα, όταν πρέπει να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες καταστάσεις. Τέλος, υφίστανται σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την επέκταση του δυτικού καταναλωτικού προτύπου σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Όλες αυτές οι εξελίξεις υπήρχαν και πριν από την πανδημία. Με την έκρηξη, όμως, της υγειονομικής κρίσης οι αντιφάσεις αποκαλύφθηκαν και προβλήθηκαν. Συγκλίνουν τώρα, ενισχύοντας το αίτημα της αλλαγής. Αυτή νομίζω ότι θα είναι η βασική αντίδραση των κοινωνιών μας μετά ιό. Ποιο θα είναι το νέο “παράδειγμα”; Ουδείς μπορεί να το καθορίσει. Θα προκύψει μέσα από συγκρούσεις και ανακατατάξεις σε μια προσεχή περίοδο δύο-τριών ετών, η οποία θα χαρακτηρίζεται από αστάθεια».

Αλλάζει όμως λέτε η γεωπολιτική σύνθεση των «δυνατών»; Ποιες θα είναι οι νέες δυνάμεις τα επόμενα χρόνια και ποιο είναι το πολιτικό παιχνίδι που στήνεται τώρα στην παγκόσμια σκακιέρα;
«Η γεωπολιτική σύνθεση των «δυνατών» είχε ήδη αλλάξει πριν από την υγειονομική κρίση. Ο κόσμος όπως διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1990 δεν υπάρχει πλέον. Η κόπωση των ΗΠΑ, η διαφοροποίηση του Ηνωμένου Βασιλείου από το ευρωπαϊκό σχέδιο και βέβαια, η άνοδος της Κίνας και των άλλων δυνάμεων διαμορφώνουν ένα πολυπολικό διεθνές πλαίσιο, πολύ μακριά από τον μονοπολικό κόσμο ο οποίος προέκυψε στο τέλος του Ψυχρού πολέμου. Η υγειονομική κρίση κατέστησε τις εξελίξεις αυτές ορατές. Ταυτοχρόνως, λειτουργεί και ως καταλύτης για την ανάδυση των νέων μορφών της παγκόσμιας οργάνωσης. Ο Μαρξ θεωρεί ότι “η βία είναι η μαμή της Ιστορίας”. Η υγειονομική κρίση λειτουργεί όπως η βία. Δεν δημιουργεί από μόνη της νέες καταστάσεις, εκμαιεύει τις κυοφορούμενες. Είναι προφανές ότι ο μονοπολικός ενοποιημένος και αμερικανοκίνητος κόσμος τελειώνει.
Τι θα τον διαδεχθεί; Ένας νέος διπολισμός, δηλαδή ένα στρατόπεδο υπό κινεζική ηγεμονία και μια αντικινεζική συμμαχία με κύριο πυρήνα την Ευρώπη και την Αμερική; Δεν φαίνεται πιθανό και βέβαια, δεν είναι καθόλου επιθυμητό. Μια άλλη εναλλακτική είναι να διαμορφωθούν μεγάλα περιφερειακά σύνολα, με κριτήριο τη γεωγραφία και τον πολιτισμό. Αντί για την ενιαία παγκοσμιοποίηση, η διαχείριση της οποίας έχει καταστεί προβληματική, θα οδηγηθούμε στην πολλαπλή παγκοσμιοποίηση. Σε αυτή την προοπτική, το ευρωπαϊκό σχέδιο μπορεί να αναζωογονηθεί».

