“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

«Το μεγάλο μας τσίρκο» του χθες και του σήμερα. Μια κριτική αποτίμηση.








Ένας πραγματικός καλλιτέχνης έχει πάντα μια ορισμένη προαίσθηση των πραγμάτων. Προαισθάνεται τις επερχόμενες αλλαγές.
Γι’ αυτό λέγεται συχνά ότι η τέχνη που προηγείται μιας εποχής είναι πιο πιστή στο πνεύμα της από αυτή που γίνεται κατά την διάρκειά της.Το Μεγάλο μας τσίρκο γράφτηκε σε συγκεκριμένες συνθήκες. Στο τέλος της δικτατορίας και πρωτοπαίχθηκε, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 1973 τη στιγμή ακριβώς που ο Γ. Παπαδόπουλος επιχειρούσε μια ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος (ψήφιση συντάγματος, κυβέρνηση Μαρκεζίνη κλπ.)
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Ι. Καμπανέλης διαισθάνθηκε σωστά ότι ανοίγονταν κάποια περιθώρια κριτικής στη δικτατορία. Η επιθεωρησιακή δομή μιας παράστασης με σπονδυλωτά σκετς και μεγάλα μουσικά διαλείμματα διευκόλυνε κάτι τέτοιο. Έτσι στήθηκε το Μεγάλο μας τσίρκο. Μια πολιτική επιθεώρηση που, εκ των πραγμάτων, έπαιρνε το νόημα μιας παράτολμης πράξης αντίστασης στη χούντα.
Το περιεχόμενο του έργου, οι βασικές του αναφορές, τα μηνύματα που εξέπεμπε, έμελλε να αποτελέσουν το περίγραμμα του κυρίαρχου πολιτικού λόγου όλης της μεταπολίτευσης.
Η εξάρτηση, η άδικη μεταχείριση της Ελλάδας από τους ξένους, το ανεξαρτησιακό αίτημα, η διχόνοια, οι εθνικές καταστροφές, το 1821, ο Κολοκοτρώνης, η εθνική αντίσταση, το αίσθημα της προδοσίας, η 3η Σεπτέμβρη και οι αγώνες για την δημοκρατία, ο Γ. Παπανδρέου, η λαϊκή τέχνη, ο καραγκιόζης κλπ. κλπ.
Το μεγάλο μας τσίρκο απηχεί το κλίμα της μεταπολίτευσης και ιδιαίτερα των πρώτων χρόνων της. Έρχεται από τα παλιά. Ανήκει στην εποχή του. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αλλαγή του 1974.
Δεν εισάγει στο παρόν και πολύ περισσότερο δεν υπαινίσσεται κάτι για το μέλλον.
Οι παραλληλισμοί της σημερινής κατάστασης με εκείνες, στις οποίες αναφέρεται το έργο, δεν ισχύουν.
Ο ίδιος ο Καμπανέλης είχε βαθιά επίγνωση αυτού του γεγονότος και αρνούνταν πεισματικά να ξανα-ανεβάσει το έργο.
Πίστευε πως ήταν ένα έργο επικαιρικό, γραμμένο εν θερμώ, μια συγκεκριμένη στιγμή, για ένα συγκεκριμένο λόγο. Και είχε δίκιο.
Οι πολιτικές καταστάσεις είναι εφήμερες. Το θεατρικό έργο που συνδέεται με αυτές είναι επίκαιρο όσο αυτές ισχύουν. Από κει και πέρα κι αυτό περνάει στην ιστορία. Αυτή είναι η μοίρα των έργων που σε συγκεκριμένες συνθήκες στρατεύονται και υπηρετούν έναν πολιτικό σκοπό.


