είμαστε όλοι ένοχοι και υπό κατάργηση, γιατί ο φτωχός Λάζαρος κάτι πήρε από τα αποφάγια του πλούσιου Του Ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά Ένα από τα σκιάχτρα, που δεν είναι ανθρώπινα ομοιώματα για να φοβίσουν τα πουλιά, αλλά ένα σύγνεφο χωρίς πανταλόνια, δηλαδή χωρίς έλλογη υπέρβαση της πραγματικότητας, ένα τέτοιο νοσηρό σύγνεφο μας καλύπτει, γέννημα μιας συγκυριακής πολιτικής απάτης και αυταπάτης, και μας ενοχοποιεί ως εθνικό σύνολο. Το εθνικό σύνολο αποθέτει τις ελπίδες του στους πλειοψηφούντες πολιτικούς σχηματισμούς κι αυτοί (αλλιώς, όσοι τους αναδεικνύουν και τους υποβάλλουν την πορεία πλεύσης) δεν προσφέρουν στους εκλογείς εφαρμόσιμες, και κυρίως κατανοήσιμες και υπεράνω κάθε καχυποψίας διαμετρικώς αντίθετες επιλογές. Έτσι φθάσαμε στον υπερδανεισμό, ιδιωτικό και δημόσιο. Τον υπερδανεισμό άλλοι είχαν το τυφλό συμφέρον να τον επιβάλλουν: εκείνοι που μετάλλαξαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό σε χρηματιστικό, δηλαδή την παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων, όπως έλεγε ο Σράφα, στο φάντασμα του χρήματος που από ισοδύναμο των αξιών έγινε απαξία. Σ’ αυτό το παιχνίδι μπήκαν οι οικονομικές και πολιτικές μας ηγεσίες (δεξιές, κεντρώες και, ω της εσχάτης προσαρμογής, «σοσιαλίζουσες»). Επωφελήθηκε το εθνικό μας σύνολο, μεγάλοι και μικροί. Οι τελευταίοι, αντί να κοιτάνε την ευωχία του πλούσιου Λαζάρου, γεύτηκαν τα αποφάγια του. Οι αρχαίοι θεοί αρκούνταν στην τσίκνα των θυσιών και οι βρωτοί απολάμβαναν τη σάρκα των αμνών της θυσίας. Τώρα ενοχοποιούνται όλοι για τη συμμετοχή τους στην πρόσκαιρη ευμάρεια του υπερδανεισμού. Απαξιώνεται η εθνική συλλογικότητα και μαζί μ’ αυτά το έθνος: όχι το έθνος των δυνατών, αλλά του έθνους των αδυνάτων: φταίμε όλοι, γιατί παίζαμε με σημαδεμένη από άλλους τράπουλα: φταίει αυτό το δύσμοιρο έθνος, αυτή η τραγική συλλογικότητα που ενσωμάτωσε όλες τις μεταμορφώσεις της ιστορικότητάς του, έθνος τραγικό και όχι μόνο ρομαντικό. Παμπάλαιη ιστορία Σήμερα ενοχοποιείται, για να καταργηθεί: όχι γιατί στη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση συμφύονται σε μιαν οικουμενικότητα που σέβεται τις ιδιοπροσωπίες: η αντιφατική και συνενώνουσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει περάσει στα αζήτητα και στα λησμονημένα· το ίδιο και η προλεταριακή ομοψυχία. Είμαστε όλοι ένοχοι και υπό κατάργηση, γιατί ο φτωχός Λάζαρος κάτι πήρε από τα αποφάγια του πλούσιου. Δεν είναι μια πρόσφατη, αλλά μια παμπάλαιη ιστορία. Ας μην πάμε στα βαθιά ομηρικά νερά: θα ήταν «φονξιοναλισμός» χωρίς το συνακόλουθό του, τη δομή («στρουκτούρα» στα φραγκοχιώτικα). Οι αθάνατοι απαντούν στους θνητούς που τους κατηγοράνε ότι όλα τα κακά έρχονται από την αφεντιά τους και λένε ότι οι θνητοί έχουν το μερίδιο της δικής τους ευθύνης «υπέρ μόρον», πάνω από το πεπρωμένο τους, κι ο λόγος οι δικές τους «ατασθαλίες». Σάμπως δεν έφαγαν τα βόδια του Απόλλωνα; Σάμπως δεν επωφελήθηκαν από τον υπερδανεισμό, από τις κοινοτικές παροχές κι αντί ν’ αναστήσουν καλλιέργειες παρήγαγαν για τις χωματερές κι αγόραζαν διαμερίσματα στις πόλεις; Σάμπως δε στέρεψαν την υδροφόρο ζώνη της Θεσσαλίας και χάθηκαν τα αναβλυστικά νερά, τα μάτια, και τώρα θα πρέπει να στερέψει η Ρούμελη με την παροχέτευση του Αχελώου; Το μερίδιο κοντολογίς του μικροαπατεώνα στο φαγοπότι των μεγάλων απατημένων απατεώνων, καθώς θα ’λεγε εκείνος ο απέθαντος Κάρολος - φτωχός που εξηγούσε τον πλούτο, το βιομηχανικό Κεφάλαιο της εποχής του, υποσημαίνοντας τις μεταλλαγές του, καθώς λένε οι ερμηνευτές του, αλλά και τα απροσδόκητα, δηλαδή την ενδεχομενικότητα του 1917. Όλα τούτα είναι πασίγνωστα και δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας - αν υποτεθεί ότι έχω κάποια «αρμοδιότητα». Συλλογική, λοιπόν, ενοχή ενός έθνους, επιχείρημα συνεπώς για την εξουθένωσή του. «Τα εφάομεν ούλα» (προσθέτω: όλοι), διάβασα κάπου ή άκουσα κάποτε ότι είχε πει ένας πολιτικός. Δεν «εφάομεν» ποτέ «ούλα» όλοι ισομερώς: η ευθύνη όμως, ακλιμάκωτη, πέφτει σε όλους και απενοχοποιούνται οι ένοχοι. Φοροφυγάδες; Ναι, μικροί και μεγάλοι. Οι μικροί μας έκαμαν όλους φοροφυγάδες, γιατί μας γλίτωναν από τον ΦΠΑ, για να γίνουν αυτοί νοικοκυραίοι. Αλλά σε συνθήκες ατελούς καπιταλισμού δεν γίνεται παρά να αναδύεται η «παραοικονομία», από την οποία επωφελούνται και οι τελέσφοροι μικροί και κατά κύριο λόγο κάποιοι άλλοι ατελέσφοροι, μικροί και τελικώς μεγάλοι. Όλοι μας, λοιπόν, ένοχοι κι ενοχοποιημένοι, συνεπώς ας αποδεχθούμε την αποδόμηση με όργανο τη διαχείριση της αποπτώχευσης, αλλιώς χρεοκοπίας από τη χρηματική λειτουργία του κεφαλαίου. Αξία ίσον εργασία, φθίνουσα απόδοση του κέρδους σε συνθήκες που η τεχνολογία υπαγορεύει την αύξηση του παγίου κεφαλαίου. Παλαιά παραμύθια. Ούτε ένας Κρότσε δεν κατάλαβε τι σημαίνει αυτό. Ας έρθω όμως στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα, δρασκελώντας τον χρόνο. Γιατί «εάλω» η Πόλη; Για τις αμαρτίες του κόσμου: κοινό μοτίβο στους θρήνους που γράφηκαν για την άλωση, εσωτερικευμένη ενοχή που κράτησε ως αργά, ως κι αυτήν την έκρηξη του 1821: ένα ενοχοποιημένο και ένοχο σύνολο, το Γένος. Υπάρχουν, βέβαια, και οι ορθολογικότερες φωνές που, μολονότι δεν αποδεσμεύονταν από το σχήμα της αμαρτίας, την εξειδίκευαν: διεργασίες, άδικη απονομή της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, για τους ανθρώπους της Άλωσης, για τους πριν και μετά απ’ αυτούς, την Ιστορία την έγραφε το χέρι του Θεού, που ίσως τη ροκάνιζε αλλά δεν την αναιρούσε η ατομική ευθύνη. Και πάλι αναθυμούμαστε τον Όμηρο, αλλά και τα όρια της Ειμαρμένης και της Ελευθερίας που τόσο σοφά ανακάλεσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πριν τον φετιχοποιήσει η επικρατούσα πρόσληψή του. Ενοχοποίηση, λοιπόν, που δεν μετάλλαξε ωστόσο τις κοινωνικές δομές και τα εξουσιαστικά συστήματα: κι εκείνες κι εκείνα ήταν τα εδράσματα της κατάκτησης και της διαιώνισής της με όργανο την ενοχή. Οι ενοχοποιημένοι ήταν η αιτία της κατάκτησης. Θα έπρεπε να την αποδεχθούν, ώσπου να έρθει ο χρόνος της αποπληρωμής της αμαρτίας. Στο μεταξύ θα έπρεπε οι κατακτημένοι να διατηρήσουν τη συλλογικότητά τους, ταυτιζόμενοι με όποια από τα εξουσιαστικά συστήματα επέτρεψε η κατάκτηση να διατηρηθούν για να εδραιωθεί η ίδια· και κατά κύριο λόγο τους εκκλησιαστικούς θεσμούς που συναιρούνταν στο γενικό και γενικευτικό σχήμα της θρησκείας - με ασεβή λόγια της ιδεολογίας. Ένας δυτικόφιλος, φίλος της ένωσης των εκκλησιών, θα πει θρηνώντας την άλωση ότι η ιδεολογία του Πορθητή δεν ήταν φυλετική, αλλά θρησκευτική με στόχο την κατάκτηση: μετά την κατάκτηση της Ανατολής, η κατάκτηση της Δύσης. Κι αυτά φυσικά πριν από την πολιορκία της Βιέννης. Οι ένοχοι, οι αμαρτωλοί, θα έπρεπε να υποστούν την κατάκτηση και να την εσωτερικεύσουν βρίσκοντας παρηγοριά στη διατήρηση των δομών που ήταν η προϋπόθεση της εδραίωσης της κατάκτησης. Όλα τούτα δεν ήταν ευθύγραμμος και χωρίς ανασηματοδότηση μέσα στον χρόνο. Ανασηματοδότηση αλλά και η απόδοση ευθυνών σε έναν ετερόδοξο που δεν ήταν μουσουλμάνος. Κι αυτός ήταν ο Εβραίος! Στον 18ο αιώνα ένας εκκλησιαστικός κήρυκας με εκφραστικές ικανότητες αντίστοιχες