Πως κρίνετε τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν εντός της ΕΕ στη διάρκεια της κρίσης;
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε όπως και η υπόλοιπη ανθρωπότητα. Καθώς οι δομές αλληλεγγύης ήσαν πολύ λιγότερο ανεπτυγμένες από τις οικονομικές, απεδείχθη ανίκανη να παρέμβει στον υγειονομικό τομέα. Μένει να αποδειχθεί αν, τουλάχιστον, θα κατορθώσει να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά στην επακόλουθη οικονομική κρίση.
Η διπλή κρίση, υγειονομική και κατόπιν οικονομική, εισάγει την ΕΕ σε μια φάση περιδίνησης, η οποία θα αποκαλύψει τα νέα γεωπολιτικά διακυβεύματα. Μπορεί να υπάρξει χωρίς την αμερικανική καθοδήγηση και ενθάρρυνση; Μήπως οι επικείμενοι μεγάλοι γεωπολιτικοί μετασχηματισμοί προσφέρουν νέα πνοή στο ευρωπαϊκό σχέδιο; Αν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί, προς τα πού θα στραφεί η Ευρώπη; Υφίστανται δυο πόλοι έλξης: Η Ρωσία και η Αφρική. Ανάλογα με την επιλογή της, θα καθοριστεί και ο νέος χαρακτήρας της: περισσότερο κεντρο-ευρωπαϊκός, δηλαδή κυρίως γερμανικός ή μεσογειακός, δηλαδή κυρίως γαλλικός. Βγαίνουμε πλέον από τη μακρά «διαχειριστική» περίοδο της Ευρωπαϊκής οικοδόμησης για να επανέλθουμε στη «μεγάλη πολιτική», δηλαδή τη Γεωπολιτική με όλους τους κινδύνους της».

Βλέπετε χώρες να αναδεικνύονται με βάση την υγειονομική τους εγρήγορση και το πώς αντέδρασαν στην κρίση;
«Η υγειονομική εγρήγορση είναι, βέβαια, συνάρτηση των υλικών και πνευματικών δεδομένων της κάθε κοινωνίας. Έχει, όμως, μεγάλη σχέση και με την πολιτική συγκυρία, τη σύμπτωση. Αν η Ελλάδα αντέδρασε τόσο καίρια και αποτελεσματικά, είναι συνέπεια της ωριμότητας την οποία απέκτησε ο ελληνικός λαός μέσα από την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε τι θα είχε συμβεί αν ο κορονοϊός είχε εμφανιστεί πέντε χρόνια νωρίτερα. Αντιθέτως, η γείτων Τουρκία συναντήθηκε με τον κορονοϊό σε στιγμή πολιτικής παρακμής, γεωπολιτικών αποτυχιών και οικονομικών αδιεξόδων. Για τους λόγους αυτούς αντιμετωπίζει πολύ σοβαρούς κινδύνους ως προς τις ζωτικές της ισορροπίες και αποτελεί παράγοντα κινδύνου και για εμάς.
Η υγειονομική εγρήγορση αποτελεί, επομένως, ασφαλή ένδειξη της γενικότερης κατάστασης μιας κοινωνίας. Οι χώρες οι οποίες αντέδρασαν σωστά και εγκαίρως είναι φυσικό να αναβαθμίζονται ως προς την εικόνα τους».

 Για την Ελλάδα ποιες ισορροπίες διαμορφώνονται;
«Μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, η διεθνής κοινή γνώμη αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα και δυσπιστία τη νέα κυβέρνηση. Στο εξωτερικό, η επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας εν πολλοίς εμφανίστηκε ως επιστροφή στην εξουσία ενός πολιτικού κατεστημένου, υπεύθυνου για την χρεοκοπία της Ελλάδας. Όταν έγινε αντιληπτό ότι η νέα κυβέρνηση δεν απειλεί με την πολιτική της τις ευρωπαϊκές οικονομικές ισορροπίες, ακολούθησε μια φάση αδιαφορίας. Κουρασμένη η διεθνής και η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη από τη δεκαετή συνεχή επικέντρωση της στην Ελλάδα, απέστρεψε το ενδιαφέρον της. Αφού πλέον δεν προκαλεί ζημίες, δεν χρειάζεται περαιτέρω ενασχόληση. Η υγειονομική κρίση και η διαχείριση της από την ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε μια τρίτη φάση. Η Ελλάδα προβάλλεται σήμερα ως υπόδειγμα. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης έχει επανέλθει, θετικά αυτή τη φορά.
Η κρίση του κορωνοϊού αποδεικνύεται έτσι, μια ευκαιρία για την ελληνική ήπια δύναμη. Μολονότι αναμφιβόλως προβλέπονται σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, αυτές σχετίζονται με τη σύνθεση της ελληνικής οικονομίας και όχι, όπως στο παρελθόν, με την ελληνική αβελτηρία. Το τείχος της δυσπιστίας και της επιφυλακτικότητας έχει διαρραγεί. Πρόκειται για τεράστια πρόοδο, με αποφασιστική σημασία. Αντί για “ηθικός κίνδυνος”, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χώρα η οποία έχει αποδείξει την αξία της. Επομένως μπορεί να επωφεληθεί από την κοινοτική αλληλεγγύη, χωρίς να υπάρχει φόβος να λειτουργήσει η βοήθεια αυτή ως αρνητικό προηγούμενο. Η προβολή, μάλιστα, της ελληνικής πολιτικής στον ψηφιακό τομέα κατά την κρίση μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της επικοινωνιακή πολιτικής».