Το Μεγάλο μας τσίρκο έχει ήδη καταγραφεί σαν μια από τις κορυφαίες μορφές μέσα από τις οποίες ο χώρος της τέχνης εκδήλωσε την αντίστασή του στη χούντα. Επί πλέον είναι το έργο που διέγραψε με τον πιο παραστατικό τρόπο το πολιτικό πλαίσιο αναφοράς των μετέπειτα χρόνων.
Ο παραλληλισμός των συνθηκών που γέννησαν το Μεγάλο μας τσίρκο με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουμε σήμερα, είναι εντελώς ατυχής. Τα συνθήματα που ακούγονται στο τέλος της παράστασης «ψωμί – παιδεία -ελευθερία», «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» κλπ. αντηχούν σαν μακρινός απόηχος μιας περιόδου που βρίσκεται στη δύση της.
Η μαζική προσέλευση του κοινού δεν στοιχειοθετεί τον επικαιρικό χαρακτήρα του έργου. Το έργο είναι ούτως ή άλλως ανεπίκαιρο. Απλά φανερώνει την κυρίαρχη τάση της Ελληνικής κοινωνίας για προσφυγή στο παρελθόν. Γεγονός που παρατηρείται συχνά σε μεταβατικές συνθήκες, όπως είναι οι σημερινές, όπου οι κοινωνίες αναζητούν την ευθύνη των όσων επώδυνα συμβαίνουν σε παλιές αιτίες και αρθρώνουν παλιά συνθήματα.
Υπάρχει όμως και σήμερα έδαφος για θετικούς προσδιορισμούς στην Ελληνική κοινωνία. Αρκεί να απευθυνθούμε σε αυτήν με σύγχρονο τρόπο και με βάση τις ανάγκες των καιρών. Όχι στο θυμικό και στο συναίσθημα. Αλλά στη λογική και την γνώση. Στην ανάγκη για αυτογνωσία της Ελληνικής κοινωνίας και στην ανάγκη για δυναμική προσαρμογή στα νέα διεθνή δεδομένα.
Ο τραυματισμός της Εθνικής μας υπερηφάνειας δεν μπορεί να μας οδηγεί στο να παραβλέπουμε τα δικά μας λάθη και τις δικές μας αδυναμίες (που είναι το κύριο) και να ψάχνουμε για ευθύνες στους ξένους.
Έχουμε την γνώμη πως η συγκεκριμένη παράσταση κυρίως προς αυτή την κατεύθυνση «έγραψε», άσχετα και πέρα από τις όποιες προθέσεις των συντελεστών της.
Τόσος θεατρικός «κάματος» τόσο «δουλεμένη» υποκριτικά και σκηνοθετικά παράσταση με ένα τόσο ιστορικά παλιό περιεχόμενο. Κρίμα.
Μποϊδίδου Σοφία -Μήλιος Χρήστος
Γενάρης του 2013



Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

2013: Η Ελλάδα στον μονόδρομο (πλέον) των μεταρρυθμίσεων. Θα μπορέσει να τα καταφέρει;








Το 2013 είναι ένας κρίσιμος χρόνος για την Ελλάδα .
Σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του μνημόνιου θα πρέπει να υλοποιηθούν μια σειρά μεταρρυθμίσεις προκειμένου να εισπραχθούν οι υπολειπόμενες δόσεις του δανείου και να προχωρήσει το πρόγραμμα σταθεροποίησης της Ελληνικής οικονομίας  (υποστηριζόμενο κι από άλλες Ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και διευκολύνσεις).Η Κυβέρνηση,  σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της,  δεν έχει κανένα περιθώριο αθέτησης των συμφωνιών. Είναι υποχρεωμένη, μέσα σε αυστηρά χρονικά πλαίσια, να φέρει σε πέρας όλο το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που υπαγορεύει το μνημόνιο. Οποιεσδήποτε καθυστερήσεις, ανακολουθίες κλπ. ισοδυναμούν με νέα κρίση στις Ελληνο-Ευρωπαϊκές σχέσεις, κρίση αναξιοπιστίας, και οπωσδήποτε κάποια ανακοπή,  έστω και πρόσκαιρη, του συμφωνημένου προγράμματος χρηματοδότησης και νέες διαπραγματεύσεις και συμφωνίες με άγνωστη ( και πιθανώς δυσμενέστερη) κατάληξη.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα είναι εντελώς ανακόλουθες. Δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών. Καλούμαστε να κάνουμε κάποιες μεταρρυθμίσεις υπό το κράτος απειλών και εκβιασμών, μέσω δανειακών συμβάσεων και μνημονίων. Χωρίς νάχουμε την παραμικρή αίσθηση της κρισιμότητας των καταστάσεων,  στις οποίες έχουμε περιέλθει,  και των μεταρρυθμίσεων που επείγει να κάνουμε, από μόνοι μας,  προκειμένου να διασωθούμε.
Παίρνονται μέτρα μεταρρυθμιστικά αποσπασματικά,  λόγω μνημονίου, χωρίς να συνιστούν αυτά με κανένα τρόπο κάποιο συγκεκριμένο μεταρρυθμιστικό σχέδιο.

Οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα είναι επιτακτική ανάγκη- ήταν και πριν την κρίση.
Η ανάγκη αυτή δεν είναι συνειδητοποιημένη και δεν υπάρχουν οι όροι να συνειδητοποιηθεί.
Οι μεταρρυθμίσεις δυστυχώς δεν αποτελούν πολιτικό αιτούμενο των καιρών. Δεν αποτελούν κανενός είδους πρόταγμα  της Ελληνικής κοινωνίας.
Το λεγόμενο «αντι-μνημονιακό κίνημα» είναι ένα αντι-μεταρρυθμιστικό κίνημα.
Η Ελληνική κοινωνία, τα δυναμικά της στρώματα, είναι αντίθετα σε κάθε μεταρρύθμιση. Επιζητούν επάνοδο στο καθεστώς του 2008 και στα προνόμια που ίσχυαν. Πράγμα αδύνατο, υπό τις παρούσες συνθήκες . Δεν πρόκειται κάτι τέτοιο να ξανασυμβεί.
Από την άλλη σε ιδεολογικό επίπεδο υπάρχει απόλυτη κυριαρχία του προστατευτισμού και του κρατισμού. Τα πάντα έχουν παραπεμφθεί στο κράτος (το ανεπαρκέστατο και αδύναμο αυτό εργαλείο) και την κυβέρνηση.
Οτιδήποτε κινείται στο χώρο του ιδιωτικού αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα  και αρνητισμό. Τα πάντα υπόκεινται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις. Όλες οι αγορές και όλα τα επαγγέλματα. Η Ελληνική κοινωνία  έχει γαλουχηθεί, επί σειρά ετών,  να περιμένει τα πάντα από την  Κυβέρνηση και το Κράτος.
Πως θα μπορέσουμε να περάσουμε από αυτό το καθεστώς, του προστατευτισμού και των κυβερνητικών παρεμβάσεων,  σε ένα άλλο που θα στηρίζεται στη θέσπιση κανόνων μιας ελεύθερης και ανταγωνιστικής οικονομίας; Πώς θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την παθολογική εσωστρέφεια και τον κρατισμό και να ενταχθούμε στην αδυσώπητη παγκόσμια πραγματικότητα του ανταγωνισμού και των ανοιχτών αγορών; Υπάρχει, στις σημερινές συνθήκες,  άλλος τρόπος  να επιβιώσουμε;

Οι ουσιαστικές συζητήσεις για την αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει.
Δεν έχουμε ακόμα ξεκαθαρίσει για τι είδους μεταρρύθμιση μιλάμε.
Θα πρέπει βέβαια να «απαλλαγούμε» (κυριολεκτικά) από την έννοια της «αλλαγής» που τόσο μας ταλαιπώρησε την περίοδο της μεταπολίτευσης και με την οποία ερωτοτροπεί τελευταία ο Αλέξης Τσίπρας προκειμένου να συστεγάσει όλες τις τάσεις και τα ρεύματα που αναπτύσσονται στον χώρο του. 

Η μεταρρύθμιση, ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 έχει το νόημα του εξευρωπαϊσμού, της προσαρμογής στα  Ευρωπαϊκά δεδομένα. Το περιεχόμενό του είναι προσδιορισμένο.
Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ευρώ συνέβαλε αναμφίβολα στην οικονομική ανάπτυξη αλλά άφησε ανέπαφες τις δομές της Ελληνικής κοινωνίας, που παρέμειναν τριτοκοσμικές.
Η «αλλαγή» της Ελληνικής κοινωνίας δεν αφορά κανέναν σοσιαλισμό. Όπως δεν τον αφορούσε και το ’81. Και η Ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να επιστρέψει στο  καθεστώς πριν από την κρίση. Μόνη διέξοδος  η ριζική μεταρρύθμιση του υπάρχοντος καθεστώτος. Ο εκσυγχρονισμός με την έννοια του εξευρωπαϊσμού .