μ’ εκείνες του Κοσμά του Αιτωλού, ο Νεκτάριος Τέρπος, λέει ότι ο Εβραίος συμβούλεψε τον Σουλτάνο, υποδεικνύοντάς του τον τρόπο με τον οποίο θα εξουθένωνε τους χριστιανούς ραγιάδες του: να τους γονατίσει με τη φορολογία. Κάτι παρόμοια ακούγονται και σήμερα, αλλά σε μια διαφορετική εκδοχή: φορολογική επιβάρυνση των πληθυσμών στο πλαίσιο της αποδιάρθρωσης του «κλασικού» οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού. Δεν είναι της στιγμής το σχόλιο γι’ αυτό το ερμηνευτικό σχήμα· λέγω μόνο ότι είναι απότοκο μιας άγνοιας, της ιστορικότητας δηλαδή των οικονομικών μηχανισμών. Ας ξανάρθουμε στον Τέρπο. Το νόμισμα του Καίσαρα Πώς θα πρέπει οι κατακτημένοι να αντισταθούν στη φορολογική απαίτηση; Με τη λιτότητα. Να εγκαταλείψουν την πολυτέλεια, το επιδεικτικό μοντέλο της κοινωνικής κινητικότητας· να καταργήσουν την οικονομική του προαγωγή αποδεχόμενοι την αρχή ότι το νόμισμα ανήκει στον Καίσαρα· να ταπεινωθούν και να μην κλέβουν στο ζύγι· να αποδεχθούν τους όρους της κατάκτησης για να διατηρήσουν τη θρησκευτική τους ιδιοπροσωπία. Η αποπληρωμή της αμαρτίας μετατίθεται στο οικονομικό επίπεδο. Τι θα έλεγε σήμερα ο Νεκτάριος Τέρπος, πώς θα εξέφραζε τον αντιπλουτοκρατισμό του - αν υποθέσουμε ότι θα είχε παραμείνει αμετάλλαχτος μέσα στην επαναστατική δίνη που ακολούθησε τα δικά του χρόνια; Θα έλεγε πάλι ότι το νόμισμα ανήκει στον Καίσαρα· και σήμερα ο Καίσαρας είναι οι δανειστές μας, όχι ο βίαιος κατακτητής με το «εθνικό» του και διαβαθμισμένο νόμισμα, το οποίο ευτέλισε, γιατί δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει την πραγματική του οικονομία. Ο φιλοδυτικός και οπαδός της ένωσης των εκκλησιών θρηνητής της Πόλης έλπιζε στον Ιωάννη Παλαιολόγο: με την κατάρρευση του «ευρωπαϊκού» του σχεδίου, κατάρρευσε και η Πόλη, ήδη κατά τον θρηνητή ενσωματωμένη Δύση, η οποία θα έπρεπε να κάμει τη σταυροφορία της για να ανακτήσει το ανατολικό μέρος και προτείχισμα που της αφαιρέθηκε. Όλα όσα αποσπασματικώς ανιστόρησα ανήκουν στην πρόσληψη, που πάει μαζί με τη βίωση, της Ιστορίας: τη συγχρονική και όχι την εκ των υστέρων ιστοριογραφική ερμηνεία. Ωστόσο, αυτή η πρόσληψη βρήκε τον αντίλογό της μέσω της ίδιας της τής λογικής: οι επαναστάτες του 1821 θα εκφράσουν ένα λόγο που θα δείχνει την αντιφατικότητα της προνοιακής ιστορίας, αναιρώντας την εκ των ένδον και μεταλλάσσοντας την αδράνειά της σε δυναμική. Αλλά γι’ αυτό θα χρειαστεί ένα επόμενο σημείωμα. Αναδημοσίευση από την Καθημερινή (2-10-2011) |
“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους
αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”
θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν
Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011
Η αμαρτία και η συλλογική ενοχή
Τρίτη 28 Ιουνίου 2011
ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ: ΝΙΚΗ-ΠΑΓΙΩΣΗ του ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΙΣΛΑΜ στη ΜΑΚΡΑ ΔΙΑΠΑΛΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Οι Βουλευτικές εκλογές στη Τουρκία στις 12 Ιουνίου, έγιναν για πρώτη φορά, μετά το 1982, στο τέλος μιάς κανονικής κυβερνητικής θητείας, όχι δηλ. πρόωρα όπως συνηθίζονταν μέχρι τώρα. Μέσα όμως σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο κλίμα. Δύο απόπειρες κατά της ζωής του Ερντογάν, μαζικές συλλήψεις και φυλακίσεις δημοσιογράφων, δημοσιοποιήσεις ροζ βίντεο στελεχών της αντιπολίτευσης, έξαρση της βίας στις κουρδικές περιοχές και αναμόχλευση της υπόθεσης “Βαριοπούλα” με νέες συλλήψεις ανώτατων αξιωματικών του στρατού, συνέθεσαν το προεκλογικό σκηνικό.
Η εκλογική νίκη του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ήταν προεξοφλημένη , όπως και το υψηλό ποσοστό ψήφων που θα έπαιρνε. Το τελικό ποσοστό, (50%) δικαιώνει τις προβλέψεις σε ότι αφορά τις ψήφους. Αφήνει όμως πολλά ερωτηματικά για το συσχετισμό των εδρών στο κοινοβούλιο.
Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), η κύρια πολιτική έκφραση του κεμαλισμού, μετά και από την αλλαγή στην ηγεσία του, έλαβε ένα ποσοστό της τάξης του 26%. Παρουσίασε μια άνοδο κατά 5% και παραμένει μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη, ειδικά αν λάβουμε υπ’ όψιν την γεωγραφική διασπορά των ψήφων του (Δυτικά παράλια, Θράκη). Στην ουσία ο εκλογικός χάρτης της Τουρκίας επιβεβαίωσε, για άλλη μια φορά, την πολιτισμική πόλωση ανάμεσα στην Ανατολική και Δυτική Τουρκία που αποτελεί μια παράμετρο που πρέπει να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν κάθε φορά στην αποτίμηση των πολιτικών δεδομένων της Τουρκίας.
Το ακροδεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) με ποσοστό 13%, εμφάνισε πτώση της τάξης του 1,3%. Κατάφερε όμως να περάσει το υψηλότατο εκλογικό όριο του 10%. Η είσοδος του στην Εθνοσυνέλευση, επηρέασε αποφασιστικά τον αριθμό εδρών του ΑΚΡ. Γι αυτό πολεμήθηκε σκληρά, προεκλογικά, από το κυβερνών κόμμα, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Όμως δημιούργησε και όρους υποστήριξης του, από τους κεμαλιστές.
Το κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (ΒDP), η τελευταία μετενσάρκωση του κουρδικού πολιτικού κινήματος, κατάφερε να εκλέξει 36 βουλευτές, ακολουθώντας την ταχτική της υποστήριξης ανεξαρτήτων υποψηφίων, με στόχο την παράκαμψη του εκλογικού ορίου του 10%, που απαιτείται για την είσοδο κόμματος στη Βουλή. Στις βουλευτικές εκλογές του 2007, η υποστήριξη των Κούρδων ψηφοφόρων προς τον Ερντογάν, ήταν εντυπωσιακή. Ωστόσο η υπαναχώρηση του ΑΚΡ από τις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις στο Κουρδικό ζήτημα, ευνόησε τους υποψηφίους του BDP.
Στα μετεκλογικά ζητούμενα, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων-ρήξεων με το κεμαλικό κατεστημένο, εστιάζεται στη νέα συνταγματική αναθεώρηση. Από την τελική κατανομή των εδρών, το κυβερνών κόμμα κατέλαβε 326 έδρες (σε σύνολο 550). Διασφάλισε έτσι την αυτοδυναμία (276 έδρες), αλλά υπολείπεται 4 μόλις έδρες, από το όριο των 330 εδρών που απαιτούνται (τα 3/5 των εδρών) για να θέσει σε δημοψήφισμα την αναθεώρηση του συντάγματος. Και απέχει σημαντικά από τις 367 έδρες (τα 2/3 των εδρών) που απαιτούνται για απευθείας συνταγματική αλλαγή από την εθνοσυνέλευση. Η απόσταση των τεσσάρων εδρών που χωρίζει το ΑΚΡ από το όριο των 330 εδρών, που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, δεν είναι απροσπέλαστη. Ακόμη όμως κι αν το ΑΚΡ αποσπάσει τις ψήφους που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, τι μπορεί να προσδοκά απ’ αυτό;
Η Τουρκία δεν είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου. Επόμενα το είδος και η έκταση μιας συνταγματικής αναθεώρησης, δεν είναι ένα απλό ζήτημα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο καθεστωτικός ρόλος του στρατού (αν και αποδυναμωμένος) δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με συνταγματικού τύπου διαδικασίες. Μπορεί να του αφαιρεθούν κάποιες εξουσίες (αυτό συνέβη και στο προηγούμενο δημοψήφισμα), αλλά συνολική αλλαγή πολιτεύματος, στις σημερινές συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Σε κάθε περίπτωση, σχέσεις συνύπαρξης και διαπάλης θα καθορίζουν τις σχέσεις του ΑΚΡ με το “βαθύ κράτος”.