Μήπως όμως τελικά ο ιός του φόβου είναι ο επόμενος μεγάλος αντίπαλός μας;
«Ο φόβος είναι βέβαια αντίπαλος, γιατί συχνά παραλύει τη δράση. Όμως, τις περασμένες δεκαετίες, το πρόβλημα στις δυτικές κοινωνίες ήταν, αντιθέτως, η πεποίθηση ότι η τεχνολογία και η οργάνωση μας εξασφάλιζαν από κάθε απειλή. Αυτή η α-φοβία οδήγησε σε σοβαρές υλικές ζημίες και κυρίως, σε ηθικές παρεκτροπές. Η κρίση του κορωνοϊού εισάγει ένα χρήσιμο στοιχείο φόβου, δηλαδή τη συναίσθηση των ορίων μας».  

Τι σας κάνουν να σκέφτεστε σε φιλοσοφικό επίπεδο οι τελευταίες εβδομάδες; Έχουν κάποιο κοινό οι πανδημίες που έπληξαν την ανθρωπότητα;
«Οι πανδημίες απετέλεσαν κατ’ επανάληψη τον καταλύτη για κοσμοϊστορικές αλλαγές. Η ανάδυση του σύγχρονου κράτους στη Δύση δεν είναι άσχετη με την επιδημία πανώλης τον 14ο αιώνα. Η πολεοδομία και οι σοσιαλιστικές ιδέες γεννήθηκαν στην Ευρώπη της βιομηχανικής επανάστασης, μετά τις σαρωτικές επιδημίες οι οποίες οφείλονταν στις άθλιες βιοτικές συνθήκες των προλεταρίων. Με την τρέχουσα υγειονομική κρίση βιώνουμε μια μεγάλη ιστορική καμπή, ανάλογη με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019


ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΤΟΥΡΚΙΑΣ-ΛΙΒΥΗΣ και η ΕΛΛΑΔΑ

Μεθοδικά και προκλητικά η Τουρκία προέβη σε μια μονομερή ενέργεια κατοχύρωσης των διεκδικήσεων της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο με στόχο την ανακήρυξη αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) με τη Λιβύη, που θα δημιουργήσει σε μια επόμενη φάση έναν θαλάσσιο άξονα μεταξύ των δύο χωρών διαγράφοντας από τον χάρτη τη μισή Κρήτη και νησιά του Νοτίου Αιγαίου. Έτσι η Ελλάδα θα αποκλείεται από οριοθέτηση τόσο με την Αίγυπτο όσο και με τη Λιβύη.
Η Τουρκία έχει μεταλλαχθεί από κεμαλική-κοσμική σε νεοοθωμανική χώρα, με επιθετικές ηγεμονικές βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή. Ανοίγει συνεχώς μέτωπα επέκτασης της επιρροής της, με τελευταίο το μνημόνιο με τη Λιβύη, στα πλαίσια του θεωρήματος “περί Γαλάζιας Πατρίδας”.
Αυτή η νέα κατάσταση στην περιοχή πυροδοτεί ποικίλες αντιδράσεις στη χώρα, θέτοντας σε δοκιμασία τις πολιτικές με τις οποίες αντιμετωπίζουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αναγκαζόμαστε εκ των πραγμάτων να επεξεργαστούμε μια νέα εθνική στρατηγική. Όμως προϋπόθεση είναι να λύσουμε τη χρόνια αντίφαση μας: από τη μια υπάρχει η αναγνώριση ότι οι διεκδικήσεις μας δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με πολεμικά μέσα ενώ από την άλλη συνεχώς επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο, όμως αποφεύγουμε διπλωματικές πρωτοβουλίες με πιθανή κατάληξη τη διεθνή δικαιοσύνη για την επίλυση των διαφορών μας. Γιατί  κατά βάθος γνωρίζουμε ότι η παραπομπή των διαφορών σε διεθνή δικαιοδοσία δεν θα είναι 100% υπέρ μας. Κι αυτήν την πραγματικότητα το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία είναι ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν. Να αναλάβουν δηλαδή το κόστος ενός συμβιβασμού.
Σ’ αυτήν όμως την κρίσιμη καμπή, οι μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας στην περιοχή  επιβάλουν  η Ελλάδα να υπερασπιστεί και να κατοχυρώσει δικαιώματα που προκύπτουν από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, και ενός συνόλου κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις, μέσω μιας πολυδιάστατης-ενεργητικής διπλωματίας.

