“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ: Για την κατανόηση και την πολιτική αποτίμηση ενός φαινομένου




Το πρόσφατο πολιτικό Βατερλό της Χρυσής Αυγής (Χ.Α.) είναι ένα ακόμα επεισόδιο στην μακρά ιστορία των πολιτικών αποτυχιών του ακροδεξιού χώρου. Ενός καθόλα υπαρκτού πολιτικού χώρου στην Ελλάδα με την δική του διαδρομή και πορεία που μας «χάρισε», στην νεότερη Ελληνική ιστορία, αρκετά πραξικοπήματα και δικτατορίες και μια διαρκή, σε συνθήκες ομαλότητας, παρακρατική παρουσία.
Πριν την Χ.Α. ήταν το ΛΑΟΣ και πριν από αυτόν η «4η Αυγούστου», η ΕΠΕΝ και αρκετές μικρότερες οργανώσεις. Ένας χώρος ολόκληρος με προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό (Στρατό κύρια και Αστυνομία) αλλά και στην Εκκλησία και στα λαϊκά στρώματα των αστικών κέντρων (γεγονός που τον φέρνει διαρκώς αντιμέτωπο με το ΚΚΕ, για λόγους πολιτικής επιρροής, πέραν βέβαια του ιδεολογικού).

Ο χώρος της ακροδεξιάς είναι πολυκερματισμένος με ιστορικές διαμάχες που διαιωνίζονται κι αναπαράγονται στο εσωτερικό του επί πολλές δεκαετίες. Είναι ένας έντονα ιδεολογικοποιημένος χώρος με πολύ χαμηλό επίπεδο πολιτικής συγκρότησης. Στην ουσία αδυνατεί να ασκήσει πολιτική. Ζει στον κόσμο του ή μάλλον στον υπόκοσμό του, στην περιθωριακότητά του. Όλη η παρουσία του είναι μια επίφαση πολιτικής.
Η είσοδος μιας ακροδεξιάς οργάνωσης στην κεντρική πολιτική σκηνή, με τα σημερινά δεδομένα, δεν μπορεί παρά να γίνει εντελώς συμπτωματικά., για λόγους καθαρά συγκυριακούς. Δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ορισμένης πορείας πολιτικής ανάπτυξης. Αυτό ακριβώς συνέβη με τον ΛΑΟΣ και την Χρυσή Αυγή.
Βασικό πολιτικό πρόβλημα που έμμεσα πλην σαφώς αιωρείται στο χώρο και απαιτεί πάντα συγκεκριμένη απάντηση είναι η σχέση της πολιτικής με την παρακρατική δραστηριότητα. Και εδώ θα δούμε ότι έχουν δοθεί κατά καιρούς διάφορες απαντήσεις.
Το ιδεολογικό πλαίσιο σε γενικές γραμμές είναι ορισμένο, αν και επιδέχεται πολλές διαφορετικές διατυπώσεις. Σταθερά στοιχεία αναφοράς παραμένουν ο εθνικισμός και ο ρατσισμός που όμως κάθε φορά τους δίνεται διαφορετικό νόημα (π.χ το Πασοκικής προέλευσης σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», που αποτελεί το κεντρικό σύνθημα της Χ.Α. δεν θα το υιοθετούσε ποτέ η 4η Αυγούστου ή τον ρατσισμό απέναντι κύρια στους Πακιστανούς).
Εκεί που κρίνονται όμως τα ακροδεξιά εγχειρήματα είναι στο χώρο της πολιτικής τον οποίο και δεν κατέχουν. Αγνοούν ότι οι όροι του πολιτικού παιχνιδιού είναι πολύ σκληροί και αδυσώπητοι ειδικά για αυτούς που τους παραβλέπουν ή τους αγνοούν. Ότι στην πολιτική η απόσταση ανάμεσα στην επιτυχία και την καταστροφή είναι εξαιρετικά μικρή. Και ότι από τη μια μέρα στην άλλη μπορεί να βρεθούν στο επίκεντρο αλλά και στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.

Το υπόστρωμα υπάρχει

Η ανάδειξη της Χ.Α. σε παράγοντα της πολιτικής ζωής οφείλεται σε δύο πράγματα. Σε ένα διαχρονικό και μόνιμο και ένα συγκυριακό.
Το πρώτο αφορά το λεγόμενο φαινόμενο της πολιτικής βίας στην Ελλάδα που είναι διάχυτο και εκτεταμένο. Το τελευταίο βιβλίο του Δ. Ψυχογιού «Η πολιτική βία στην Ελληνική κοινωνία» αποκαλύπτει την τεράστια διάσταση του φαινομένου.
Στην ουσία δεν υπάρχει κοινωνική και πολιτική δραστηριότητα από κόμματα, συνδικάτα, ομάδες πολιτών που να μην εμπεριέχει το στοιχείο της βίας.
Το υπόστρωμα επόμενα υπάρχει. Και θα συνεχίσει να υπάρχει και να χαρακτηρίζει την καθημερινότητά μας. Γιατί προϋπήρχε της κρίσης και θα υπάρχει μετά από αυτήν, σαν αυτόνομο πολιτικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει τον πολιτικό μας πολιτισμό.
Στην Ελληνική κοινωνία έχει επικρατήσει μια ορισμένη μορφή πολιτικής αντιπαράθεσης και μάλιστα με «προοδευτικό» πρόσημο.
Υπάρχει μια πολύ μεγάλη εξοικείωση με πλήθος βίαιες πρακτικές: Με τον επιθετικό και εμπρηστικό λόγο που εκφέρεται καθημερινά από πολιτικούς, συνδικαλιστές και δημοσιογράφους καθώς και με τα επεισόδια σε κάθε συγκέντρωση, με τις καταλήψεις κάθε μορφής, με τις επιθέσεις σε καταστήματα και τράπεζες, με την καταστροφή σχολικών κτιρίων και δημόσιων χώρων, με αποκλεισμούς δρόμων, με το Καλλιγούλιο «θέαμα» των φλεγόμενων μολότωφ, με καθημερινές πρακτικές βίαιης διεκδίκησης συμφερόντων από όλες ανεξαίρετα τις κοινωνικές ομάδες.
Η Ελληνική κοινωνία δεν διαθέτει (ακόμα) θεσμικούς όρους άσκησης πολιτικής και δεν διακατέχεται από την νοοτροπία της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Οι δύο αυτοί παράγοντες αφήνουν πεδίο λαμπρόν για την ανάπτυξη της πολιτικής βίας.
Πάνω σε αυτό το έδαφος μπορεί να ευδοκιμήσει εύκολα μια πολιτική προσπάθεια που να υιοθετεί ανοιχτά τη βία και να την μετουσιώνει σε απόλυτη και ολοκληρωτική ιδέα. Μια τέτοια προσπάθεια έκφρασε η Χ.Α.
Αλλά στην ανάδειξή της συνέβαλαν και λόγοι συγκυρίας.