Το ακροδεξιό κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ) με ποσοστό 13%, εμφάνισε πτώση της τάξης του 1,3%. Κατάφερε όμως να περάσει το υψηλότατο εκλογικό όριο του 10%. Η είσοδος του στην Εθνοσυνέλευση, επηρέασε αποφασιστικά τον αριθμό εδρών του ΑΚΡ. Γι αυτό πολεμήθηκε σκληρά, προεκλογικά, από το κυβερνών κόμμα, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα. Όμως δημιούργησε και όρους υποστήριξης του, από τους κεμαλιστές.
Το κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας (ΒDP), η τελευταία μετενσάρκωση του κουρδικού πολιτικού κινήματος, κατάφερε να εκλέξει 36 βουλευτές, ακολουθώντας την ταχτική της υποστήριξης ανεξαρτήτων υποψηφίων, με στόχο την παράκαμψη του εκλογικού ορίου του 10%, που απαιτείται για την είσοδο κόμματος στη Βουλή. Στις βουλευτικές εκλογές του 2007, η υποστήριξη των Κούρδων ψηφοφόρων προς τον Ερντογάν, ήταν εντυπωσιακή. Ωστόσο η υπαναχώρηση του ΑΚΡ από τις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις στο Κουρδικό ζήτημα, ευνόησε τους υποψηφίους του BDP.
Στα μετεκλογικά ζητούμενα, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων-ρήξεων με το κεμαλικό κατεστημένο, εστιάζεται στη νέα συνταγματική αναθεώρηση. Από την τελική κατανομή των εδρών, το κυβερνών κόμμα κατέλαβε 326 έδρες (σε σύνολο 550). Διασφάλισε έτσι την αυτοδυναμία (276 έδρες), αλλά υπολείπεται 4 μόλις έδρες, από το όριο των 330 εδρών που απαιτούνται (τα 3/5 των εδρών) για να θέσει σε δημοψήφισμα την αναθεώρηση του συντάγματος. Και απέχει σημαντικά από τις 367 έδρες (τα 2/3 των εδρών) που απαιτούνται για απευθείας συνταγματική αλλαγή από την εθνοσυνέλευση. Η απόσταση των τεσσάρων εδρών που χωρίζει το ΑΚΡ από το όριο των 330 εδρών, που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, δεν είναι απροσπέλαστη. Ακόμη όμως κι αν το ΑΚΡ αποσπάσει τις ψήφους που απαιτούνται για το δημοψήφισμα, τι μπορεί να προσδοκά απ’ αυτό;
Η Τουρκία δεν είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου. Επόμενα το είδος και η έκταση μιας συνταγματικής αναθεώρησης, δεν είναι ένα απλό ζήτημα κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ο καθεστωτικός ρόλος του στρατού (αν και αποδυναμωμένος) δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με συνταγματικού τύπου διαδικασίες. Μπορεί να του αφαιρεθούν κάποιες εξουσίες (αυτό συνέβη και στο προηγούμενο δημοψήφισμα), αλλά συνολική αλλαγή πολιτεύματος, στις σημερινές συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Σε κάθε περίπτωση, σχέσεις συνύπαρξης και διαπάλης θα καθορίζουν τις σχέσεις του ΑΚΡ με το “βαθύ κράτος”.
Η σχεδόν δεκαετής διακυβέρνηση του κυβερνώντος κόμματος, ταυτίζεται με την εντυπωσιακή οικονομική ανάκαμψη της Τουρκίας (αν και εμφανίζονται τα πρώτα προβλήματα ενός οικονομικού κύκλου), και εν πολλοίς ερμηνεύει, τις συνεχείς νίκες του ΑΚΡ. Η ανάδειξη της στη 15η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο (βάσει ΑΕΠ), καθώς και η συμμετοχή της στους G20, αρκούν για να καταγράψουν τη νέα ισχυρότερη θέση της χώρας. Η Τουρκία παραμένει υπολογίσιμος παράγοντας στους παγκόσμιους συσχετισμούς, στο νέο διεθνοποιημένο πλέγμα εξουσίας που διαμορφώνεται. Διαθέτει ( όσο λίγες χώρες) έναν ισχυρό συνδυασμό οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος. Αποτελεί καθ’ όλα μια περιφερειακή δύναμη σε εξέλιξη.
Και ενώ οι νέες ελίτ της χώρας σε συνθήκες ευφορίας, θέτουν μεγαλεπήβολους στόχους, με ορόσημο το 2023 (100 χρόνια από την ίδρυση του τουρκικού κράτους), η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση υποβόσκει. Μια πιθανή αναζωπύρωση της (υπάρχουν αρκετές ενδείξεις), θα επανακαθορίσει πολλά, για όλους.
Τρυψάνης Θανάσης
22-06-2011
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
Η χρηματοπιστωτική κρίση της Ευρώπης, η αναγκαία αναδιάρθρωση των χρεών και η οικονομική καταδίκη του νότου
Παράταση στο καθεστώτος δανεισμού της Ελλάδας.
Μια δεύτερη ευκαιρία (;)
Τελικά, μετά από πολλές διαβουλεύσεις η Ε.Ε, αποφάσισε να παρατείνει, για άλλα δύο χρόνια, το καθεστώς δανεισμού της Ελλάδας. Η χώρα μας «κέρδισε» και πάλι χρόνο (αυτή η αίσθηση υπάρχει) προκειμένου να μπορέσει να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό της πρόβλημα. Το ερώτημα είναι: Θα μπορέσει να επωφεληθεί, από αυτή τη νέα παράταση; Και ακόμα: Με ποιο τρόπο; δηλ. τι πρέπει και τι μπορεί να κάνει που να εκληφθεί σαν αξιοποίηση του χρόνου που υποτίθεται ότι κέρδισε;
Οι απαντήσεις δεν είναι τόσο εύκολες. Προϋποθέτουν την συνεκτίμηση πολλών παραμέτρων. Και κύρια των διεθνών εξελίξεων, όπου εντάσσεται το Ελληνικό πρόβλημα εκ των πραγμάτων. Τίποτα στις μέρες μας δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από μια γενική θεώρηση. Ο κόσμος έχει ενιαιοποιηθεί και πρώτα απ’ όλα στην οικονομία. Τα φαινόμενα έχουν αποκτήσει ταυτόχρονα μια οικουμενικότητα και μια αλληλεξάρτηση τέτοια που είναι αδύνατον να εξετάζονται πλέον μεμονωμένα. Το Ελληνικό πρόβλημα πρέπει να ειδωθεί σαν μέρος ενός γενικότερου προβλήματος, μιας κρίσης σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που η πορεία της, μέσα από πλήθος αντιφάσεις και ανταγωνισμούς, θα επικαθορίσει τους ιδιαίτερους όρους αντιμετώπισής του.
Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια να τεθούν τα ζητήματα σε μια τέτοια διάσταση. Με όσο γίνεται πιο συνοπτικό τρόπο. Επιγραμματικό κατά βάσιν παρά αναλυτικό. Στην πορεία θα υπάρξουν κι άλλα κείμενα πιο εκτεταμένα που θα αναφέρονται αναλυτικότερα σε όσα θίγονται εδώ.
Η Ευρώπη χρειάζεται χρόνο
Στο τραπέζι της Ε.Ε. υπάρχουν ανοιχτές προς εξέταση τρεις λύσεις για την Ελλάδα: α) Η συνέχιση του σημερινού καθεστώτος δανεισμού, με αυστηροποίηση συνεχώς των όρων του, β) κάποια επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και γ) διακοπή των πιστώσεων (χρεοκοπία). Καμία από αυτές δεν έχει προκριθεί ως η οριστική λύση. Η παράταση του καθεστώτος δανεισμού αποτελεί μια πρόσκαιρη λύση έως ότου να δουν στην Ε.Ε. τι θα κάνουν. Από αυτή την άποψη και η Ε.Ε. χρειάζεται τον χρόνο της. Σήμερα είναι ανέτοιμη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της Ελλάδας και γενικότερα το πρόβλημα του χρέους της Νότιας Ευρώπης σε μακροπρόθεσμη βάση. Έτσι παραμένει στην γνωστή και δοκιμασμένη μέθοδο της «βήμα προς βήμα» προσέγγισης του προβλήματος. Και επειδή οι καταστάσεις πιέζουν, προχωρά στην κάλυψη των δανειακών αναγκών της Ελλάδας για άλλα δύο χρόνια αυστηροποιώντας τους όρους δανεισμού ενώ παράλληλα εξετάζει και κάποιες ενδιάμεσες τραπεζικές ρυθμίσεις. Με αυτόν τον τρόπο η Ε.Ε. προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. «Κερδισμένοι», κατά τα επιφαινόμενα, και επί της ουσίας χαμένοι, από αυτή την μεταβατική κατάσταση που περνά η Ε.Ε., είναι η Ελλάδα αλλά και όλες οι χώρες της Ν. Ευρώπης. Το γιατί το εξηγούμε παρακάτω. Εδώ απλά να σημειώσουμε ότι το περιθώριο των δύο χρόνων, στο οποίο αναφερόμαστε, θα πρέπει να το θεωρούμε εντελώς σχετικό. Μπορεί η Ε.Ε. να καταλήξει πολύ πιο σύντομα σε μια οριστική λύση. Αυτό θα εξαρτηθεί από τις γενικότερες οικονομικές εξελίξεις αλλά και τα δικά της περιθώρια επιλογών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο λεγόμενος « οικονομικός χρόνος» εξαντλείται όπου νάναι, και τα περιθώρια στενεύουν διεθνώς.