Αναδημοσιεύω ένα άρθρο του Χρήστου Ροζάκη(*) έναν από τους εγκυρότερους γνώστες του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας (Montego Bay 1982), καθώς παρουσιάζει με ενάργεια τα προβλήματα αλλά και τις δυνατότητες που προκύπτουν εξ αυτών.


Σ. Τ.  22-12-19 

Το μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης και τα ελληνικά νησιά

ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ  9/12/19

Η νέα ενέργεια της Τουρκίας να υπογράψει μνημόνιο με τη Λιβύη έρχεται να προστεθεί στις συνεχείς και επαναλαμβανόμενες προκλήσεις της του τελευταίου καιρού, που ως αποτέλεσμα έχουν φέρει την Ελλάδα στη δύσκολη θέση να προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει για τα αυτονόητα. Σε αυτή την πρόσφατη κίνηση έρχεται να προστεθεί και ο χάρτης που παρουσίασε ο πρέσβης κ. Τσαγατάι Ερτζίγες, φυσικά με την πλήρη συναίνεση της πολιτικής ηγεσίας, και ο οποίος επεκτείνει τα όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο ήμισυ της Ανατολικής Μεσογείου, που σημαίνει ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος δικαιούνται αντίστοιχο μερίδιο αυτής της θαλάσσιας ζώνης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μεν Ελλάδα έχει νησιά στην περιοχή, η δε Κύπρος, ως νησιωτικό κράτος, έχει αυξημένη επιρροή στο θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Όλα αυτά παραβιάζουν κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο. Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, στο άρθρο 121, όλα τα νησιά, με εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας βράχων, δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), και υφαλοκρηπίδας. Ως γνωστόν, η Σύμβαση δεσμεύει τους πάντες, μέρη και μη μέρη. Και τα μεν μέρη τα δεσμεύει λόγω της συναίνεσής τους να την επικυρώσουν και προσχωρήσουν σε αυτήν, τα δε τρίτα κράτη, όσα δεν την έχουν επικυρώσει, διά μέσου του αντίστοιχου εθιμικού δικαίου, που είτε προϋπήρχε, είτε η ευρεία συμμετοχή κρατών σε αυτήν κινητοποίησε τη μεταβολή τους από συμβατική δέσμευση σε εθιμική δέσμευση.