Οι πολιτικές προεκτάσεις
μιας επιφανειακής και λαθεμένης ανάγνωσης της κρίσης

Συνέβη και αυτό: Κατανοήθηκε η κρίση σαν κρίση διαφθοράς του πολιτικού κόσμου. Πιο συγκεκριμένα του παλιού δικομματισμού(ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ.). Κι όχι σαν κρίση του συγκεκριμένου μοντέλου ανάπτυξης (που από τη φύση του εξέτρεφε και φαινόμενα εκτεταμένης διαφθοράς και πολύ πέραν του πολιτικού κόσμου όπως αποκαλύπτεται καθημερινά).
 Για τις κοινωνίες που περνούν ξαφνικά σε συνθήκες οικονομικής κρίσης έχει πολύ μεγάλη σημασία να γνωρίζουμε πως αποτυπώνεται το γεγονός αυτό στην συνείδησή τους. Τι εμπειρικά αποκομίζουν από μία τέτοια ανατροπή των υλικών όρων της ζωής τους. Που αποδίδουν τις ευθύνες «για το κατάντημα». Αυτό καθορίζει και όλη την μετέπειτα συμπεριφορά τους.
Η Ελληνική κοινωνία απέδωσε τις ευθύνες για την οικονομική κρίση στον δικομματισμό. Αυτό δεν το έκανε αμέσως αλλά σταδιακά. Μέχρι τον Νοέμβρη του 2011 απλά σημειώνονταν μια μείωση της δύναμης του ΠΑΣΟΚ γύρω στο 10%. Η μεγάλη αλλαγή των συσχετισμών ξεκινά από τις αρχές του 2012 και κορυφώνεται στις διπλές εκλογές του Μάη του ίδιου χρόνου.
Σε όλο αυτό το διάστημα έχουμε την ανάπτυξη ενός απορριπτικού φαινόμενου στην πιο καθαρή του μορφή δηλ. χωρίς καμιά θετική αναφορά. Οι αρνητικές ψήφοι ενάντια στο ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. κατευθύνονται προς τρία κόμματα: Τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Ανεξάρτητους Έλληνες και την Χρυσή Αυγή.
Όπως οι ψήφοι που πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστεροί έτσι και της Χ.Α. δεν είναι φασιστικοί. Είναι αρνητικοί ψήφοι, και στις δύο περιπτώσεις, ενάντια στην Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, ψήφοι καταδίκης του παλιού δικομματισμού (κάτι δηλ. εφήμερο και επιφανειακό, αλλά ταυτόχρονα και δύσκολα αντιστρέψιμο όσο το φαινόμενο της απορρριπτικότητας συνεχίζει να υπάρχει).
Με αυτή την έννοια η Χ.Α. δεν είναι ο κόσμος που την ψήφισε. Και δεν την ψήφισαν παρά ελάχιστοι για αυτό που είναι (όπως και τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ).

Τι είναι η Χρυσή Αυγή.
Ποιες οι προοπτικές της

Η Χρυσή Αυγή είναι μια κλειστή οργάνωση με αναφορά στην νεοναζιστική ιδεολογία (με έναν ιδιαίτερο δικό της τρόπο) και προσανατολισμένη κύρια στην εγκληματική δράση.
Τα χαρακτηριστικά αυτά (μόνιμα καθώς φαίνεται) αποκλείουν την μετατροπή της σε μαζικό κόμμα. Όσο υψηλά ποσοστά κι αν της δίνουν οι δημοσκοπήσεις.
Ο κλειστός χαρακτήρας του κόμματος, οι συνωμοτικές του δομές και η ανοιχτή εγκληματική του δράση περιόριζαν από μόνα τους την λειτουργία της Χ.Α. στο επίπεδο μιας παρακρατικής οργάνωσης, το καθήλωναν εκεί. Αυτό έρχονταν ευθέως σε αντίθεση με την πολιτική της ανάδειξη, μέσα στην συγκεκριμένη συγκυρία, σε τρίτο κόμμα στο Ελληνικό κοινοβούλιο.
Η Χρυσή Αυγή μπορούμε να πούμε ότι στο χώρο της διεθνούς άκρας δεξιάς αποτελεί μια μοναδικότητα. Είναι η μόνη οργάνωση που θέλησε να αναπτυχθεί ταυτόχρονα σαν κοινοβουλευτικό κόμμα και εγκληματική οργάνωση.
Παντού αυτά είναι διαχωρισμένα. Ο συγκερασμός αυτών των δύο είναι αδύνατος. Ή θα ήταν η Χρυσή Αυγή πολιτικό κόμμα καθόλα νόμιμο και κοινοβουλευτικό ή εγκληματική οργάνωση. Και τα δύο ήταν αδύνατον.
Εγκληματικές οργανώσεις όπως η Μαφία στην Ιταλία έχουν αποφύγει χρόνια τώρα την άμεση δική τους ανάμειξη στην πολιτική. Ενώ όλα τα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη (και του Λεπέν πρώτα από όλα στην Γαλλία) που έχουν κοινοβουλευτική παρουσία, παραμένουν αυστηρά προσηλωμένα στην νόμιμη λειτουργία τους, και μάλιστα σαν συστημικά πολιτικά κόμματα.
Υπήρξε λοιπόν στην σύλληψη του εγχειρήματος μια τεράστια αφέλεια και πλάνη. Πολιτικά είπαμε οι Χρυσαυγίτες έχουν πολύ μικρή σχέση με την πολιτική. Αυτή είναι και η μεγάλη τους αδυναμία (αυτή ήταν και του Καρατζαφέρη που δεν κατάλαβε πώς πολιτικά καταστράφηκε μέσα σε ένα μήνα). Γενικά ο ακροδεξιός χώρος στην Ελλάδα έχει πολύ χαμηλή πολιτική ανάπτυξη. Πως αλλιώς θα μπορούσε να πιστέψει ότι στην σημερινή, υπό Ευρωπαϊκή εποπτεία Ελλάδα, τα πάντα ήταν αλώσιμα; Και το κοινοβούλιο και η κοινωνική ζωή των Ελλήνων;
Τα εγχείρημα λοιπόν ήταν προεξοφλημένο και αργά ή γρήγορα θα έμπαινε σε κρίση. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κυριαρχήσει ένα τέτοιας μορφής ακροδεξιό φαινόμενο στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας. Δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Και ειδικά από εδώ και πέρα.

Με την πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα πολύ δύσκολα (πλέον) μπορεί να συνεχίσει να παίζει κανείς (βλέπε και προηγούμενο κείμενο).

Οι πολιτικές δομές της Ελλάδας, όπως ανασυγκροτούνται εν μέσω κρίσης, και με Ευρωπαϊκή εποπτεία, δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουν αποσταθεροποιητικούς ρόλους σε οργανώσεις τύπου Χρυσής Αυγής (άσχετα αν μπορούν ή όχι αυτές οι οργανώσεις να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο). Ούτε σε αυτές μπορεί να της δοθεί η ευκαιρία να «εξαχθούν», όπως ήταν μέχρι χθες, στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο..
Αλλά ούτε το υπό ανασυγκρότηση Ελληνικό Κράτος (το οποίο βρίσκεται και αυτό κάτω από μια διαδικασία αυστηρά εποπτευόμενη) μπορεί να επιτρέψει την λειτουργία παράλληλων παρακρατικών μηχανισμών τέτοιας μορφής και έκτασης.
Το εγχείρημα της Χ.Α., μέσα σε αυτές τις συνθήκες ήταν προδικασμένο σε αποτυχία και ήταν θέμα χρόνου η ανάληψη μιας προσπάθειας για την περιστολή του.
Επέζησε όσο επέζησε γιατί συνέπεσε με μια τεράστια κρίση του Ελληνικού πολιτικού συστήματος και εξίσου τεράστια κρίση του Κράτους. Αυτό είναι το κύριο (και αυτό τουλάχιστον έπρεπε να είχε αναδείξει η αριστερά με την μακρόχρονη παράδοση θεωρητικών αναλύσεων περί κρίσεων του πολιτικού εποικοδομήματος, του Κράτους κλπ.)
Από κει και πέρα υπήρξαν διάφοροι παράγοντες, που συνέβαλαν ο καθένας με τον τρόπο του στην αναβολή της λήψης κάποιων μέτρων, όπως π.χ. οι εκτιμήσεις για ξεφούσκωμα της Χ.Α. και υποχώρηση του φαινόμενου όπως και οι τοποθετήσεις για πολιτική μόνο αντιμετώπιση του προβλήματος (αυτές κύρια από την αριστερά).
Αυτά όμως απέχουν πολύ από το να μιλάμε εκ των υστέρων για συνειδητές συγκαλύψεις και ανοχές. Σαν τέτοιες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ούτε και οι τοποθετήσεις στελεχών της Ν.Δ. για πολιτική παρέμβαση στην εκλογική βάση της Χ.Α. (Κρανιδιώτης, Πολύδωρας κλπ.). Αυτή η κατηγορία μπορεί να απευθυνθεί μόνο στα «σταγονίδια» και τους θύλακες της Χ.Α. που υπήρξαν και έδρασαν όλο αυτό το διάστημα στην αστυνομία.