Η χρηματοπιστωτική κρίση που την είπαν κρίση χρέους
Η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη δεν πήρε, όπως προαλείφονταν από πολλούς, την μορφή χιονοστιβάδας. Ο κίνδυνος ντόμινο παραμένει αλλά υπάρχει μια ορισμένη επιβράδυνση του φαινόμενου που αφήνει περιθώρια για έναν καλύτερο χειρισμό του. Η επιβράδυνση αυτή είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης παρέμβασης που έγινε από τη μεριά της Ε.Ε. στα οικονομικά των χωρών που εμφάνισαν την κρίση χρέους, και αφορούσε την υπαγωγή τους στον προσωρινό μηχανισμό στήριξης μέσω του οποίου εξασφαλίστηκε η προσωρινή έστω δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους. Στα οικονομικά αυτό λέγεται αναχρηματοδότηση του χρέους (σου δανείζουν δηλ. οι δανειστές σου ή ενδιάμεσοι, για να πληρώσεις αυτά που τους χρωστάς). Αποφεύχθηκε με αυτόν τον τρόπο, πρόσκαιρα, η ανοιχτή εκδήλωση μιας τραπεζικής κρίσης πού θα ήταν πολύ πιο σημαντική κι επικίνδυνη (από την κρίση χρέους) για την οικονομία της Ευρωζώνης. Γιατί η πραγματική κρίση της Ευρωζώνης είναι χρηματοπιστωτική (όπως και της Αμερικής). Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες (κύρια οι γαλλογερμανικές) είναι φορτωμένες με «τοξικά» ομόλογα. Στην πραγματικότητα στην Ευρωζώνη έχουμε μια τραπεζική «φούσκα» που συγκαλύπτεται με πολλούς και διάφορους τρόπους. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι γίνεται μια «διεθνής συντονισμένη προσπάθεια» προκειμένου να συγκαλυφθεί το όλο θέμα γιατί είναι αδύνατον να πιστέψουμε ότι οι διεθνείς οικονομικοί κύκλοι το αγνοούν και το μόνο που αντιλαμβάνονται είναι μια κρίση χρέους των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Η κρίση χρέους είναι η μορφή με την οποία παρουσιάζεται η χρηματοπιστωτική κρίση των Ευρωπαϊκών τραπεζών. Χωρίς την χρηματοπιστωτική κρίση δεν θα υπήρχε η κρίση χρέους ή δεν θα υπήρχε σε αυτή τη διάσταση. Και το ότι τα πράγματα παρουσιάζονται με ανάποδο τρόπο είναι ένα ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει.
Παρά τις όποιες ιδιαιτερότητές του το πρόβλημα της Ελλάδας είναι Ευρωπαϊκό. Και η χρηματοπιστωτική κρίση της Ευρώπης είναι συνέχεια της αντίστοιχης των ΗΠΑ. Υπάρχει μια συνεχής μετακύληση των συνεπειών και του κόστους της κρίσης. Οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν την κρίση βασικά με δανεισμό. Πέρα από την ανεργία, που προέκυψε εξ΄ αιτίας της ύφεσης, δεν κατέφυγαν στην αύξηση της φορολογίας και δεν μετέθεσαν τα βάρη της κρίσης στην κοινωνία (έως τώρα), αλλά με τα τρισεκατομμύρια που δανείσθηκαν, από την διεθνή αγορά για να στηρίξουν το τραπεζικό τους σύστημα, περιόρισαν σημαντικά τον όγκο του συνολικού διαθέσιμου πιστωτικού χρήματος, που γι αυτό το λόγο, έγινε πολύ ακριβό για τον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι μετατοπίστηκε το κόστος της κρίσης στην Ευρώπη και στους αδύναμους κρίκους της.
Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες, όλα τα προηγούμενα χρόνια, αγόραζαν ομόλογα της περιφέρειας χωρίς να υπολογίζουν τον παραμικρό κίνδυνο. Όλα τα ομόλογα στην Ευρωζώνη θεωρούνταν μηδενικού κινδύνου. Με την κρίση στη διεθνή πιστωτική αγορά έγιναν «τοξικά» δηλ. απόλυτα επισφαλή. Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες περιήλθαν σε κρίση. Η «φούσκα των ομολόγων» των Ευρωπαϊκών τραπεζών είναι το αντίστοιχο της «φούσκας των στεγαστικών δανείων» των τραπεζών της Αμερικής.
Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες δεν διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακή βάση για να καλύψουν την ζημιά. Άρα θα χρειάζονταν ένα πρόγραμμα στήριξης και διάσωσης. Τα Ευρωπαϊκά κράτη όμως αρνούνται να πληρώσουν αυτό το κόστος. Αρνούνται δηλ. να κάνουν αναδιάρθρωση του χρέους. Πέραν αυτού υπάρχει όντως σοβαρή στενότητα στην άντληση κεφαλαίων από την διεθνή αγορά. Τα τοξικά ομόλογα εν τω μεταξύ συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς να εμφανίζονται στους ισολογισμούς των τραπεζών που είναι πλέον, για τον λόγο αυτό, πλασματικοί. Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε οριακό σημείο. Η περίπτωση της Γαλλο-Ελβετικής τράπεζας Dexia, με 3,7 δις ομόλογα Ελληνικά στην κατοχή της, είναι χαρακτηριστική. Σε μία νύχτα βρέθηκε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και χρειάζεται πλέον επειγόντως ένα πρόγραμμα διάσωσης από Γαλλία- Ελβετία. Η εξαργύρωση τριών δις δικών της ομολόγων δεν θα γίνονταν από δύο οίκους αν δεν ήταν επισφαλής η θέση της. Ανάλογα συμβάντα μπορούν να υπάρξουν, στη συνέχεια και με άλλες τράπεζες όσο η κατάστασή τους παραμένει προβληματική.
Η οικονομικά ενδεδειγμένη κίνηση της Ε,Ε, στην χρηματοπιστωτική κρίση που περνάει, θα ήταν η κεφαλαιακή στήριξη των τραπεζών, από την μια (που βασικά θα καλύπτονταν με δανεισμό), και η αναδιάρθρωση του χρέους του Ευρωπαϊκού Νότου από την άλλη. Αυτό βέβαια συνεπάγονταν ένα σημαντικό κόστος. Η ΕΚΤ βέβαια παρέχει μια ορισμένη στήριξη στις τράπεζες αλλά αυτό δεν αφορά την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης. Επί πλέον, όπως είπαμε, έχει περιορισθεί σημαντικά διεθνώς η αγορά πιστωτικών διαθεσίμων. Για την αντιμετώπιση του πιστωτικού προβλήματος η Ε.Ε. προκρίνει μια διαδικασία αναχρηματοδότησης του χρέους παρέχοντας νέα δάνεια στις χώρες του Νότου με ολοένα πιο επαχθείς όρους που οδηγούν στην αφαίμαξη του όποιου πλεονάσματος και στην καταστροφή των οικονομιών τους. Μετακυλύει έτσι το κόστος της κρίσης στις χώρες της περιφέρειας χωρίς να λύνει το χρηματοπιστωτικό πρόβλημα των Ευρωπαϊκών τραπεζών. Αυτό όμως θα μπορεί να το κάνει ως ένα σημείο.
Η Ε.Ε. σήμερα προφασίζεται ότι δεν υφίσταται χρηματοπιστωτική κρίση και ότι οι Ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακή βάση. Και αναφέρεται μόνο στην κρίση χρέους. Από την άλλη οι κυβερνήσεις των χωρών της Νότιας Ευρώπης προφασίζονται ότι θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν το χρέος τους. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Η χρηματοπιστωτική κρίση στην Ευρώπη συνεχίζει να υφίσταται, τα τοξικά ομόλογα υπάρχουν και θα υπάρχουν, όσο δεν αναδιαρθρώνονται τα χρέη. Και οι Χώρες του Νότου, αφού «κάψουν όλο το λίπος τους» και καταστραφούν οικονομικά, θα εμφανιστούν ασυνεπείς με την δέσμευσή τους να αποπληρώσουν το χρέος. Όλη η διαδικασία, όπως εξελίσσεται, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια ανακύκλωση της κρίσης και στην αναπαραγωγή της σε ένα παραπάνω επίπεδο, επώδυνο αυτή τη φορά και για την κεντρική και βόρεια Ευρώπη.
Έχει σημασία να τοποθετήσουμε την κρίση στις πραγματικές της διαστάσεις. Δεν είναι κατ΄ εξοχήν κρίση χρέους της Ελλάδας και των άλλων χωρών της Νότιας Ευρώπης. Είναι βασικά χρηματοπιστωτική κρίση των Ευρωπαϊκών τραπεζών Η κρίση χρέους είναι απόρροια αυτής της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Χωρίς αυτήν η Ελλάδα και οι άλλες χώρες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να δανείζονται, με ακριβότερα ίσως (χωρίς και αυτό νάναι βέβαιο) επιτόκια, άλλα όχι απαγορευτικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η διαδικασία δεν θα έπιανε κάποτε ένα όριο και δεν θα έμπαινε σε κρίση. Αλλά δεν υπάρχουν αυστηρά καθορισμένα επίπεδα δανεισμού. Τόσο σαν απόλυτο ποσό όσο και σαν ποσοστό του ΑΕΠ. Όλα όσα αναφέρονται σχετικά είναι αυθαίρετα, δεν έχουν καμία βάση.