Το ζήτημα δεν είναι συνεπώς κατά πόσον η Τουρκία δεσμεύεται από το άρθρο 121 (παρά το γεγονός ότι αρνείται κατηγορηματικά να επικυρώσει τη Σύμβαση), αλλά κατά πόσον τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ. Και στο σημείο αυτό η διεθνής νομολογία έχει εξειδικεύσει το άρθρο 121, με το να κάνει μερικές προσαρμογές στον γενικό κανόνα του. Πράγματι, με γνώμονα ορισμένα κριτήρια (μέγεθος του νησιού, τοποθεσία στην οποία βρίσκεται στον χώρο της οριοθέτησης), η νομολογία αποδίδει στα νησιά μια απόλυτη ή σχετική επήρεια, η οποία και προσδιορίζει το ποσοστό που το νησί δικαιούται ή δεν δικαιούται υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού μπορεί να ταυτιστεί με αυτήν του ηπειρωτικού εδάφους. Δηλαδή να απολαμβάνει πλήρους επήρειας, όπως συμβαίνει με τις ηπειρωτικές ακτές.

Το Διεθνές Δικαστήριο προσφέρει μια ποικιλία από λύσεις, που εξαρτώνται από τα κριτήρια που προαναφέραμε. Στην υπόθεση, λ.χ., Τυνησίας κατά Λιβύης, αφομοίωσε τα τηνυσιακά νησιά Κερκενά με το ηπειρωτικό έδαφος, χωρίς να τους δώσει ξεχωριστή επήρεια, επειδή αυτά βρίσκονταν πολύ κοντά στο έδαφος της Τυνησίας. Στην περίπτωση της Λιβύης κατά Μάλτας το Δικαστήριο έσυρε μια οριοθετική γραμμή βορειότερα της μέσης γραμμής, δίνοντας μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας στη Λιβύη, επειδή έκρινε ότι οι λιβυκές ακτές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες από αυτές της Μάλτας, και κατά συνέπεια, η Λιβύη έπρεπε να απολαύσει μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας.    

Για την περίπτωση των ελληνικών νησιών που έχουν τις ανατολικές ακτές μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο, τι θα έλεγε το Δικαστήριο; Νομίζω ότι οι ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης δικαιολογούν, λόγω της έκτασής τους, μια προβολή στην Ανατολική Μεσόγειο που να αποδίδει στην Ελλάδα υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δεν πρόκειται εδώ για πολύ μικρά νησιά, με περιορισμένες ακτές, κοντά στο ηπειρωτικό έδαφος της μιας ή της άλλης χώρας, που θα δικαιολογούσαν αγνόησή τους, κατά την οριοθέτηση, και συνεπώς απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων που αποδίδονται από το άρθρο 121 της Σύμβασης. Επιφυλάσσομαι στο να διατυπώσω την άποψη μιας πλήρους επήρειας, γιατί αυτό είναι και συνάρτηση των αντίστοιχων παρακείμενων ακτών της γείτονος. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αν λάβουμε υπόψη ότι η Τουρκία με το πρόσφατο μνημόνιο και τον δημοσιοποιημένο χάρτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην Ελλάδα για διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ περιορίζοντάς την στη στενή ζώνη της αιγιαλίτιδας των 6 ν. μιλίων.

Απέναντι σε αυτήν την ακραία συμπεριφορά τι όπλα έχει η Ελλάδα για να την αντιμετωπίσει; Οπως έχει τονιστεί επανειλημμένως, το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο είναι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Χρήσιμο είναι, προτού προσφύγουμε σε αυτήν, να επιχειρήσουμε επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ούτως ώστε να πετύχουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, ορισμένα θετικά αποτελέσματα από αυτές, και να διασκεδάσουμε τους φόβους της Τουρκίας ως προς την αναγκαιότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Ακολούθως, θα πρέπει να ξεκινήσουμε διμερείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνυποσχετικού, και κατάθεση, από κοινού, της προσφυγής.

Πάντως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η τρέχουσα κατάσταση του ψυχρού πολέμου, γιατί εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτης ανάφλεξης, ενός θερμού επεισοδίου τις φλόγες του οποίου δεν πρόκειται να κατασβέσουν, όπως έκαναν στο παρελθόν, οι φίλιες δυνάμεις.

(*) Ο Χρήστος Ροζάκης έχει διατελέσει πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου. Έχει διατελέσει επίσης για μικρό διάστημα, υφυπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 1996. Συγγραφέας πολλών βιβλίων. Μεταξύ αυτών “Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ και το ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ”, εκδόσεις Παπαζήση 2013.