Αλλά η υπόθεση της πολιτικής σταθερότητας δεν περιορίζεται μόνο στον ακροδεξιό χώρο. Επεκτείνεται προς τις επίσημες δομές του Κράτους (Αστυνομία, Στρατός, Εκκλησία) αλλά και τον Κρατικό συνδικαλισμό (τον μόνο υπαρκτό συνδικαλισμό στην Ελλάδα).
Ήδη η «κάθαρση» στην αστυνομία και το Στρατό προχωρούν. Ενώ οι ιεράρχες έχουν εγκαταλείψει αναφανδόν τα από άμβωνος πολιτικά κηρύγματα (άλλο «αμαρτωλό» καθεστώς κι αυτό) υπέρ της Χ.Α.
Μένει οι κρατικοί συνδικαλιστές να αντιληφθούν ότι οι πολιτικές απεργίες, χωρίς ιεραρχημένα και εφικτά συνδικαλιστικά αιτήματα, εμπίπτουν, από δω και πέρα, στην κατηγορία αποσταθεροποιητικών ενεργειών.

Η θεωρία των δύο άκρων, που τόσο επίμονα και πεισματικά προβάλλεται, εκπέμπει μήνυμα προσαρμογής και προς άλλες κατευθύνσεις και ειδικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Το θέμα είναι πολιτικό και ο ΣΥΡΙΖΑ ευθέως καλείται να επανεκτιμήσει τα νέα πολιτικά δεδομένα καθώς δεν είναι καθόλου άσχετος με φαινόμενα πολιτικής βίας που εκπορεύονται από τον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης (με παλιούς όρους) εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και ταλαιπωρούν χρόνια τώρα αυτόν τον τόπο. Η εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ να αρνείται την ύπαρξη της άκρας αριστεράς και των πολιτικών πρακτικών της (των τόσο γνωστών) τον αφήνει έκθετο ηθικά και τον καθιστά ευάλωτο πολιτικά.
Στο εσωτερικό του βέβαια υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις που αμφισβητούν και αρνούνται κάθε είδους προσαρμογές (βλέπε τελευταία τοποθέτηση Λαφαζάνη στην «Ισκρα»). Για αυτές υπάρχει πεδίον επίδειξης «απειθαρχίας» λαμπρόν μπροστά τους (χωρίς το ΚΚΕ βέβαια). Δεν έχουν παρά να δοκιμάσουν.
Το βέβαιο είναι ότι τα πράγματα στην αριστερά θα περιπλεχθούν κι άλλο, καθώς ήταν περιπλεγμένα κι από την αρχή (καθώς στον ΣΥΡΙΖΑ έλαβε μέρος μια απλή συστέγαση συνιστωσών και καμιά ουσιαστική διεργασία ενοποίησης τάσεων). Κι ο χώρος είναι εντελώς ανέτοιμος για οποιουσδήποτε διαχωρισμούς και διασπάσεις.
Πολλά θα κριθούν από τις επιλογές Τσίπρα καθώς ήδη διαφαίνεται καθαρά ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ διευρύνει σταθερά την απόστασή του από την εξουσία και το κενό δεν θα μείνει για καιρό ανοιχτό.

Όσο για την Χρυσή Αυγή, και το τμήμα της που θα διασωθεί, το δίλημμα από δω και πέρα είναι καθαρό: πολιτική ή εγκληματική οργάνωση; Η το ένα ή το άλλο. Όχι πλέον και τα δυο. Φεύγουμε από το κοινοβούλιο, κρατάμε τα τάγματα εφόδου και περνάμε στην παρανομία, με ότι ρίσκο συνεπάγεται κάτι τέτοιο, ή διαλύουμε τα τάγματα και περιοριζόμαστε σε μια νόμιμη λειτουργία πολιτικού κόμματος;
Προς το παρόν η ηγεσία της Χ.Α. φαίνεται να ερωτοτροπεί με το πρώτο. Θα δούμε τελικά τι θα επιλέξει. Καθώς παρά τα επιφαινόμενα αποτελεί από κάθε άποψη και την πιο ευάλωτη οργάνωση. Την πιο εύκολα διαβρώσιμη και αντιμετωπίσιμη. Ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα. Πολύ αμφιβάλλουμε ακόμα αν μπορούν να συλλάβουν τα διλήμματα που τους θέτει η ζωή. Και άρα αν είναι σε θέση να δώσουν κάποια πολιτική απάντηση.

Δια ταύτα

Τα ομαδικά πυρά εναντίον της Χρυσής Αυγής, όπως εκτοξεύονται σήμερα από όλα τα μέσα, δεν συνιστούν καμιά αντιφασιστική αφύπνιση. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες. Όπως δεν συνιστούσε η υψηλή εκλογική καταγραφή της, ένα χρόνο τώρα, κανενός είδους ξαφνική ανάδυση κάποιου μαζικού ακροδεξιού φαινόμενου στην Ελλάδα. Το εξηγήσαμε αυτό παραπάνω. Ήταν η αρνητική (τιμωρητική) ψήφος προς τα δύο κόμματα εξουσίας που ανέδειξε το φαινόμενο της Χ.Α. (όπως και του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΕΛ.).
Αλλά, να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει πάντα το υπέδαφος της πολιτικής βίας στην Ελλάδα που ευνοεί την γρήγορη ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων.

Μια ουσιαστική αντιμετώπιση λοιπόν των ακραίων φαινομένων στην πολιτική μας ζωή συνεπάγεται πρώτα από όλα μια μακρά και επίπονη προσπάθεια πολιτικής αντιμετώπισης του προβλήματος της πολιτικής βίας στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα γενικό θέμα που αφορά όλη την κοινωνία. Και δεν αντιμετωπίζεται με ηθικού τύπου κηρύγματα αλλά με την πρακτική εισαγωγή άλλων κανόνων πολιτικής συμπεριφοράς και την αναβάθμιση της λειτουργίας των θεσμών. Κι αυτό από δω και πέρα μέλλει να αποτελέσει ένα σημαντικό πεδίο πολιτικής παρέμβασης για όσους αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να πάρουν τις αποστάσεις τους από τις κατακτημένες «προοδευτικές» νοοτροπίες και πρακτικές που αναπαρήγαγαν την πολιτική βία στην Ελλάδα χρόνια τώρα.

Μια δεύτερη αντιμετώπιση των ακραίων πολιτικών φαινομένων αφορά την ολική ανασκευή της ερμηνείας της κρίσης. Το πρόβλημα της διαφθοράς είναι υπαρκτό και έχει τριτοκοσμικές διαστάσεις. Και οπωσδήποτε χρήζει άμεσης και αποφασιστικής αντιμετώπισης. Αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να στρέψουμε την προσοχή του κόσμου στα πραγματικά αίτια της κρίσης.
«Αυτό που έριξε το καράβι στα βράχια» δεν ήταν η διαφθορά, αλλά το μοντέλο της μεταπολιτευτικής ανάπτυξης. Και αυτό πρέπει να αλλάξει ριζικά.
Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας το αναχρονιστικό καθεστώς της Κρατικής οικονομίας (που μας βόλευε σίγουρα όλους) και να αποσυνδέσουμε το ύψος των εισοδημάτων και της κατανάλωσης από τον δανεισμό.
Να προχωρήσουμε σε όσο το δυνατόν πιο γρήγορη προσαρμογή της Ελληνικής οικονομίας στα διεθνή δεδομένα (άνοιγμα αγορών, αύξηση παραγωγικότητας ανταγωνιστικότητας, ξένες επενδύσεις, καινοτομία κλπ). Καμιά σύγχρονη οικονομία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτά.