Όπως δανειζόμασταν όταν το χρέος ήταν 300-320 δίς έτσι θα μπορούσαμε να δανειστούμε και στα 350. Αλλά μεσολάβησε η χρηματοπιστωτική κρίση, πρώτα στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Από την φούσκα των στεγαστικών δανείων περάσαμε στην κρίση των Αμερικάνικων τραπεζών, στην στήριξή τους με τεράστια ποσά που αντλήθηκαν από την διεθνή αγορά και στη δραματική μείωση των πιστωτικών διαθεσίμων. Από κει και πέρα μεταφέρθηκε η κρίση στην Ευρώπη. Με τον περιορισμό των πιστωτικών διαθεσίμων οι Ευρωπαϊκές τράπεζες αδυνατούσαν πλέον να αναχρηματοδοτούν την εξόφληση των δανείων. Το πιστωτικό χρήμα περιορίστηκε και έγινε ακριβό. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να δανείζεται, και με ένα μέρος από αυτά, να εξοφλεί τα χρέη της. Η διαδικασία αναχρηματοδότησης των χρεών, από τις πιστώτριες τράπεζες, μετά από πολλά χρόνια, ακυρώθηκε. Για να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε, από αυτές, έπρεπε να πληρώνουμε πολλαπλάσιο επιτόκιο σε σχέση με το παλιό. Τα επιτόκια έγιναν απαγορευτικά. Η αποπληρωμή του χρέους προβληματική. Τα ομόλογα επισφαλή (τοξικά). Η Ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά πέρασε σε κρίση. Και σε αυτήν παραμένει.
Εδώ ξεκινά ο παρεμβατικός ρόλος της Ε.Ε. και του ΔΝΤ.
Η ανάμειξη του ΔΝΤ έγινε για συμβολικούς και ουσιαστικούς λόγους. Συμβολικούς για να τονίσει ότι η κρίση είναι κρίση χρέους (το ΔΝΤ παρεμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις) και δευτερευόντως και κρίση διεθνής. Και ουσιαστικούς για να υπάρχει επιμερισμός του κόστους (και πέραν της Ε.Ε.). Η αναχρηματοδότηση του χρέους πέρασε στην ευθύνη των κρατών της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Συντάχθηκαν μνημόνια, μπήκαν πλάνα δημοσιονομικής πειθαρχίας, περιορισμού της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης, και αφαίμαξης του όποιου πλεονάσματος. Τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής είναι προδιαγραμμένα. Οι χώρες του Νότου βυθίζονται στην ύφεση και την ανεργία, και καταστρέφεται όλος ο οικονομικός τους ιστός. Αυτό στην αντιμετώπιση (την ουσιαστική) της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Ευρώπης συμβάλει από ελάχιστα έως καθόλου. Συμβάλει απλά στην χρονική μετάθεση του προβλήματος. Συνιστά μια καθαρή καταστροφική επιλογή. Έχει τα ίδια αποτελέσματα που θα είχε, εκ μέρους της Ελλάδας, μια στάση πληρωμών. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχεί το ίδιο καταστροφικό πνεύμα: «Δεν θα σωθώ εγώ αλλά θα καταστρέψω και σένα»
Το αδιέξοδο λοιπόν γίνεται φανερό. Η χρηματοπιστωτική κρίση της Ευρώπης παραμένει σαν γενεσιουργός αιτία της κρίσης χρέους. Τα μνημόνια καταστρέφουν τις οικονομίες της Νότιας Ευρώπης τη στιγμή που στον ορίζοντα διαφαίνεται μια πιθανή παραπέρα επιδείνωση της κατάστασης των χρηματαγορών καθώς, το επόμενο διάστημα, δοκιμάζεται η δυνατότητα της Αμερικής να αποπληρώσει τα χρέη της. Αυτή την περίοδο στην Αμερική προβάλει η αναγκαιότητα για κάλυψη των χρεών που συνεπάγεται είτε αύξηση της φορολογίας και γενικά την λήψη υφεσιακών μέτρων είτε κάποια ευνοϊκή ρύθμιση των χρεών ή ταυτόχρονα την προώθηση και των δύο. Αλλά πάνω από όλα η Αμερική σήμερα δεν θα ήθελε να συρρικνωθούν παραπέρα τα διεθνή πιστωτικά αποθέματα. Αυτό θα σήμαινε αδυναμία των ΗΠΑ να προβούν σε νέα άντληση κεφαλαίων ή σε μελλοντικές ευνοϊκές ρυθμίσεις των χρεών τους (επιμηκύνσεις, μερικού χαρακτήρα αναδιαρθρώσεις, κατακρατήσεις κλπ.)
Για την Ευρώπη η αναδιάρθρωση του χρέους αποτελεί (θεωρητικά) μια λύση:
-Διευθετεί την χρηματοπιστωτική της κρίση. Οι Ευρωπαϊκές τράπεζες απαλλάσσονται από το βάρος των τοξικών ομολόγων
- δίνει την ευκαιρία ανασυγκρότησης των οικονομιών του Νότου.
Τα υπαρκτά εμπόδια είναι:
- η στενότητα των χρηματαγορών
- η στάση των ΗΠΑ που είναι αντίθετες με οποιαδήποτε σημαντική άντληση διεθνών κεφαλαίων από την Ε.Ε.
- το κόστος της αναδιάρθρωσης που είναι και το πιο σημαντικό.
Θα μπορέσουν άραγε οι Ευρωπαίοι ηγέτες, αυτά τα εμπόδια, να τα υπερβούν;
Τι εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν;
Τα πράγματα είναι περιπλεγμένα διεθνώς. Γι’ αυτό και οι λύσεις δεν είναι τόσο εύκολες και απλές. Η λύση του χρηματοπιστωτικού προβλήματος της Ευρώπης προσκρούει στην στενότητα των χρηματαγορών, στη στάση των ΗΠΑ, αλλά και στα τεράστια κόστη που συνεπάγεται οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του χρέους, ενώ η διατήρηση, επί μακρόν, της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης εγκυμονεί γενικότερους αποσταθεροποιητικούς κινδύνους για το σύστημα.
Από την μεριά των ΗΠΑ δεν υπάρχει θετική άποψη για την λύση του χρηματοπιστωτικού προβλήματος της Ε.Ε. Ταχτικά υποστηρίζουν την συντήρηση της σημερινής κατάστασης, την αποφυγή οποιασδήποτε επιδείνωσης (γι’ αυτό άλλωστε υποστήριξαν θερμά την λύση της αναχρηματοδότησης των χρεών του Νότου με συμμετοχή του ΔΝΤ). Αλλά αυτή η πολιτική έχει ημερομηνία λήξης, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Ο Ομπάμα βέβαια στα μάτια των Ελλήνων μπορεί να φαντάζει ως φιλέλλην αλλά αυτό αφορά ένα παρωχημένο κριτήριο των Ελλήνων που θέλουν να θεωρούν φίλους τους όσους συνεχίζουν να τους δίνουν δανεικά (βλέπε και περίπτωση Στρός Κάν).
Οικουμενικοί καταναγκασμοί και αδιέξοδα.
Αργά ή γρήγορα, όπως πάνε τα πράγματα, η Ε.Ε. θα υποχρεωθεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση των χρεών. Και να πληρώσει το βαρύ τίμημα της χρηματοπιστωτικής της κρίσης, με συμμετοχή ή όχι του ιδιωτικού τομέα. Είναι σχεδόν αδύνατον να το αποφύγει. Σήμερα όμως είναι ανέτοιμη να το κάνει (πέρα από τους διεθνείς περιορισμούς που μπαίνουν για κάτι τέτοιο). Έτσι θα συνεχίσει προς το παρόν να επιμένει στο καθεστώς των δανειακών συμβάσεων με τις χώρες του Νότου, αυστηροποιώντας συνέχεια τα Μνημόνια και εξωθώντας τις χώρες αυτές σε οριακές καταστάσεις.
Η παράταση βέβαια της χρηματοπιστωτικής κρίσης της Ε.Ε εγκυμονεί γενικότερους κινδύνους κι ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με την διαφαινόμενη αδυναμία των ΗΠΑ να ανταποκριθούν στα χρέη τους και την γενικότερη αστάθεια στις χρηματαγορές.
Από την άλλη οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά συστήματα στο σύνολό τους, των υπερχεωμένων χωρών, μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι διακατέχονται από μια αμηχανία και από κάποιες αναστολές, αλλά ιδεολογικά είναι αποφασισμένα να συμμορφωθούν. Δεν πρόκειται να ανακαινίσουν κανένα ζήτημα που να τα διαφοροποιεί από την γενική οικονομική κατεύθυνση που ακολουθείτε από την Ε.Ε και τις ΗΠΑ. Άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ δύσκολο. Δεν πρόκειται, με άλλα λόγια, να θέσουν επιτακτικά το θέμα της Ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής κρίσης και της αναδιάρθρωσης των χρεών. Θα υλοποιήσουν τα Μνημόνια, με λιγότερο ή περισσότερο αυστηρό τρόπο, και συνειδητά θα οδηγήσουν τις οικονομίες των χωρών τους σε αδιέξοδο. Θα λειτουργήσουν καθαρά ως εθνικοί ιμάντες μιας υπερεθνικής εξουσίας. Περί αυτού δεν πρέπει να υπάρχουν οι παραμικρές αυταπάτες. Έτσι δομείται και λειτουργεί πολιτικά, στις μέρες μας, η οικουμενικότητα. Όλα τα άλλα για διαφορετικά μίγματα και άλλες πολιτικές είναι προσχηματικές διαφοροποιήσεις χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα θα πορευτούμε το επόμενο διάστημα. Κι αν το μνημόνιο Β υλοποιηθεί όπως το Α ελαστικά, ίσως βρεθεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην Ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, και τα πράγματα να συνεχίσουν να πηγαίνουν άσχημα αλλά να υπάρχει η πρόσκαιρη, έστω, αίσθηση ότι θα μπορούσαν να παν και χειρότερα. Και να μην υπάρξουν σοβαρές πολιτικές αναταράξεις ενώ βαθμιαία αλλά σταθερά θα διαμορφώνονται μη αναστρέψιμοι όροι καταστροφής της Ελληνικής οικονομίας.
ΜΉΛΙΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
08-6-2011
Από το site http//: www.pokethe.gr
Πέμπτη 21 Απριλίου 2011
Μικρή αναφορά στον ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη
Ερείπια
Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί
Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω
Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή
Απ’ τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή
Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια
Των ημερών τα ερείπια
από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949)
Είπαν γι’ αυτόν ομότεχνοι του
"Ποιητής ευρωπαίος μιας σπάνιας ευαισθησίας και βαθύς γνώστης της λυρικής τέχνης, που τον αξίζει ο έπαινος όχι μόνο της ιδιαίτερης πατρίδας του αλλά και των καλλιεργημένων ανθρώπων όλου του κόσμου".
Οδυσσέας Ελύτης
“Κι η τελευταία ποιητική συλλογή "Το πέπλο και το χαμόγελο" του Τάκη Βαρβιτσιώτη, όπως κι ολόκληρη η ποίησή του, κινείται σ' ένα κλίμα μουσικής, αοριστίας, κι οπωσδήποτε εκείθεν της πραγματικότητος. Οι έννοιες και τ' αντικείμενα έχουν αποβάλει κάθε γήινο βάρος παίρνοντας μια υπόσταση καθαρά ονειρική. Τα πάθη, οι αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου λες κι' έχουν καταργηθεί μέσα σ' αυτή την ποίηση, που κυρίαρχο συστατικό της κρατάει μόνο τη ερωτική σχεδόν, έφεση για ταύτιση με τα πράγματα – χαρακτηριστικό στοιχείο της παιδικότητας”.
Τάσος Λειβαδίτης(Εφημ. ΑΥΓΗ, 29-5-1964)
Μικρό μνημείο στον δυτικό άνεμο
Εσύ που στεφανώνεις τ’ ανάκτορα και τις πυρκαγιές
που στεγνώνεις τα δάκρυα στα ποτάμια
που ανακαλύπτεις πορφυρές χορεύτριες μέσα στα τόξα του καπνού
που ωριμάζεις την ομορφιά των παιδιών
βαθαίνοντας το βλέμμα τους με την οδύνη μιάς προσδοκίας
λυπήσου την ερημική πέτρα
γιατί κι’ αυτή ακόμα από την πνοή σου έχει ζεστή καρδιά
από τη συλλογή Η γέννηση των πηγών (1959)(Βραβείο ποιήσεως των 12)
Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη, έζησε και πέθανε (1-2-11) στη γενέθλια πόλη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παρέμεινε όμως αφοσιωμένος στην ποίηση. Στα γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1936, στο περιοδικό «Μακεδονικές Ημέρες» (1932-1939), και πιο δυναμικά μία δεκαετία αργότερα, όταν εκδόθηκε το περιοδικό «Κοχλίας» (1945-1948). Έχει εκδώσει κριτικά δοκίμια και μετέφρασε πολλούς Γάλλους, Ισπανούς και Νοτιοαμερικανούς ποιητές. Πολυβραβευμένος, τρεις φορές υποψήφιος για βραβείο Νόμπελ. Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2002 αναγορεύτηκε αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Οργάνωσης των Ποιητών.
Σ’ ανακαλύπτω πάλι
Σ’ ανακαλύπτω πάλι
Ω επισκέπτρια νυχτερινή
Μαστιγωμένη απ’ όλους τους ανέμους
Και υψώνω ένα δέντρο
Για να στηρίξω τη λύπη μου
Και ξεδιπλώνω έναν ουρανό
Για να προετοιμάσω την πτήση μου
Ίσαμε σένα
Πόσο μακρύς ο δρόμος
Για να φτάσω την ερημιά των ματιών σου
Για ν’ ανασύρω τα μάτια σου
Μεσ’ απ’ τη στάχτη του καιρού
Να ξεχωρίσω τα λόγια σου
Που ολοένα ξεμακραίνουν
Και μόλις ακούγονται
Ίδιο ανατρίχιασμα νερού
από τη συλλογή Η Μεταμόρφωση (1971)
Μπολιάστηκε από το εσωστρεφές λογοτεχνικό ρεύμα της πόλης, που για πολλούς χαρακτηρίζεται ως “Σχολή Θεσσαλονίκης”. Ωστόσο η πορεία του στα γράμματα είναι ιδιαίτερα προσωπική. Ήταν “ο λυρικός της γενιάς του”. “Σε τούτο ξεχωρίζει αποφασιστικά μέσα στην Ελληνική ποίηση σαν ένας μοναχικός σπορέας σπάνιας τελειότητας στίχων, με ακόμα σπανιώτερη λυρική δύναμη και μιά οπάλινη διαφάνεια που μας φέρνει εγγύτερα προς την τελειότητα”.
Θαλασσινό 13
Άνεμε εσύ της θάλασσας
…πού διαπερνάς ορμητικός
την άβυσσο του ωκεανού…πού τραγουδάς την όλβια ηλικία της γής
και με σταλαγματιές νερού
ραντίζεις τ’ άστρα στα επουράνια
μαστίγιο αστραφτερό
…κανένας δεν ακούει την μουσική σου… αν θές μπορείς να φύγεις για την ώρα
και να κρυφτείς όπως σου πρέπει
ψηλά στο πιο άθικτο γαλάζιο
από τη συλλογή Ακόμα ένα καλοκαίρι (1987)
Η εργογραφία του
Δημοσίευσε 22 ποιητικές συλλογές. Η πρώτη του υπό τον τίτλο «Φύλλα ύπνου» δημοσιεύτηκε το 1949. «Ο Επιτάφιος» (1951) ανήκει στα πιο γνωστά έργα του, καθώς μελοποιήθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι. «Χειμερινό ηλιοστάσιο» (1955). «Ξύλινο άλογο» (1955). «Αλφαβητάριο» (1955). «Η γέννηση των πηγών» (1959, Βραβείο Ποιήσεως των Δώδεκα). «Το πέπλο και το χαμόγελο» (1963). «Η μεταμόρφωση» (1971). «Η φθινοπωρινή σουίτα» (1975). «Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία» (1977, Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών). «Η Άννα της απουσίας» (1979). «Ενωμένα χέρια» (1980). «Σύνοψη, ποιήματα, (τόμος Α’) (1980). «Σύνοψη, ποιήματα, (τόμος Β’) (1981). «Καλειδοσκόπιο» (1983). «Η ατραπός» (1984, Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης). «Fragmenta ή Η βλάστηση των ορυκτών» (1985). «Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους» (1986. «Ακόμα ένα καλοκαίρι» (1987). «Σύνοψη, ποιήματα, (τόμος Γ’) (1988). «Φαέθων» (1992). «Η θαυμαστή αλιεία» (Παγκόσμιο Βραβείο Fernado Rielo στον ΟΗΕ) (1988). «Νήματα της Παρθένου» (δίγλωσση έκδοση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Ποιητών)(1995). «Άρωμα ενός κομήτη» (1997). «Όχι πια δάκρυα» (1998). «Τα δώρα των μάγων» (1999). «Άτριον» (2000). «Μικρά ερωτικά εγκώμια» (2002). «Το χιόνι πάντα μένει» (2002). Συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1941-2002» (2003). «Οι δρόμοι του ουρανού» (2006). Από τις μελέτες του: Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γ. Σαραντάρη (1958), και Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: Ένας περιπαθής του ενστίκτου (1964).
Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους
(Στον Γιάννη Ρίτσο)
10
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ταξιδεύοντας από τη μιαν όχθη στην άλλη
Πάνω στην πλώρη ενός καραβιού
Μοιράζοντας κόκκινα γαρύφαλλα
Στους ναυαγισμένους
Ανακαλύπτοντας περίσσια θύματα
Που δεν χάνονται
Ακόμα κι όταν κλείσαμε τα μάτια
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ακολουθώντας ένα ποτάμι όπου σμίγουν
Αίμα και φως
Παίζοντας μια σάλπιγγα
Που συναδέλφωνε όλους τους ανθρώπους
Που έκανε να σωριαστούν οι τοίχοι
Και να γίνουν κίτρινη σκόνη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ολομόναχοι σ’ ένα κελλί
Κρυμμένοι άλλοτε σ’ ένα σεντούκι
Κι άλλοτε πάλι στριμωγμένοι
Σε μια λουρίδα ήλιου
Που θα μπορούσε να τη σβήσει
Ακόμα και το χέρι
Ενός αδιάφορου επισκέπτη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Εκεί όπου σήμερα ηγεμονεύει η σιωπή
Τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια
Μαζεύοντας μ’ ένα φτυάρι τα χιόνια
Μικραίνοντας με τη χαρά μας την απόσταση
Που χωρίζει τη γη από τον ουρανό
Ταξιδεύοντας από τη μιαν όχθη στην άλλη
Πάνω στην πλώρη ενός καραβιού
Μοιράζοντας κόκκινα γαρύφαλλα
Στους ναυαγισμένους
Ανακαλύπτοντας περίσσια θύματα
Που δεν χάνονται
Ακόμα κι όταν κλείσαμε τα μάτια
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ακολουθώντας ένα ποτάμι όπου σμίγουν
Αίμα και φως
Παίζοντας μια σάλπιγγα
Που συναδέλφωνε όλους τους ανθρώπους
Που έκανε να σωριαστούν οι τοίχοι
Και να γίνουν κίτρινη σκόνη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ολομόναχοι σ’ ένα κελλί
Κρυμμένοι άλλοτε σ’ ένα σεντούκι
Κι άλλοτε πάλι στριμωγμένοι
Σε μια λουρίδα ήλιου
Που θα μπορούσε να τη σβήσει
Ακόμα και το χέρι
Ενός αδιάφορου επισκέπτη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Εκεί όπου σήμερα ηγεμονεύει η σιωπή
Τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια
Μαζεύοντας μ’ ένα φτυάρι τα χιόνια
Μικραίνοντας με τη χαρά μας την απόσταση
Που χωρίζει τη γη από τον ουρανό
Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986)
Είπε ό ίδιος
στην ερώτηση τι είναι ποίηση
“ Έχω επανειλημμένα απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και επαναλαμβάνω: Νομίζω πως δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την ποίηση. Την απάντηση την δίνει κάθε ποιητής με το έργο του. Γιατί όπως έχω πει και άλλοτε, η ποίηση είναι μια κατάσταση μαγείας, κάτι άρρητο, μια «άρρητη γέννηση», για να αναφερθώ στον τίτλο ενός ποιήματος μου, μια εισδοχή στην εποχή του θαυμαστού. Και η πίστη μου αυτή γίνεται όλο και περισσότερο αδιάλλακτη όσο μέρα με τη μέρα εξακριβώνω πως είναι η μοναδική προσωπική έκφραση που απομένει ακόμα, η έσχατη, αν θέλετε, επιβεβαίωση μιας ανθρώπινης ευγένειας μέσα σ' αυτόν τον θρίαμβο της ανωνυμίας και του τεχνοκρατικού πολιτισμού, που ζούμε, ο πιο καίριος, υπεύθυνος και ιερός λόγος που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στο χείλος της αβύσσου ή στην κορυφή της πιο απίθανης ευτυχίας”.