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2019


ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ  2019

Διεργασίες και τάσεις   




Η τελευταία δεκαετία, στον απόηχο μιας πολυδιάστατης κρίσης, που ξεκίνησε ως οικονομική και αναζωπυρώθηκε ως προσφυγική, έχει επιφέρει πολλές αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη της Ευρώπης.
Σήμερα η ΕΕ, εξήντα χρόνια μετά τη δημιουργία της (1958-2018), βιώνει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση. Από τη μία πλευρά οι εθνολαϊκιστικές δυνάμεις που εκφράζουν μια εθνοκρατική αναδίπλωση, με ευρωσκεπτικιστική ρητορική και με ξενοφοβικό λόγο (στη δεξιά εκδοχή τους) κι από την άλλη οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Ο εθνολαϊκισμός (δεξιός και αριστερός), ως απότοκο και αντίρροπο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, μετά και την εκλογή του Τραμπ, έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, ενώ αποτελεί ήδη ένα απειλητικό γεγονός στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Την τελευταία δεκαετία, η παρουσία των εθνολαϊκιστικών κομμάτων διπλασιάστηκε στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια, τα ποσοστά τους στις εθνικές εκλογές παρουσιάζουν ανοδική τάση, με τελευταίο επεισόδιο, την εκλογή μιας ακροδεξιάς-εθνολαϊκιστικής κυβέρνησης στην Ιταλία. Η οποία όμως είναι ήδη αντιμέτωπη ως κυβέρνηση, με τις συνέπειες από την ακύρωση των προεκλογικών της εξαγγελιών.

Η άνοδος κυρίως του ακροδεξιού εθνολαικισμού και η παράλληλη πτώση των κομμάτων  που αποτέλεσαν τους πυλώνες της μεταπολεμικής Ευρώπης πιστοποιούν την κρίση των παραδοσιακών πολιτικών. Κεντροδεξιά και κεντροαριστερά υπό την πίεση των οικονομικών ανισορροπιών της παγκοσμιοποίησης και του προσφυγικού, βλέπουν την ισχύ τους να μειώνεται και αναζητούν νέες πολιτικές ταυτότητες και συμμαχίες, με τάσεις επιστροφής στις ιδεολογικοπολιτικές ρίζες τους.  

Γερμανία και Γαλλία αν και έχουν αναβαθμίσει την διμερή συνεργασία τους με τη πρόσφατη συνθήκη του Άαχεν, δεν έχουν κοινή στάση για το πλαίσιο και τη δυναμική της απαιτούμενης μεταρρύθμισης της ΕΕ. Έτσι οι-ως τώρα-μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε. δεν είναι ανάλογες  της κρίσης της.
Επιπλέον και οι δυο χώρες αντιμετωπίζουν πρωτοφανή εσωτερικά προβλήματα: η Γερμανία με την κρίση των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού και η Γαλλία, καθώς το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αναγκάζει τον Μακρόν σε ένα μακρύ διάλογο, για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τη γαλλική κοινωνία. 

Απέναντι στις δυνάμεις του ακροδεξιού εθνολαϊκισμού, που ήδη αναζητούν κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές, η Ευρώπη αντιτάσσει τη δυναμική του Μακρόν ο οποίος έχει (αυτο)αναγορευθεί ως ο ντε φάκτο ηγέτης του στρατοπέδου των υπέρμαχων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η πρόσφατη συμφωνία του Μακρόν και του Φέρχοφσταντ ο οποίος προΐσταται της ευρωομάδας (Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη ALDE), αλλά και του Ολλανδού πρωθυπουργού  Μαρκ Ρούτε (μέλος του ALDE) για τη δημιουργία ενός φιλοευρωπαϊκού μετώπου, και κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές, φιλοδοξεί να αλλάξει τον πολιτικό χάρτη του ευρωκοινοβουλίου, δημιουργώντας “τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο”. 