Στο πολιτικό επίπεδο: πρέπει να θέσουμε στο επίκεντρο το απορριπτικό φαινόμενο. Όσο δεν περιορίζεται δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή πολιτικών συσχετισμών.
Ο περιορισμός του απορριπτικού φαινόμενου μπορεί να γίνει μέσα από την ανάδειξη των βαθύτερων αιτίων της κρίσης.
ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. διαχειρίστηκαν ένα μοντέλο. Μέσα σε αυτό κινήθηκαν. Αυτή είναι η ευθύνη τους.
Αλλά, να αναγνωρίσουμε, ότι σε μια άλλη κατεύθυνση δεν ήταν κανείς.
Ούτε η Ελληνική κοινωνία ούτε πολύ περισσότερο κάποιος πολιτικός χώρος (ειδικά από την αριστερά). Αντίθετα μάλιστα. Υπήρχε μια συνδυασμένη πίεση για μεγαλύτερη επέκταση του κράτους και για μεγαλύτερη αύξηση των εισοδημάτων.
Κανείς δεν αντέδρασε, σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης, στο ότι όλα αυτά δεν συνιστούσαν παραγωγική ανάπτυξη, ότι αύξαναν το χρέος, ότι υποθήκευαν το μέλλον της χώρας, ότι γίνονταν με δανεικά.

Συνυπευθυνότητα οπωσδήποτε όλων στην κρίση (όχι στην χυδαία της έκδοση «μαζί τα φάγαμε» που αναφέρεται στη διαφθορά και δεν αφορά βέβαια όλους). Συνυπευθυνότητα στην στρατηγική που ακολουθήθηκε, στο οικονομικό μοντέλο που ίσχυσε.
Η αυτογνωσία αυτή συνιστά το πρώτο βήμα για την έξοδο από την εύκολη απορριπτικότητα.
Το πρώτο βήμα για μια χειραφετημένη πολιτική συμπεριφορά.
Το δεύτερο αφορά την υποστήριξη των μεγάλων αλλαγών που χρειάζεται η χώρα. Όπου θα πρέπει να υπάρξουν μελετημένα προγράμματα που να προβλέπουν μια άλλου τύπου ανάπτυξη.
Η κοινωνία πρέπει να πεισθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι προς το συμφέρον της.
Ότι δυνατότητα επιστροφής στο παλιό καθεστώς δεν υπάρχει.
Ότι οι αλλαγές σε όλα τα μέτωπα, της πολιτικής, της οικονομίας, του κράτους, της παιδείας, της υγείας, της ασφάλειας, είναι επιβεβλημένες να προχωρήσουν όχι επειδή τις θέλει η Τρόϊκα αλλά επειδή τις έχει ανάγκη ο τόπος.

Όλοι όσοι επωφελήθηκαν και συνεχίζουν να επωφελούνται από το απορριπτικό φαινόμενο προσπαθούν να το συντηρήσουν.
Αποφεύγουν να αναφερθούν στα πραγματικά αίτια της κρίσης.
Δαιμονοποιούν τον ξένο παράγοντα.
Περιορίζονται σε διαπιστώσεις γύρω από την δύσκολη καθημερινότητα των Ελλήνων.
Εμπορεύονται πολιτικά την οικονομική δυστυχία και προτρέπουν σε ανατροπές χωρίς προορισμό.

Είναι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι. Όπου και αν ανήκουν. Σε κόμματα ή σε Μέσα.

Το εγχείρημα της μεταστροφής του κλίματος μέσα στην Ελληνική κοινωνία είναι ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα που παίζεται αυτή και την επόμενη περίοδο, σε όλα τα επίπεδα. Από αυτό θα κριθεί, σε μεγάλο βαθμό η επιζητούμενη διέξοδος.
Γιατί χωρίς συμμετοχή της Ελληνικής κοινωνίας οποιαδήποτε αλλαγή (με μόνη την επιμονή της Τρόϊκας) είναι αδύνατο να μπορέσει να ολοκληρωθεί.
 

Μήλιος Χρήστος
                                                                                                                                                                                  3-10-2013

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ελλάδα φθινόπωρο 2013: Από αδύναμος κρίκος της Ε.Ε. Σταθεροποιητικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή.






Έχει ο καιρός γυρίσματα.
Είναι γεγονός πλέον ότι από όλα τα δυτικά κέντρα ισχύος έχει τεθεί επί τάπητος και επανεξετάζεται το μέλλον της χώρας μας.
Το ταξίδι Σαμαρά στις ΗΠΑ το επιβεβαιώνει πλήρως.
Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ε.Ε. αντιμετωπίζουν πλέον τη χώρα μας με καθαρά γεωστρατηγικά κριτήρια.
Δεν παραβλέπουν το οικονομικό. Το εντάσσουν σε μια προοπτική ενίσχυσης του σταθεροποιητικού ρόλου της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο.
Με αυτή την έννοια το οικονομικό αποκτά προτεραιότητα και κατεπείγοντα χαρακτήρα γεγονός που ευνοεί οπωσδήποτε τη χώρα μας ενώ ταυτόχρονα, με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται, μας εισάγει σε αχαρτογράφητα βαθιά νερά στην έως τώρα ασκούμενη εξωτερική μας πολιτική.

Η ανασυγκρότηση της Ελληνικής οικονομίας εν πολλοίς δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει το γνωστό Ευρωπαϊκό πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης (δηλ. τα μνημόνια).
Μπορεί όμως να γίνουν έκτακτες παρεμβάσεις που είτε να αφορούν το ύψος του χρέους (ένα νέο κούρεμα; επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής; μείωση επιτοκίων;) είτε τις ξένες επενδύσεις, είτε ακόμα κάποια οικονομική βοήθεια ή ένα νέο δάνειο.
Στα παραπάνω ζητήματα, χωρίς να έχουν ληφθεί ακόμα αποφάσεις, επικεντρώνεται το ενδιαφέρον του Ευρωπαϊκού και Αμερικάνικου παράγοντα.
Οι αντιρρήσεις των ΗΠΑ στην περιοριστική πολιτική της Ε,Ε, δεν αφορούν άμεσα το Ελληνικό πρόβλημα. Είναι διαφωνίες που έχουν να κάνουν με αντικρουόμενες πολιτικές και συμφέροντα ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε. και θα κριθούν σε αυτό το επίπεδο. Η Ελληνική πλευρά δεν έχει να περιμένει τίποτα στο άμεσο μέλλον από την έκβαση αυτών των διαφωνιών. Από αυτή την άποψη είναι υποχρεωμένη να παραμείνει επικεντρωμένη στην υλοποίηση του ισχύοντος προγράμματος και να μην τρέφει διάφορες φρούδες ελπίδες για ανατροπές κι αναθεωρήσεις πολιτικών κι άλλα τέτοια.
Σε μας μπορεί να ηχεί καλύτερα η Αμερικάνικη προτροπή για αναθεώρηση της λιτότητας αλλά πόση σχέση μπορεί να έχει αυτή με μια ουσιαστική αντιμετώπιση της Ελληνικής κρίσης;

Το πραγματικό δίλημμα για μας πιο είναι; Αν θα ακολουθήσουμε περιοριστική ή επεκτατική πολιτική; Πέρα από το ότι δεν το αποφασίζουμε εμείς, δεν αποτελεί αυτό και το πραγματικό μας δίλημμα. Το δίλημμα δεν είναι αν θα αυξήσουμε τη ζήτηση με περιορισμό της λιτότητας δηλ με αυξήσεις σε μισθούς – συντάξεις αλλά αν θα μπορέσουμε να αυξήσουμε την απασχόληση.
Το πρόβλημα της Ελληνικής οικονομίας δεν είναι κυκλικό (κατά την Κεϋνσιανή ορολογία). Αλλά διαρθρωτικό (άνοιγμα της οικονομίας, απελευθέρωση των αγορών, προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τόνωση του ανταγωνισμού κλπ. ). Και όποια μέτρα τόνωσης της ζήτησης κι αν παρθούν, χωρίς τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές, δεν αρκούν. Χρειάζεται ίσως να γίνουν διάφοροι συνδυασμοί πολιτικών. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο θα πρέπει να απαλλαγούμε από τις απλοϊκές Κεϋνσιανές συνταγές που άκριτα παρουσιάζονται σαν η μόνη «αριστερή» απάντηση σε κάθε κρίση. Οι δημαγωγίες ενάντια στη λιτότητα σε αυτή τη φάση το μόνο που υπηρετούν είναι τον λαϊκισμό των κομμάτων της αντιπολίτευσης και σε καμιά περίπτωση την ουσιαστική αντιμετώπιση της κρίσης.