Η οριακότητα των καταστάσεων στις οποίες έχουμε περιέλθει  δεν επιτρέπει καμιά γενικολογία. Όσοι επικαλούνται την αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού της Ελληνικής κοινωνίας (κύρια από τον χώρο της κεντρο-αριστεράς)  θα πρέπει να περάσουν από το επίπεδο των  παραγοντικών πρωτοβουλιών στο επίπεδο των προγραμματικών επεξεργασιών και συγκλίσεων.
Χρειάζονται πολύ συγκεκριμένες μελέτες και προγράμματα στη θέση των γενικών διακηρύξεων. Το επιβάλει  η συνθετότητα των σύγχρονων προβλημάτων και η υπεύθυνη στάση απέναντι σε αυτά.
Η πρώτη όμως μεγάλη μάχη  θα πρέπει να δοθεί στο ιδεολογικό επίπεδο. Αν δεν αντιστραφεί το κλίμα, αν η Ελληνική κοινωνία δεν πεισθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις  είναι προς το συμφέρον της (μεσοπρόθεσμα και με την γενικότερη έννοια του συμφέροντος κι όχι την αυστηρά μισθολογική),  κανένα κεντρο-αριστερό εγχείρημα δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει. Γιατί ο κεντρο-αριστερός χώρος,  σήμερα στην Ελλάδα,  δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί με παραδοσιακούς όρους(σαν αντι-δεξιός «δημοκρατικός» χώρος). Αλλά σαν ένας σύγχρονος μεταρρυθμιστικός χώρος. Όλη όμως η υπόθεση της μεταρρύθμισης σήμερα στην Ελλάδα στερείται κοινωνικής βάσης. Σε αυτή την διαπίστωση θα πρέπει να στηριχθεί κάθε προσπάθεια ανασύνθεσης του κεντρο-αριστερού χώρου.

Η νέα λοιπόν κεντρο-αριστερά θα πρέπει να αποκτήσει το δικό της πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, πέρα από κάθε μνημόνιο. Και να πείσει την κοινωνία για τις μεταρρυθμίσεις που θέλει να κάνει. Ετσι μόνο θα πάψει να ταυτίζεται με το μνημόνιο (και με ότι σημειολογικά αντι-λαϊκό συνεπάγεται κάτι τέτοιο).
Όλα αυτά είναι στην ημερήσια (= ετήσια) διάταξη του 2013. Και θα λάβουν μέρος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αρκεί να αποφύγουμε έναν διαφαινόμενο κίνδυνο ακυβερνησίας. Που θάναι ότι χειρότερο, κι ίσως μη επανορθώσιμο, μας έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια.
Μήλιος Χρ.
1-1-2013




Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Η ΣΥΝΟΔΟΣ του ΟΗΕ για το ΚΛΙΜΑ στη ΝΤΟΧΑ του ΚΑΤΑΡ