Στην άλλη πλευρά οι δυνάμεις του ακροδεξιού εθνολαϊκισμού κινούνται επίσης προς τη δημιουργία μιας κοινής ομάδας στο ευρωκοινοβούλιο. Λεπέν και Σαλβίνι πρωτοστατούν στη δημιουργία του "Μετώπου Ελευθερίας", "κατά της παγκοσμιοποίησης και υπέρ της επιστροφής στα κράτη μέλη της εξουσίας-που έχει εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες". Άλλωστε ανήκουν στην ίδια ευρωομάδα. Μαζί τους συνασπίζονται το αυστριακό “Κόμμα Ελευθερίας” του Αντικαγκελάριου Στράχε, το γερμανικό ακροδεξιό AfD (που εκπροσωπείται πλέον σε παγγερμανικό επίπεδο),  το ολλανδικό αντιμεταναστευτικό κόμμα του Βίλντρες και άλλοι….
Ενώ στο μέτωπο (Σαλβίνι-Λεπέν) παίζεται και η συμμετοχή του Ούγγρου Πρωθυπουργού  Όρμπαν, το κόμμα του οποίου (Fidesz) συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) με 12 ευρωβουλευτές. Όμως το αυταρχικό και αντιμεταναστευτικό καθεστώς που έχει επιβάλει ο Όρμπαν, προβληματίζει το ΕΛΚ, αν θα πρέπει να συνεχίζει να συμμετέχει ως μέλος του.
Πάντως  (Σαλβίνι και Λεπέν) αλλάζουν τη στάση τους απέναντι στην ΕΕ. Από τη ρητορική της διάλυσης της ΕΕ, ζητούν-εκ των έσω αλλαγές-για να την μετατρέψουν σε μία “Ένωση των Ευρωπαϊκών Εθνών”. Επίσης εθνικοί έξοδοι  από την Ευρωζώνη ή από την ΕΕ τύπου Brexit  δεν  προτάσσονται στην προεκλογική τους ατζέντα. Το χάος που προκαλεί το Brexit, μειώνει τον αριθμό των πολιτών που επιθυμούν έξοδο από την ΕΕ, υποχρεώνοντας σε αναθεώρηση τις όποιες αποσχιστικές τάσεις.

Οι δύο μεγαλύτερες πολιτικές ομάδες, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP/ΕΛΚ) και η Ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D/Σ+Δ) αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της  μεγάλης πτώσης των ποσοστών τους. Μέχρι τώρα κατείχαν την απόλυτη πλειοψηφία και μοιράζονταν τις θέσεις στα ευρωπαϊκά όργανα. Αυτός ήταν ο κανόνας. Ωστόσο, από μια πιθανή πτώση των δυνάμεων τους, μπορεί να απαιτηθεί η σύμπραξη με άλλες φιλοευρωπαϊκές ευρωομάδες, για τις απαιτούμενες πλειοψηφίες, οπότε θα προκύψουν-αναγκαστικά-νέοι συσχετισμοί στα ενωσιακά όργανα.

Ιδιαίτερα για την Ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν είναι καθόλου αισιόδοξα. Εκτός από την Ιβηρική όπου οι Σοσιαλιστές κρατούν δυνάμεις, παντού βρίσκονται σε πτώση. Στη Γερμανία το SPD έχει υποστεί τη μεγαλύτερη πτώση ποσοστών του μεταπολεμικά, στη Γαλλία οι Σοσιαλιστές αντιμετωπίζουν υπαρξιακό πρόβλημα. Στην Ιταλία το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα είναι αποδυναμωμένο, ενώ σε πτωτική πορεία είναι και τα σοσιαλδημοκρατικά σκανδιναβικά κόμματα. Είναι το λεγόμενο πρόβλημα Pasokification (εξ αιτίας της πρώτης και μεγάλης πτώσης του ΠΑΣΟΚ στην EE). Επιπλέον το Brexit, αν τελικά συμβεί, θα στερήσει από τους (S&D) την ισχυρή παρουσία των Βρετανών Εργατικών (20 έδρες στις ευρωεκλογές του 2014).
Η τάση “αριστερού επαναπροσδιορισμού” της Σοσιαλδημοκρατίας, αποτέλεσμα της ευρείας κρίσης που διέρχεται, οδηγούν-αν και σε ένα πρώιμο στάδιο ακόμη-σε αναζήτηση νέων πολιτικών. Αλλά και νέων συμμαχιών καθώς  ήδη διαφαίνονται οσμώσεις με την Αριστερά και την Οικολογία.