Η σταθεροποίηση της Ελληνικής οικονομίας προϋποθέτει οπωσδήποτε την πολιτική σταθερότητα.
Η πολιτική σταθερότητα εξαρτάται πάντα από τις εναλλακτικές λύσεις που διαθέτει ή όχι το εκάστοτε πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα που προέκυψε από τις εκλογές της άνοιξης του 2012 δυστυχώς δεν προσφέρει καμιά εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κυβέρνηση της αριστεράς είναι εντελώς αβάσιμη. Αλλά και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ σαν προϊόν ιδιαίτερων συνθηκών δεν αποτελεί μια σταθερή παράμετρο του νέου πολιτικού συστήματος. Όσο θα υποχωρεί ο θυμός και η οργή της κοινωνίας ενάντια στο ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ. τόσο θα δοκιμάζονται οι αντοχές του. Εν τω μεταξύ υπάρχει το κενό της κεντροαριστεράς που αδυνατεί, όπως φαίνεται, να το καλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και η ΔΗΜΑΡ.
Ο άξονας των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα εκ των πραγμάτων έχει μετατεθεί, για το επόμενο διάστημα, στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο. Εκεί θα κριθεί και η υπόθεση της πολιτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Εκεί βέβαια τα πράγματα είναι εξαιρετικά πολύπλοκα και οποιαδήποτε ανασυγκρότηση θα πάρει χρόνο, αλλά ο αυτοπεριορισμός του ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο της Αριστεράς, αφήνει το πεδίο των όποιων διεργασιών στο χώρο αυτόν ελεύθερο και δεν υπάρχει κανένας λόγος για βεβιασμένες πρωτοβουλίες και ενέργειες. Με αυτή την έννοια το πολιτικό σκηνικό θα παραμείνει για αρκετό καιρό αδιαμόρφωτο και ρευστό και ταυτόχρονα σταθερό κι αμετάβλητο ελλείψει άλλης κυβερνητικής εκδοχής.

Είναι γεγονός ότι οι εμφυλιοπολεμικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή εντείνονται. Μετά τη Συρία, που έχει εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο χωρίς τέλος, ένα παρόμοιο σκηνικό εμφυλίου βρίσκεται σε εξέλιξη και στην Αίγυπτο, ενώ και η Τουρκία πρέπει να θεωρείται, στην μετα-Ερντογάν εποχή, υποψήφια για κάτι ανάλογο.
Το αίτημα για εκσυγχρονισμό στον αραβικό κόσμο και στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου προσκρούει στα, εγκατεστημένα εδώ και χρόνια, στρατοκρατικά καθεστώτα και στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Η «αραβική άνοιξη», που είχε καθαρά αντικαθεστωτικό χαρακτήρα, «καπελώθηκε» σε πρώτη φάση από το οργανωμένο Ισλάμ. Αλλά είναι ένα κίνημα με μέλλον και θα επιμείνει στους στόχους του. Από την άλλη το Ισλάμ δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με την ιδέα ενός πολιτισμικού εκδυτικισμού και άρα το μέλλον αυτών των κοινωνιών όποιο και νάναι θα κριθεί αναγκαστικά μέσα από μακρόχρονους εμφύλιους πολέμους που μπορεί να παίρνουν διάφορες μορφές. Εκεί οδηγούνται τα πράγματα. Οι πολώσεις που έχουν προκύψει σε αυτή την περιοχή πολύ δύσκολα μπορούν πλέον να διευθετηθούν ειρηνικά.
Το πολιτικό Ισλάμ ανήκει στον κόσμο των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Επιδιώκει την απόλυτη επικράτησή του και τον βίαιο εξισλαμισμό των αραβικών κοινωνιών. Από την άλλη τα πιο δυναμικά στρώματα αυτών των κοινωνιών και η νεολαία δεν πρόκειται να παραμείνουν περιχαρακωμένα σε εθνικούς καταναγκασμούς στρατοκρατικούς ή ισλαμικούς. Προσβλέπουν στην ένταξή τους στον σύγχρονο κόσμο, διεκδικούν την συμμετοχή τους στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Πρόκειται για σύγχρονα ελευθερωτικά κινήματα (χωρίς καμιά σχέση με την αριστερά) με αδιαμόρφωτα ακόμα πολιτικά χαρακτηριστικά που αδυνατούν σε αυτή τη φάση να διαχειριστούν τις πολιτικές κρίσεις που προκαλούν. Από αυτή την άποψη συχνά γίνονται αντικείμενο αξιοποίησης από τον «ξένο παράγοντα».
Η σύμπραξή τους πότε με το Στρατό και πότε με το Ισλάμ δεν έχει παρά ταχτικό χαρακτήρα και δείχνει πως το πέρασμα σε έναν σύγχρονο ελεύθερο και δημοκρατικό κόσμο προϋποθέτει πέρα από την ανατροπή των όποιων στρατιωτικών κατεστημένων και την απαλλαγή από το Ισλάμ. Ο διμέτωπος αυτός αγώνας πάει πολύ μακριά. Και από την φύση των αντιπάλων δυστυχώς δεν μπορεί νάναι ειρηνικός. Με αυτή την έννοια το μέλλον αυτών των κοινωνιών, για τα επόμενα χρόνια, φαίνεται νάναι σε μεγάλο βαθμό προδιαγραμμένο και δραματικό. Θα έχει εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά και θα συνοδεύεται από πλήθος «ξένες επεμβάσεις».
Δεν πρόκειται οι μεγάλες δυνάμεις να μείνουν αμέτοχες σε μια τέτοιας έκτασης και βάθους ανατροπή των συσχετισμών δύναμης στην ανατολική Μεσόγειο.

Από όλες τις Αραβικές χώρες και τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου η Αίγυπτος αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Σε αυτήν καταγράφονται με σαφήνεια όλες οι σύγχρονες αντιθέσεις που διαπερνούν αυτές τις κοινωνίες. Ήδη η Αίγυπτος διανύει μια δεύτερη περίοδο, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Μουμπάρακ, όπου η «αραβική άνοιξη» αντιπαρατίθεται με το Ισλάμ (σε συμμαχία, αυτή τη φορά, με το Στρατό). Η επικράτηση σε αυτή την περίπτωση του στρατού δεν σημαίνει με τίποτα επιστροφή στο παρελθόν. Πρόκειται για μια μεταβατική φάση ανάσχεσης του ισλαμικού κινδύνου που ανέκυψε μετά την ανάδειξη του Μόρσι στην Προεδρεία της Αιγύπτου. Η Αίγυπτος έχει περάσει καθαρά σε μια φάση μετα-Μουμπάρακ και μετα-Ισλάμ μέσα σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα. Ωστόσο τα πράγματα θα παραμείνουν για πολύ καιρό μεταβατικά και εμφυλιοπολεμικά έως ότου αναδυθούν πολιτικά και εδραιωθούν οι δυνάμεις ενός κοσμικού μέλλοντος.



Στη Συρία, που βρίσκεται τελευταία στην επικαιρότητα, τα πράγματα παρουσιάζονται σημαντικά διαφοροποιημένα. Εδώ υπάρχει μια απευθείας σύγκρουση του στρατοκρατικού καθεστώτος με το Ισλάμ. Εξού και το πλήρες αδιέξοδο.
Η επικείμενη επέμβαση των ΗΠΑ στην Συρία, πέρα από όσα λέγονται δημόσια, φαίνεται να αφορά την άμεση αποκατάσταση κάποιων ισορροπιών, που διαταράχθηκαν πρόσφατα υπέρ του καθεστώτος Ασάντ (πιθανόν και με την χρήση χημικών όπλων). Βασική επιδίωξη των ΗΠΑ (είτε επέμβουν στρατιωτικά είτε καταστρέψουν το οπλοστάσιο των χημικών όπλων του καθεστώτος) είναι ο περιορισμός της δύναμης του Ασάντ χωρίς αυτό να σημαίνει κανενός είδους άμεση ενίσχυση της ισλαμικής αντιπολίτευσης (όπως θα επιθυμούσε η Τουρκία). Τόσο οι ΗΠΑ όσο και οι άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως είπαμε, δεν πρόκειται να μείνουν αμέτοχες στις συντελούμενες εξελίξεις στη μέση Ανατολή. Εδώ εμπλέκονται διάφορες επιδιώξεις και συμφέροντα που πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν καθώς κάθε δύναμη συγκροτεί τις δικές της στρατηγικές βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή.