Στη Ντόχα του Κατάρ συνεχίστηκε το ίδιο σκηνικό. Αναβολές επί αναβολών και συμφωνίες χωρίς ουσιαστικές δεσμεύσεις. Η απόσταση μεταξύ της πολιτικής αντιμετώπισης του προβλήματος, και της συνεχούς επιδείνωσης του, συνεχώς διευρύνεται. Βιώνουμε πολλαπλώς την οριακότητα της κλιματικής αλλαγής (πρόσφατα κυκλώνας Σάντυ), αλλά απουσιάζει μια οικουμενική (δεν μπορεί να υπάρχει άλλη) αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης.
Σ’ αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, η σύνοδος του ΟΗΕ για το κλίμα στο Κατάρ, διατύπωσε, όπως και οι προηγούμενες, την αδυναμία μιας παγκόσμιας συνεννόησης, με δεσμευτικούς στόχους για όλους. Η σύνοδος κατέληξε σε συμφωνία (κάτι έπρεπε να αποφασιστεί) για την επέκταση της ισχύος ως το τέλος του 2020 του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Το οποίο ούτως ή άλλως λήγει στα τέλη του 2012 και ουδέποτε λειτούργησε, πλήρως και δεσμευτικά και ούτε διαφαίνεται ότι  θα λειτουργήσει και στο μέλλον. Τυπικά, η νέα αυτή συμφωνία θα αφορά όχι μόνον τις βιομηχανικές χώρες, αλλά όλες τις χώρες, συμπεριλαμβανομένων των αναδυόμενων οικονομιών και τις ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παραμένουν εκτός Πρωτοκόλλου Κιότο, ακολουθώντας τη δική τους στρατηγική διατήρησης και ανάπτυξης της ισχύος τους . Οι αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κλπ.) θέτουν ως προαπαιτούμενο (για τη συμμετοχή τους στη παράταση του Κιότο) τη πλήρη συνέχιση της δέσμευσης στο Κιότο των ανεπτυγμένων χωρών και τη χρηματοδότηση τους από αυτές σε μέτρα περιορισμού των ρύπων. Στην πραγματικότητα κι αυτές δεν επιθυμούν να ανακόψουν την αναπτυξιακή τους πορεία, που διαρκώς τις αναβαθμίζει στην παγκόσμια σκακιέρα. Το ίδιο η Ρωσία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς. Αποσύρθηκαν από τη συμφωνία, με το επιχείρημα ότι έχει έρθει ώρα οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, με πρώτες την Κίνα και την Ινδία, να συμμετάσχουν  στον περιορισμό των δικών τους εκπομπών των αερίων.
Τι απομένει; Η νέα συμφωνία να αφορά κυρίως βιομηχανικές χώρες, στις οποίες αναλογεί το 15% παγκοσμίως των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αυτά είναι τα αποτελέσματα  της συνόδου στο Κατάρ.  Και η αόριστη προσδοκία να υιοθετηθεί "ένα πρωτόκολλο, ένα άλλο νομικό εργαλείο ή μια συμφωνία που θα έχει νομική ισχύ" στη διάσκεψη του ΟΗΕ που προβλέπεται να διεξαχθεί το 2015, ώστε η νέα αυτή συμφωνία να τεθεί σε ισχύ το 2020. Τίποτε δεν μας διασφαλίζει ότι τότε μπορεί να μην είναι αναστρέψιμες οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Χρειάζεται μια δυνατή παγκόσμια φωνή: THERE IS NOT PLANET B.
Θ.Τ.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΟΛΟΙ ΕΝΑΝΤΙΑ στο ΜΝΗΜΟΝΙΟ και ΥΠΕΡ της ΔΟΣΗΣ των 32,5 δις Ευρώ






Κάπως έτσι μπορεί να περιγραφεί το πλαίσιο των κινητοποιήσεων.
Η Ελληνική κοινωνία είναι υπέρ του δανεισμού χωρίς μνημόνια.
Διεκδικεί από την Ευρώπη,  δεν θέλει να βγει έξω από αυτήν.
Διεκδικεί να δανείζεται χωρίς όρους ή με λιγότερο επαχθείς όρους.
Πράγμα βέβαια δύσκολο έως αδύνατο, αλλά αυτό είναι που διεκδικεί. Όχι κάτι άλλο.

Το αντι-μνημονιακό κίνημα  είναι  ένα κίνημα διαμαρτυρίας.
Δεν είναι και ούτε μπορεί να μετασχηματισθεί σε πολιτικό κίνημα.
Και πολλή περισσότερο να στηρίξει πολιτικές ρήξης με την Ε.Ε.
Τρία χρόνια τώρα έχει μια ευθύγραμμη πορεία ανάπτυξης παραμένοντας σταθερά στο ίδιο επίπεδο εκδήλωσης μιας γενικής δυσαρέσκειας.

Η Ελληνική κοινωνία έχει λόγους να αντιδρά στα οικονομικά μέτρα. Δεν θα μπορούσε να συμφωνεί με αυτά. Αλλά είναι σαφή τα όρια των αντιδράσεών της. Αυτά δεν υπερβαίνουν το επίπεδο της έκφρασης μιας γενικής αγανάκτησης.

Η Ελληνική κοινωνία  δεν είναι υπέρ της καταψήφισης των μέτρων..
Ωστόσο θα συνεχίσει να διαδηλώνει ενάντιά τους.

Η κατάργηση  του μνημόνιου δεν είναι  ένα απομονωμένο ζήτημα.
Η κατάργησή του συνεπάγεται την διακοπή της χρηματοδότησης της Ελληνικής οικονομίας ( γεγονός που ελάχιστα έως καθόλου προβάλουν τα  αντι-μνημονιακά κόμματα ).
Το μνημόνιο είναι προϊόν του δανεισμού. Χωρίς την προσφυγή στον μηχανισμό διάσωσης της Ε.Ε. και στο Δ.Ν.Τ. δεν θα υπήρχε. Δεν  υπάρχει μνημόνιο χωρίς δανειακή σύμβαση.
Το τελευταίο σύνθημα του ΚΚΕ «όχι στο μνημόνιο όχι στις δανειακές συμβάσεις» φαίνεται νάναι «συνεπές» και ολοκληρωμένο, νάχει εσωτερική συνοχή και να εκφράζει το αυτονόητο. Τα μνημόνια πάνε μαζί με τις δανειακές συμβάσεις. Για να τα καταργήσεις πρέπει να πάψεις να δανείζεσαι.