στην ερώτηση ποιους ποιητές διαβάζει
“Διαβάζω πολλούς ποιητές από όλο τον κόσμο, όπως βέβαια και Έλληνες που βρίσκονται πάντα στην παγκόσμια πρωτοπορία. Να παραθέσω ονόματα; Θα ήταν ένας απέραντος κατάλογος. Αρχίζοντας από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τον ασύγκριτο αυτό άγγελο της νύχτας και τα μεγάλα ονόματα των Μπωντλαίρ, Μαλλαρμέ, Ρεμπώ, Βερλαίν, θα έφθανα έως τον κορυφαίο ίσως ποιητή του περασμένου αιώνα, τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και θα συνέχιζα με τους σπουδαίους νεότερους ποιητές: Απολλιναίρ, Ρεβερντύ, Ελυάρ, Σαιν Τζων Περς, Πάουλ Τσέλαν, Ντύλαν Τόμας, Οκτάβιο Πας, Λόρκα, Αλμπέρτι, Χιμένεθ, για να καταλήξω στις ανυπέρβλητες μορφές του Χαίντερλιν, του Νοβάλις, του Κητς και του Σέλλεϋ”.
Στην ερώτηση για την ποίηση στις μέρες μας
“Τι ευτυχία θα ήταν να μπορούσε ένας στίχος να αλλάξει την πραγματικότητα! Αλλά η πραγματικότητα, κυρίως στις μέρες μας, είναι αδυσώπητη και επηρεάζει ολέθρια τον ποιητή. Καταργεί την ευαισθησία, κατατομή στα αισθήματα του με το ψυχρό λεπίδι ενός ανατόμου και τον υποχρεώνει να μην ονειρεύεται, αλλά να διανοείται! Ωστόσο, η υπέρβαση είναι αναγκαία. Έτσι, εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτή την τόσο παγερή και απάνθρωπη προοπτική, αυτή την περίπτυξη του θανάτου και αγωνίζομαι πάντα να ξεπεράσω την φρικτή ανελέητη πραγματικότητα που ζούμε, να διασώσω την αυταπάτη, να συντηρήσω τους χτύπους της καρδιάς. Γιατί στους σημερινούς ποιητές εναπόκειται να προβούν σε μια υπέρβαση του πραγματικού, να ψελλίσουν κάποιες λέξεις ζωοποιές, να εξαπολύσουν κύματα φωτός, που είναι πρωτίστως πηγές ελπίδας για όλους τους ανθρώπους”.
(αποσπάσματα, από συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό «Πνευματική Ζωή» το 2006)
Μέσα από το φέγγος των λέξεων
Μέσ' απ' το φέγγος των λέξεων
Ή μέσα από ένα πένθος
Που δεν έχει ουρανό
Οι ποιητές μεταναστεύουν
Σε μιαν άλλη σιωπή
Όπου στραφτοκοπούν
Χιλιάδες άσπιλες ψυχές
Χιλιάδες γαμήλια
Δαχτυλίδια
Από τη συλλογή Οι δρόμοι του ουρανού (2006)
Μέσ' απ' το φέγγος των λέξεων
Ή μέσα από ένα πένθος
Που δεν έχει ουρανό
Οι ποιητές μεταναστεύουν
Σε μιαν άλλη σιωπή
Όπου στραφτοκοπούν
Χιλιάδες άσπιλες ψυχές
Χιλιάδες γαμήλια
Δαχτυλίδια
Από τη συλλογή Οι δρόμοι του ουρανού (2006)
Τετάρτη 13 Απριλίου 2011
8η ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Από τις 5 ως και τις 8 Μαΐου διοργανώνεται η 8η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης σε δυο περίπτερα στο χώρο της Helexpo, υπό την αιγίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) και ενώ η έδρα της διεθνούς έκθεσης αποφασίστηκε να είναι τελεσίδικα (!) η Θεσσαλονίκη.
Η διοργάνωση εντάσσεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα Μακεδονία-Θράκη 2007-2013 του ΕΣΠΑ και συγχρηματοδοτείται από την Ε.Ε.
Η φετινή έκθεση περιλαμβάνει την παρουσίαση του συγγραφικού έργου, Αράβων συγγραφέων από την Μ. Ανατολή και την Αφρική. Οι οποίοι, δεν θα μιλήσουν μόνο για τα βιβλία τους άλλα και για τις πρόσφατες εξεγέρσεις στον Αραβικό κόσμο. Οι Τάρικ Αλι (Πακιστάν-Ηνωμένο Βασίλειο), Γκαμάλ Γιτάνι (Αίγυπτος), Γκεμπρεγκεόργκις Γιοάνες (Αιθιοπία), Νταβίντ Γκρόσμαν (Ισραήλ), Ντενίζ Καβουκτσούογλου (Τουρκία), Τουνά Κιρεμιτσί (Τουρκία), Σοφί Μπεσσί (Τυνησία), Χόντα Μπαράκατ (Λίβανος), Σάλουα Αλ Ναΐμι (Συρία), Μάλεκ Σεμπέλ (Αλγερία), Μπουαλέμ Σανσάλ (Αλγερία), Μπαχάα Τάχερ (Αίγυπτος) και Σούμπχι Χαντίντι (Συρία) είναι οι ξένοι προσκεκλημένοι των Ελλήνων εκδοτών στην 8η ΔΕΒΘ. Η παρουσίαση εντάσσεται στο πρόγραμμα “Θεσσαλονίκη-Σταυροδρόμι των πολιτισμών” που κάθε χρόνο συνδέει μια περιοχή του κόσμου πολιτιστικά με τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι όμως οι μόνοι ξένοι συγγραφείς που θα φιλοξενηθούν από την έκθεση βιβλίου. Οι Richard Stoneman, Nickolas Verdan, Paolo Maranca, Rafaella Narni, Bajac Vladislav και ο εκδότης Νικόλα Κροτσέτι θα βρεθούν στην 8η ΔΕΒΘ.
Από ελληνικής πλευράς θα παραβρεθούν 110 πεζογράφοι και ποιητές, ενώ 60 συγγραφείς και εικονογράφοι θα δώσουν χρώμα στην παιδική και την εφηβική γωνιά. Η θεματική έκθεση φέτος θα έχει θέμα «βιβλίο και εκπαίδευση. Τι πρέπει να αλλάξει;» και ένα διεθνές συνέδριο με το ίδιο θέμα θα απασχολήσει Έλληνες, Γάλλους, Ιταλούς, Νορβηγούς και Φιλανδούς επιστήμονες. Παράλληλα στο περίπτερο της θεματικής έκθεσης θα παρουσιαστούν 500 τίτλοι εκπαιδευτικών βιβλίων, ενώ δυο εικαστικές εκθέσεις θα αφηγηθούν την ιστορία του ελληνικού σχολείου: μια έκθεση παλαιών αναγνωστικών του 19ου και του 20ου αιώνα, και μια έκθεση φωτογραφίας της Βούλας Παπαιωάννου και του Δημήτρη Χαρισιάδη σε συνεργασία με το μουσείο Μπενάκη.
Επίσης θα υπάρχουν, ένα περίπτερο αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη (με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του), η γωνιά των περιοδικών και η γωνιά των νέων τεχνολογιών.
Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα της διεθνούς έκθεσης βιβλίου Θεσσαλονίκης: http://www.thessalonikibookfair.gr
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011
Για την πολιτική κίνηση "Σπίθα"
και μια μικρή σκιαγράφηση
του «πολιτικού» Θεοδωράκη
Ήθελε πάντα να έχει λόγο στα πολιτικά πράγματα. Δεν σίγησε ποτέ, αν και στην πολιτική η σιωπή πολλές φορές είναι «χρυσός».
Ο Μίκης όμως δεν είναι πολιτικός (με την κλασσική έννοια του όρου). Είναι Μουσικός, καλλιτέχνης, μόνο που δεν αφιερώθηκε ποτέ όσο έπρεπε στην τέχνη του. Ανήκει σε μια ειδική κατηγορία καλλιτεχνών με σημαντική παρουσία και προσφορά στον σύγχρονο πολιτισμό. Στην κατηγορία των στρατευμένων καλλιτεχνών. Σε ένα είδος που ο αριθμός του έχει μειωθεί τελευταία δραματικά και που κινδυνεύει με εξαφάνιση. Είναι οι καλλιτέχνες που το έργο τους ταυτίζεται με την πολιτική τους στάση, που δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς αυτήν. Είναι η παράδοση του Μπρέχτ, του Πίντερ, της Βανέσα Ρεντγκρέϊβ, του Αραγκόν, του Νερούντα, του Ρίτσου κλπ. κλπ.