Στη Συρία βέβαια υπάρχει η ιδιαιτερότητα μιας μακρόχρονης ισχυρής παρουσίας της Ρωσίας που αποτελεί και το βασικό στήριγμα του Ασάντ (και τον βασικό προμηθευτή όπλων). Όλη δε η πολιτική Πούτιν στην ανατολική Μεσόγειο εμπνέεται από το ξεπερασμένο πνεύμα της Γιάλτας δηλ. το μοίρασμα της περιοχής ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, και την διαμόρφωση ζωνών επιρροής, με την Συρία να αποτελεί την κατεξοχήν διεκδικούμενη Ρώσικη βάση στη Μέση Ανατολή.
Η Ρωσία λοιπόν αποτελεί μια ούτως ή άλλως βασική παράμετρο του Συριακού προβλήματος που αναβαθμίστηκε όμως σημαντικά εν μέσω κρίσης. Και αυτό δεν οφείλεται σε κανενός είδους υποτίμηση της παρουσίας της από μεριάς Ομπάμα. Απλώς η Ρωσία επωφελήθηκε από την αναποφασιστικότητα που επέδειξε η ηγεσία των ΗΠΑ και οι ιστορικοί της σύμμαχοί (κύρια η Αγγλία). Ωστόσο η θέση της στην πορεία προβλέπεται να γίνει ιδιαίτερα δύσκολη καθώς η πολιτική σύμπραξης με το αμαρτωλό καθεστώς του Ασάντ αργά η γρήγορα θα αρχίσει να την εκθέτει. Το καθεστώς Ασάντ στην Συρία δεν έχει μέλλον και η Ρωσία δεν είναι αυτή που θα καθορίσει την μετα-Ασάντ εποχή. Το πολύ- πολύ να μπορέσει να διασώσει κάποια εκεί παρουσία της.




Όλα όσα συμβαίνουν σήμερα στις ΗΠΑ οφείλονται κατά βάση στις πολιτικές διαθέσεις της Αμερικάνικης κοινωνίας όπως αυτές εκδηλώνονται μετά από δύο αποτυχημένους πολέμους και μια ισχυρή οικονομική κρίση της οποίας τις συνέπειες συνεχίζουν ακόμα να υφίστανται οι Αμερικανοί πολίτες. Στην Αμερική εδώ και καιρό καταγράφεται μια εσωστρέφεια και μια αποστροφή προς κάθε πολεμική εμπλοκή στο εξωτερικό. Άλλωστε και η εκλογή Ομπάμα έγινε σε μεγάλο βαθμό στο όνομα της εξόδου από τον πόλεμο του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Η κοινωνική αυτή πραγματικότητα αντανακλάται για πρώτη φορά τόσο έντονα στη συμπεριφορά των πολιτικών της παραγόντων και επηρεάζει άμεσα την στάση των συμμάχων της.
Η Αμερική για πρώτη φορά βρίσκεται σε τόσο δεινή θέση. Η απώλεια της παλιάς της ισχύος είναι γεγονός που επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της Συρίας χωρίς αυτό να αναιρεί ακόμα τον αποφασιστικό της ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις.

Η ρευστότητα των πραγμάτων στην ανατολική Μεσόγειο κάνει αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε την ύπαρξη ενός άξονα σταθερότητας στην περιοχή. Ένας τέτοιος άξονας δεν μπορεί νάναι σε αυτή τη φάση άλλος από τον άξονα Ισραήλ- Κύπρος- Ελλάδα.
Το πρόβλημα είναι ότι ο άξονας αυτός στα δύο από τα τρία του μέρη παρουσιάζεται, σε αυτή τη φάση, εξαιρετικά αποδυναμωμένος.
Ελλάδα και Κύπρος περνάν μια περίοδο ακραίας εσωστρέφειας κυριαρχημένες από το πρόβλημα της οικονομικής τους διάσωσης και επιβίωσης. Η νέα προοπτική που διανοίγεται για αυτές τις δύο χώρες, είναι το οικονομικό να διευθετηθεί με έναν ευνοϊκό για αυτές τρόπο μέσω του γεωστρατηγικού προβλήματος που έχει ανακύψει. Αυτή θα είναι μια θετική εξέλιξη που θα επαναφέρει τις δύο χώρες σε τροχιά ενεργού συμμετοχής στις ευρύτερες περιφερειακές εξελίξεις.
Επίσης είναι θετικό ότι επανέρχεται το θέμα της αποδέσμευσης της Κύπρου (της ενιαίας Κύπρου) από το κατοχικό καθεστώς της Τουρκίας και η πλήρης ανεξαρτοποίηση της, από την μεριά κύρια των ΗΠΑ. Εδώ θα πρέπει, εννοείται, και οι Ελληνοκύπριοι να υπερβούν τα φοβικά τους σύνδρομα από μια ενδεχόμενη ενοποίηση της νήσου, τα κληροδοτημένα αυτά σύνδρομα που ενίσχυσε η τελευταία απόρριψη του σχεδίου Ανάν.

Για την Ελληνική εξωτερική πολιτική οι προκλήσεις των καιρών είναι μεγάλες.
Οι σταθεροποιητικοί ρόλοι ως ένα σημείο εκχωρούνται (και ως εκεί μπορεί να καλλιεργούν διάφορες αυταπάτες). Από κεί και πέρα αναλαμβάνονται και προϋποθέτουν την ενεργή ένταξη στη νέα παγκοσμιοποιημένη τάξη πραγμάτων και στις δυνατότητες που αυτή προσφέρει. Η παθητική ενσωμάτωση σε έναν ρόλο δεν αρκεί, όσο κι αν είναι αίτημα των συγκυριών.

Η Ελλάδα γενικά μπορούμε να πούμε (χωρίς να επεκτεινόμαστε σε αυτό το θέμα) ότι έχει τις προϋποθέσεις να αποτελέσει έναν σταθεροποιητικό παράγοντα στην ευρύτερη περιοχή. Αλλά εντελώς αναντίστοιχα με τις απαιτήσεις των καιρών, στο επίπεδο συγκρότησης της εξωτερικής της πολιτικής βρίσκεται πολύ πίσω.
Συνεχίζει να ορίζεται μονοσήμαντα με βάση τον από ανατολάς κίνδυνο και τις συνοριακές διαφορές με την Τουρκία (όταν πουθενά στον κόσμο δεν γίνονται συνοριακοί πόλεμοι). Δεν έχει επεξεργασμένες σύγχρονες γεωστρατηγικές και γεωοικονομιές απόψεις. Τη στιγμή μάλιστα που θεωρείται προεξοφλημένο, από όλες τις πλευρές, ότι για το επόμενο διάστημα το διεθνές γεωπολιτικό και γεωοικονομικό ενδιαφέρον θα είναι μετατοπισμένο στην ανατολική Μεσόγειο.
Για μας το 1989 δεν είναι ένα ορόσημο. Δεν είναι συνειδητοποιημένο σαν τέτοιο. Δεν έχει γίνει ούτε κατά ελάχιστα αντιληπτό ότι μετά το τέλος του διπολισμού έχει τροποποιηθεί όλη η διεθνής τάξη πραγμάτων. Ο ορίζοντας της εξωτερικής μας πολιτικής παραμένει εγωιστικά στενός τη στιγμή που είμαστε αντιμέτωποι με πιο πολύπλοκα και σύνθετα προβλήματα.
Ο βαθμός ελευθερίας στις εθνικές επιλογές έχει αυξηθεί μετά το τέλος του διπολισμού και τα πληθυσμιακά μεγέθη έχουν πάψει να παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο.
Η διεθνής γεωπολιτική συγκυρία χαρακτηρίζεται από ραγδαίες εξελίξεις.
Οι μεσανατολικές συγκρούσεις, που έχουν επανέλθει στην επικαιρότητα, είχαν πάντα ιστορικά μιαν ιδιαίτερη πολυπλοκότητα την οποία επαυξάνει η πρόσφατη γεωοικονομική βαρύτητα που αποκτά ο χώρος λόγω του ορυκτού πλούτου που έχει εντοπισθεί στο υπέδαφός του. Στο θέμα αυτό εμπλέκονται άπαντες και για την Ελλάδα δεν είναι ένα απλό θέμα ορισμού της ΑΟΖ (και μάλιστα μονομερώς) όπως αφελέστατα υποστηρίζουν πολλοί στη χώρα μας. Οι νέες ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο θα προκύψουν μέσα από πολύ πιο σύνθετες πολιτικοδιπλωματικές και οικονομικές διαδικασίες.