Αλλά τι σημαίνει σήμερα μια  οικονομία χωρίς πηγές χρηματοδότησης; Σε τι κατάσταση αυτή άραγε αναγκαστικά θα περιέλθει; Οι αρνητές των δανειακών συμβάσεων οφείλουν να το εξηγήσουν. Να δώσουν μια σαφή εικόνα ενός τέτοιου μέλλοντος, εθνικής περιχαράκωσης και απομονωτισμού.

Το φαινομενικά  λοιπόν ορθό σύνθημα του ΚΚΕ είναι εντελώς λάθος.
Μπορεί να κολλάει απόλυτα στον αντι-ευρωπαϊσμό του ΚΚΕ (και στους αποσχιστικούς του στόχους – σε σχέση με την Ευρώπη) αλλα όχι και στις τρέχουσες διεκδικήσεις του αντι-μνημονιακού  κινήματος το οποίο δεν θέτει ζήτημα απόρριψης των δανειακών συμβάσεων και πολύ περισσότερο εξόδου από την Ε.Ε.

Όχι λοιπόν στα μνημόνια ναι στις δανειακές συμβάσεις.
Το πλαίσιο αυτό, παρά τις αντιφάσεις του (δανειακές συμβάσεις χωρίς μνημόνια είναι αδύνατον να υπάρξουν) καταγράφει τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ελληνικής κοινωνίας. Διεκδικεί από την Ευρώπη δεν θέλει να βγει έξω από αυτήν. Δεν είναι υπέρ ενός μοναχικού δρόμου (παρά τα όσα περί εθνικής ανεξαρτησίας  από δεξιά και αριστερά λέγονται και δίνουν την εντύπωση ότι πιάνουν τόπο). Η μονομερής διαγραφή του υπάρχοντος χρέους και η απόρριψη κάθε  δανειακής σύμβασης παραπέμπουν σε αυτάρκεις κλειστές κοινωνίες που ανήκουν οριστικά στο παρελθόν.

Πέραν του ΚΚΕ βέβαια υπάρχει και ο ΣΥΡΙΖΑ που ελλείψει στρατηγικής ερωτοτροπεί τόσο με τις απόψεις του ΚΚΕ όσο και με την ιδέα  της μονομερούς κατάργησης του μνημόνιου κι επιβολής μορατόριουμ (αναστολής) στην αποπληρωμή του χρέους. Όλα αυτά  οδηγούν στην  ίδια κατάληξη. Στην άμεση ή έμμεση απομάκρυνση από την Ε.Ε. Γεγονός που δεν συνάδει με τις διεκδικήσεις του αντιμνημονιακού κινήματος και τις απόψεις της συντριπτικής πλειοψηφίας της Ελληνικής κοινωνίας.
Πρόκειται για μειοψηφικές απόψεις που περιστασιακά  φαίνεται, μαζί με άλλες, ότι εκπροσωπούν το αντιμνημονιακό κίνημα ενώ στην ουσία είναι μετέωρες χωρίς πραγματική στήριξη από την κοινωνία.
Κάνει μεγάλο λάθος  όποιος νομίζει ότι  ένα κίνημα διαμαρτυρίας θα το μετατρέψει σε ένα αντι-ευρωπαϊκό πολιτικό κίνημα (ή οτιδήποτε άλλο «ανατρεπτικό»). Η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται μακράν τέτοιων αναζητήσεων.
Με την τοποθέτηση πολιτικών διλημμάτων το μόνο που ενισχύεται είναι η απόσταση του «πολιτικού» από το «κοινωνικό», των κομματικών γραμμών από το πραγματικό γίγνεσθαι .
Οι συσχετισμοί των τάσεων  μέσα στην κοινωνία είναι αυτοί που τελικά θα καθορίσουν  την πορεία των πραγμάτων κι όχι οι αυτονομημένες  κομματικές πολιτικές.

Μήλιος Χρήστος
(δημοσιεύτηκε στο site  του Πολιτικού Κέντρου Θεσ/νίκης- www.pokethe.gr- στις 6-11-2012)