Στο χώρο της ευρωπαϊκής Αριστεράς υπάρχουν επίσης εμφανείς μετασχηματισμοί. Η ευρωπαϊκή Αριστερά εκφράζεται στον Ευρωκοινοβούλιο μέσω της ευρωομάδας ”Ευρωπαϊκή Αριστερά/Αριστερά των Πρασίνων των Βόρειων Χωρών”. Στις ευρωεκλογές του 2014, το τμήμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, η λεγόμενη ριζοσπαστική Αριστερά, ήταν σε άνοδο και εξέφρασε πανευρωπαϊκά μια αριστερά που ήταν σε κρίση ταυτότητας και εκπροσώπησης.
ΣΎΡΙΖΑ, PODEMOS, το αριστερό μπλόκο στην Πορτογαλία, ακόμη και οι Βρετανοί Εργατικοί του Κόρμπιν, συνέθεσαν μια ανερχόμενη ευρωσκεπτικιστική δύναμη ενάντια “στις κυρίαρχες ελίτ  και τις πολιτικές της λιτότητας”, με τον Τσίπρα υποψήφιο για την  προεδρία της Κομισιόν το 2014.
Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, η υποχώρηση της (ριζοσπαστικής) αριστεράς-σε πανευρωπαϊκό επίπεδο-είναι γεγονός. Ο ευρωσκεπτικιστικός λόγος της, έχει υποσταλεί. Τη σημαία πλέον του ευρωσκεπτικισμού σηκώνουν τα ακροδεξιά εθνολαϊκιστικά κόμματα, στην ευρωπαϊκή ήπειρο. 
Η ριζοσπαστική Aριστερά (μετά και τη στροφή του ΣΎΡΙΖΑ προς την Ευρώπη), περιορίζεται πλέον σε ένα ρόλο εντός του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και όχι απέναντι του. Με κύριο στόχο την αντιμετώπιση του ακροδεξιού κινδύνου σε συστράτευση με τις φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις.

Τα οικολογικά κόμματα έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν δυναμικό παρόν, στην κεντρική Ευρώπη (όπου και κυρίως υπάρχουν), σε περιοχές και χώρες όπως η Βαυαρία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, ενώ είναι τεράστια η δημοσκοπική τους άνοδο σε παγγερμανικό επίπεδο. Στο  νέο μετεκλογικό τοπίο, η παρουσία τους μπορεί να ενισχύσει καθοριστικά τις φιλοευρωπαϊκές συμμαχίες.

Στον δικό μας μικρόκοσμο, σε εξέλιξη βρίσκεται μια συζήτηση αναφορικά με τη σχέση των ευρωσοσιαλιστών με τον Σύριζα, ο οποίος μετέχει ως παρατηρητής στην ευρωσοσιαλιστική ομάδα από το 2016. Η αναζήτηση μιας νέας σχέσης των ευρωσοσιαλιστών με την ευρωπαϊκή Αριστερά, χρησιμοποιείται από τον Σύριζα, ως απόδειξη της σοσιαλδημοκρατικής στροφής του, όμως δεν είναι παρά μια ακόμη απόπειρα πολιτικού χαμαιλεοντισμού.

Εκατό ημέρες πριν τις ευρωεκλογές, στη χώρα μας, απουσιάζει ένας δημόσιος διάλογος για το παρόν και το μέλλον της ΕΕ, όταν όλα συνομολογούν ότι αυτές οι ευρωεκλογές  θα είναι οι κρισιμότερες όλων.
Κι όπως όλα δείχνουν, κάθε προσπάθεια θα επισκιαστεί  από τον έντονο κομματικό ανταγωνισμό, μπροστά στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, ιδιαίτερα αν οι ευρωεκλογές συμπέσουν με τις βουλευτικές.


ΤΡΥΨΑΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ   26-2-2019