Η ώρα των μεγάλων ανατροπών στην ανατολική Μεσόγειο έχει σημάνει. Και υπάρχει μια φοβερή εμπλοκή εθνικών προταγμάτων και συγκρούσεων με γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα διεθνούς ενδιαφέροντος.
Για να βγει κανείς κερδισμένος από αυτή την μακρόχρονη περιπέτεια θα πρέπει να διαθέτει σύγχρονες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές στρατηγικές και απόψεις.
Η διεκδικούμενη νέα Ελληνική ταυτότητα μετά την κρίση, περνά ταυτόχρονα μέσα από την αναδιάρθρωση της Ελληνικής οικονομίας και την αναθεώρηση της μεταπολιτευτικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα είναι χώρα των Βαλκανίων, της Ευρώπης και της ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτή τη φάση το κέντρο των εξελίξεων και οι μεγάλες ανακατατάξεις συμβαίνουν στην ανατολική Μεσόγειο. Και θα μας επηρεάσουν και μας αφορούν.

Μήλιος Xρήστος
Αναδημοσίευση απο το site www.pokethe.gr

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

BORGEN: Μαθήματα πολιτικής από την … Δανία.

 (Μερικές σκέψεις πάνω στην τηλεοπτική σειρά)




Η φετινή σεζόν στην τηλεόραση μας επιφύλασσε μιαν έκπληξη.
Ανάμεσα στα Τούρκικα σήριαλ (που ένα-δύο από αυτά στέκονται σχετικά καλά σε πείσμα μιας γενικά υποτιμητικής «εθνικιστικής» στάσης), τις επαναλήψεις Ελληνικών κωμωδιών, και τα πάσης φύσεως παράθυρα με τον ξύλινο κομματικό λόγο, μας προέκυψε μια καταπληκτική πολιτική σειρά. Μοναδική στο είδος της. Και μάλιστα από μια χώρα του «Βορρά» όπου η πολιτική, κατά την δική μας αντίληψη, δεν παίζει, υποτίθεται, σημαίνοντα ρόλο.
Η σειρά έχει την αθέατη και θεατή πλευρά της.
Θα αναφερθούμε πρώτα στην αθέατη. Σε αυτή που ενώ είναι απούσα δεσπόζει στην πολιτική ζωή των κοινωνιών της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης.

Η όλη οπτική της σειράς είναι από την σκοπιά των κυβερνώντων. Εκ των ένδω.
Ο σύγχρονος κυβερνοχώρος στην καθημερινή, εσωτερική, του λειτουργία. Σαν ένα κάστρο (BORGEN στα Δανέζικα σημαίνει Κάστρο). Και η κοινωνία απ’ έξω αλλά, νοητά, παρούσα κάθε στιγμή.
Η πολιτική, σε αυτές τις χώρες, παίρνει μέρος με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι στην Ελλάδα. Η κοινωνία, εκ πρώτης όψεως, σε πρώτο πλάνο δεν υπάρχει, είναι απούσα. Δεν υπάρχουν διαδηλώσεις, απεργίες, συγκεντρώσεις.
Υπάρχει όμως εμπεδωμένη μια αυστηρότατη πολιτική κουλτούρα. Ένα επίπεδο άσκησης της πολιτικής που όποιος το παραβεί υφίσταται άμεσα τις συνέπειες. Δεν χρειάζονται εξαντλητικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, εξεταστικές και προανακριτικές. Δεν χρειάζονται συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες. Όλα διευθετούνται στη βάση μιας άτυπης ισχύος απαράβατων κανόνων πολιτικής συμπεριφοράς που δεν αφορά έναν εσωτερικό κώδικα του πολιτικού συστήματος μόνο, αλλά μια ευρύτερη κοινωνική συνθήκη.

Έξω από το «Κάστρο» υπάρχει πάντα η κοινωνία, φορέας μιας πολιτικής συνείδησης με προσδιορισμένα όρια και ανοχές. Η πολιτική είναι στο μεγαλύτερο μέρος της θεσμοποιημένη, το πολιτικό παιχνίδι διεξάγεται με κανόνες.

Η θεσμοποίηση της πολιτικής γενικά συνιστά μια προηγμένη πολιτική κατάσταση στο σύγχρονο κόσμο. Χαρακτηρίζει τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Οι κοινωνικοί θεσμοί και οι μηχανισμοί του κράτους υπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες. Είναι υποχρεωμένοι να επιλύουν τα προβλήματα που ανακύπτουν στον τομέα ευθύνης τους. Είναι επαρκείς και ολοκληρωμένοι. Διαπνέονται από τις αρχές του Κράτους πρόνοιας, του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου, τις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας, έννοιες γύρω από τις οποίες έχει οργανωθεί όλος ο νεοτερικός δυτικός πολιτισμός.

Στον αντίποδα της πολιτικής που ασκείται με θεσμικούς όρους, βρίσκεται η πολιτική των συνεχών κοινωνικών παρεμβάσεων, της συνεχούς «κοινωνικής επαγρύπνησης», «η πολιτική των κινημάτων» όπως την αποκαλεί η αριστερά. Γεγονός που προϋποθέτει οι θεσμοί να είναι ατελείς κι ανολοκλήρωτοι, να υπάρχουν συνεχώς κενά στη λειτουργία των κοινωνικών θεσμών και του κράτους που να καθιστούν αναγκαία την ενεργοποίηση του κοινωνικού παράγοντα.
Η λογική των κινημάτων πατάει πάνω στα κενά που υπάρχουν στη θεσμική οργάνωση μιας κοινωνίας, που όσο αυτή προχωράει και αναπτύσσεται (η θεσμική οργάνωση) τόσο καθιστά και την ενεργοποίηση των πολιτών λιγότερο αναγκαία.
Το ζητούμενο επόμενα στην πολιτική είναι η όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη θεσμοποίησή της κι όχι η διαρκής πραγμάτωσή-της μέσω κοινωνικών παρεμβάσεων.
Υπάρχει βέβαια το φιλοσοφικο-πολιτικό ζήτημα της διαδικασίας πολιτικοποίησης των κοινωνιών. Αυτό όμως δεν υπάρχει καμιά θεωρία που να υποστηρίζει ότι πραγματώνεται απ’ ευθείας μέσα από την κοινωνική και οικονομική πάλη. Το μόνο που καταχτιέται μέσα από αυτήν είναι μια επί μέρους συνείδηση συμφερόντων (συντεχνιακών, τοπικών, κοινωνικών ).
Τα ζητήματα της πολιτικοποίησης των κοινωνιών είναι πολύ πιο περίπλοκα και σύνθετα από αυτά που («ιδιοτελώς» θα λέγαμε) προβάλει η αριστερά, όσο είναι βέβαια εκτός εξουσίας, γιατί μετά, τα κινήματα και οι αγώνες περιττεύουν ή γίνονται εχθρικά και παύουν να συμβάλουν στην πολιτικοποίηση των κοινωνιών.

Το όλο ζήτημα πάντως (της διαμόρφωσης πολιτικής συνείδησης) ελάχιστη σχέση έχει με την κοινωνική και πολιτική δραστηριοποίηση και πολύ μεγάλη με την μορφωτική -πνευματική ανάπτυξη των κοινωνιών και την υιοθέτηση οικουμενικών και διαχρονικών αξιών όπως της δημοκρατίας, της αξιοκρατίας, της ισονομίας, της ισοπολιτείας, της ελευθερίας, του δικαίου κλπ, αξίες που η διασφάλισή τους όντως απαιτεί την συνεχή επαγρύπνηση των κοινωνιών αλλά και την ανάλογη παιδεία. Η διερεύνηση των παιδαγωγικών διαδικασιών που συμβάλουν στην πνευματική αναμόρφωση των κοινωνιών είναι το κεντρικό ζητούμενο των καιρών που ξεπερνά κατά πολύ την λειτουργία και τον ρόλο των κομμάτων.
Συχνά διάφορες πολιτικές ιδεολογίες παρέβλεψαν, ιστορικά, αυτές τις αξίες με αποτέλεσμα, στο όνομά τους, να τις παραβιάζουν συνέχεια. Στο όνομα π.χ. του σοσιαλισμού είδαμε να παραβιάζονται όλες αυτές οι πανανθρώπινες αξίες. Και ο «σοσιαλισμός με δημοκρατία» δεν θέλησε παρά να απαντήσει σε ένα από αυτά (την δημοκρατία) ενώ είχαν παραβιαστεί τα πάντα. Γι αυτό σήμερα στις κοινωνίες της ανατολικής Ευρώπης δεν υπάρχει κανένα πολιτικό υπόβαθρο, καμιά δημοκρατική πολιτική παράδοση και κουλτούρα.
Αλλά πέρα από τα παραπάνω υπάρχει και μια γενικότερη εξέλιξη που τροποποιεί την λειτουργία της πολιτικής στις μέρες μας.
Ζούμε σε μια εποχή που έχουν συρρικνωθεί τα μεγάλα πολιτικά κινήματα και οι μηχανισμοί για τις συλλογικές κινητοποιήσεις. Ακόμα και στην Ελλάδα εκτός από δύο μηχανισμούς, έναν κομματικό (ΚΚΕ ) και ένα συνδικαλιστικό (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), που η εμβέλειά τους δεν μπορεί παρά να φθίνει στο μέλλον, δεν υπάρχουν άλλοι τέτοιοι μηχανισμοί.
Μειώνεται παράλληλα συνεχώς το ενδιαφέρον των πολιτών για ενεργή συμμετοχή στην πολιτική.
Τα πρωτοσέλιδα και βασικά οι τηλεοπτικές εικόνες είναι κατά πολύ αποτελεσματικότερα από την κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων πολιτών. Τα πολιτικά γεγονότα αναδεικνύονται πλέον (ή όχι) μέσα από την δημοσιότητα που θα πάρουν στο διαδίκτυο και την τηλεόραση. Μια εκτεταμένη προβολή ενός γεγονότος προκαλεί μεγαλύτερη αναστάτωση από οποιεσδήποτε διαδηλώσεις.
Η «κοινή γνώμη», η μέση κοινωνική και πολιτική συνείδηση, αποκτά μεγάλη βαρύτητα όπως και οι διαδικασίες και οι τεχνικές που συμβάλουν στην διαμόρφωσή της. Τα πράγματα στην πολιτική γίνονται εξαιρετικά σύνθετα και περίπλοκα. Δεν έχουν καμιά σχέση με το παλιό καθεστώς της απόλυτης κυριαρχίας των κομμάτων.
Η ανάγκη επόμενα να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των πολιτών καθιστά απαραίτητη όσο ποτέ άλλοτε την ύπαρξη ενός κράτους δικαίου και πρόνοιας. Την αναμόρφωση των κοινωνικών και κρατικών θεσμών.

Στην θεατή τώρα πλευρά της σειράς η πολιτική τυπικά εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά που συναντάμε στις Ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Ο πρωθυπουργός, το πρωθυπουργικό περιβάλλον, η κυβέρνηση, το κοινοβούλιο, τα κόμματα, οι υπουργοί, τα Μέσα, οι οικονομικοί παράγοντες, οι διεθνείς παράμετροι, η καθημερινότητα, οι κρίσιμες επιλογές, οι δημοσκοπήσεις, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, τα συμφέροντα, οι διαπλοκές κλπ. κλπ. Η πολιτική σε όλο της το κοινοβουλευτικό δυτικο-Ευρωπαϊκό μεγαλείο. Διαβουλεύσεις, ίντριγκες, συμβιβασμοί,
Εδώ το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ρόλο των προσώπων. Στη δυνατότητα να διαχειριστούν καταστάσεις και προβλήματα.
Όσο σταθερές κι αν είναι οι πολιτικές δομές μιας χώρας τα πρόσωπα πάντα θα παίζουν σημαντικό ρόλο. Αυτό ισχύει και για τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα πολύ δε περισσότερο για τις δημοκρατίες. Η άποψη ότι τα πρόσωπα δεν παίζουν κανέναν ρόλο (που συχνά διατυπώνεται σε περιπτώσεις αλλαγής της ηγεσίας μιάς χώρας, ενός κόμματος κλπ.) δεν ευσταθεί και δεν ίσχυσε ποτέ ιστορικά.
Το θέμα επιδέχεται πολλές συζητήσεις. Ας κρατήσουμε το αδιαμφισβήτητο ότι η πολιτική δεν ασκείται χωρίς και πέρα από τα συγκεκριμένα υποκείμενα κάθε φορά. Δεν υπάρχει «αφ’ εαυτής», χωρίς αναφορά τόσο σε πρόσωπα όσο και σε κοινωνικές τάξεις και ομάδες αλλά κι σε επί μέρους άλλα κοινωνικά και πολιτικά υποσύνολα.

Η σειρά είναι δομημένη θεματικά.
Κάθε επεισόδιο είναι αφιερωμένο σε ένα συγκεκριμένο θέμα.
Η γκάμα των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται είναι αρκετά μεγάλη. Περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα δυνατά θέματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν μια σύγχρονη κυβέρνηση.
Η τοποθέτηση σε ένα πρόβλημα προϋποθέτει την υιοθέτηση κάποιων αρχών. Η σωστή πολιτική διαχείριση δεν νοείται χωρίς ένα πλαίσιο αρχών. «Ουδέτερες» τεχνοκρατικές ή πολιτικές λύσεις δεν υπάρχουν. Οι λύσεις που δίνονται κάθε φορά έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο , οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, εθνικό κλπ. Αρκεί αυτό να μπορούμε να το «διαβάζουμε» και να το αξιολογούμε.

Τέλος θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εντυπωσιακά προσωπικά δεδομένα για τους πολιτικούς στις χώρες του Βορρά. Η καθημερινότητα τους δεν διαφέρει από αυτή των άλλων πολιτών. Ούτε επισημότητες, ούτε μεγαλεία, ούτε εξεζητημένες πολυτέλειες ούτε προνόμια. Ο πολιτικός κόσμος δεν είναι διαχωρισμένος από την κοινωνία. Είναι μέρος της, ζει στο μέσο επίπεδό της. Αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα από την ίδια θέση, χωρίς καμία διάκριση. Σε αντίθεση με τις χώρες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας όπου ο κόσμος της πολιτικής αποτελεί ειδική κάστα, διαχωρισμένη από την κοινωνία, με απίθανα προνόμια και διευκολύνσεις και βέβαια απόλυτη ασυλία. Κατά τα άλλα η πολιτική και η δημοκρατία θριαμβεύουν στην περιφέρεια. Τι σχέση μπορεί νάχουν με αυτά οι Βόρειοι;

Μήλιος Χρήστος
1-5-2913
Αναδημοσίευση απο το site  www.pokethe.gr