Μπορούμε να πούμε και να γράψουμε πολλά για τον Μίκη. Αλλά θα αυτό-περιοριστούμε σε μια μικρή σκιαγράφηση των πολιτικών του χαρακτηριστικών. Θα εκθέσουμε μερικές σκέψεις, (με αφορμή την τελευταία του κίνηση, την «Σπίθα»), σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται την πολιτική, με ποιο τρόπο εντάσσεται και λειτουργεί μέσα σε αυτή.
Την πολιτική διαδρομή του Μίκη μπορούμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους:
Πριν και μετά την μεταπολίτευση.
Η ιστορία των προσωπικών πολιτικών παρεμβάσεων του Μίκη ξεκινά βασικά από την μεταπολίτευση και μετά. Μέχρι τότε ο Μίκης είχε μια ορισμένη συντεταγμένη δράση στο χώρο της Αριστεράς. Τα δεδομένα άλλαξαν σιγά-σιγά, από την διάσπαση του ΚΚΕ και μετά.
Η συμμετοχή του στα πολιτικά πράγματα μέχρι το τέλος της δικτατορίας παρακολουθεί πιστά τις προτεραιότητες και τις επιλογές της Αριστεράς. Την εποχή αυτή ο Μίκης φέρει όλα τα γενικά χαρακτηριστικά των επώνυμων και ανώνυμων αγωνιστών. Η Κομμουνιστική κουλτούρα είναι ισχυρή, απαράβατη και ολοκληρωμένη, δεν αφήνει περιθώρια για διαφοροποιήσεις και προσωπικές πολιτικές. Η ιεραρχία, η συλλογικότητα, η πειθαρχία, σε ότι μορφής αλλοτριώσεις κι αν οδηγούσαν, ήταν από τα βασικά γνωρίσματα των κομμουνιστών, αυτής της περιόδου, που οι ίδιοι έκαναν καθολικά αποδεκτά.
Η συμμετοχή του Μίκη στο Δημοκρατικό Μέτωπο, στη διάρκεια της Χούντας, έγινε πάλι με συντεταγμένο τρόπο και δεν παρουσίασε ουσιώδεις διαφοροποιήσεις (υπήρξαν και εκεί κάποια συμβάντα αλλά όχι τόσο σημαντικά). Η αυτονόμηση γίνεται με την έναρξη της μεταπολίτευσης, με το περίφημο «ή Καραμανλής ή τα τανκς». Κι έκτοτε ακολουθούν κι άλλα, όπως το γνωστό ξέσπασμα το ΄76 ενάντια στα μέλη της ΚΝΕ, που είχε κάνει τότε μεγάλη αίσθηση (τα περί «γενίτσαρων» κλπ.), το ΄78 η ανοιχτή τοποθέτησή του υπέρ του ΚΚΕ, στη διαμάχη με το ΚΚΕεσ («δεν χωρούν στην Ελλάδα δύο ΚΚ, ο λαός αποφάσισε»), οι κατά διαστήματα προσεγγίσεις και προστριβές με το ΠΑΣΟΚ και τον Α. Παπανδρέου, η κυβερνητική συνεργασία με τον Μητσοτάκη, τα φιλειρηνικά ανοίγματα προς την Τουρκία κι η εγκατάλειψή τους, η ευθυγράμμιση με την «συντηρητική» παράδοση της Ελληνικής ιστοριογραφίας, (με ότι αλλοιώσεις και παραχαράξεις συνεπάγεται αυτή), κι η προσχώρησή τελικά στον εθνικιστικό χώρο της «πατριωτικής» αριστεροδεξιάς, όπως αυτή εκτείνεται, τα τελευταία χρόνια οριζόντια από τη Ν.Δ., ως το ΠΑΣΟΚ, το ΛΑΟΣ, περιλαμβάνει έντυπα, πρόσωπα και ομάδες του ευρύτερου αριστερού χώρου και φθάνει ως τις παρυφές του ΚΚΕ.
Η περίοδος λοιπόν της αυτονόμησης του Μίκη (από την μεταπολίτευση και μετά) είναι η πιο ενδεδειγμένη για την σκιαγράφηση της πολιτικής του προσωπικότητας.
Είναι πολύ δύσκολο για έναν παρορμητικό χαρακτήρα σαν τον Μίκη να διατηρήσει μια συνέχεια (και συνέπεια) στις πολιτικές του τοποθετήσεις. Αυτές δεν μπορούν παρά να παρουσιάζουν πλήθος αντιφάσεις, ανακολουθίες και κενά. Αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί ένα πρόβλημα αξιοπιστίας και σοβαρότητας (το οποίο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα τη στιγμή που ο Μίκης αναλαμβάνει την ηγεσία μιας κίνησης). Κάποτε ο Α. Ελεφάντης είχε αναρωτηθεί πώς τράφηκε ένα τέτοιο είδος πολιτικού μέσα στον χώρο της Αριστεράς. Κι αναφέρονταν σε αυτό το στοιχείο της συνεχούς αντιφατικότητας, της ανακολουθίας κι αναθεώρησης θέσεων που χαρακτηρίζει τον Μίκη.
Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, από την μεριά του, δεν φαίνεται να κατανοεί ότι υπάρχει κάποιο τέτοιο πρόβλημα. Μέχρι τώρα δεν έχει τοποθετηθεί κριτικά σε σχέση με παλαιότερες θέσεις του. Κι όχι μόνο. Στις μακρές αφηγήσεις του, στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζει ότι είχε πάντα δίκιο (σε όσα επιλέγει να αναφέρεται γιατί υπάρχουν κι αυτά που τα προσπερνά). Και αυτή την πεποίθησή του, ότι είχε πάντα δίκιο, την στηρίζει στο επιχείρημα ότι αυτός ήταν πάντα κοντά στο λαό.
Το όλο θέμα, της πολιτικής συμπεριφοράς του Μίκη στο χώρο της Αριστεράς, αντιμετωπίζεται, όλα αυτά τα χρόνια, με μια αμήχανη φράση: «τι να κάνουμε, έτσι είναι ο Μίκης». Μια φράση που του αποδίδει βασικά το πολιτικό ακαταλόγιστο σε κάθε περίπτωση (με ότι σημαίνει αυτό για ένα πολιτικό πρόσωπο). Έτσι αντιμετωπίστηκε μέχρι τώρα ο Μίκης και έτσι συνεχίζει να αντιμετωπίζεται και τώρα. Ήδη σπανίζουν σε έντυπα και ιστοσελίδες της αριστεράς οι αναφορές στην κίνηση Θεοδωράκη. Ότι κι αν πει ο Μίκης, ότι κι αν κάνει, η ίδια φράση θα τον ακολουθεί. Κι ο ίδιος θα κάνει ότι μπορεί να την επιβεβαιώνει.
Εμείς θα παραβιάσουμε αυτή την συνθήκη. Θα καταλογίσουμε στον Θεοδωράκη ευθύνες γι αυτό που κάνει. Γιατί πιστεύουμε ότι οι περιστάσεις είναι κρίσιμες και ότι το πολιτικά ακαταλόγιστο, σε αυτές ειδικά τις συνθήκες, για κανέναν δεν ισχύει.
Η νέα κίνηση Θεοδωράκη είναι γεγονός ότι δεν αγγίζει τον χώρο της Αριστεράς. Το δείχνουν και οι συγκεντρώσεις. Οι δεσμοί του με αυτήν έχουν προ πολλού διαρρηχθεί. Ο Μίκης έχει « εθνικοποιηθεί», έχει αποκτήσει ένα ευρύτερο Εθνικό ακροατήριο, με το οποίο πλέον διαλέγεται και το οποίο προσπαθεί να εκφράσει. Το πλαίσιο της νέας του κίνησης απευθύνεται σε αυτό το κοινό. Δεν θα μπορούσε ο Μίκης να αναλάβει, στις μέρες μας, μια πρωτοβουλία στο χώρο της Αριστεράς. Δεν του αντιστοιχεί. Έχει πάρει εδώ και καιρό τις αποστάσεις του, κινείται σαν μια ανεξάρτητη προσωπικότητα εθνικού βεληνεκούς. Αυτό είναι που τον φέρνει σε μια στενή σχέση με δυνάμεις, που από άλλο δρόμο, έχουν οδηγηθεί στα ίδια πολιτικά συμπεράσματα με αυτόν.
Ας παρακολουθήσουμε το πλαίσιο της συνάντησης όλων αυτών των δυνάμεων όπως αποτυπώνεται στη δημιουργία της νέας πολιτικής κίνησης.
Η διακήρυξη της νέας κίνησης έχει Εθνικό χαρακτήρα. Μιλάει για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Πατριωτική Αναγέννηση. Θυμίζει διακηρύξεις του 1974, (Πολυτεχνείο, Διακήρυξη ΠΑΣΟΚ κλπ.) χωρίς όμως να αναφέρεται σε κοινωνικές αλλαγές, σοσιαλισμούς κλπ. Είναι μια διακήρυξη καθαρά Εθνική που «απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες» (χωρίς καμία κοινωνική διάκριση). «Η Ελλάδα ανήκει στην Ελλάδα», είναι ένα από τα συνθήματά της.
Η σημερινή κρίση, κατά τον Θεοδωράκη, συνδέεται βασικά με ξένες επιβουλές και σχέδια από τις ΗΠΑ. Αυτά εκτός από «την Εθνική συρρίκνωση με εδαφικές αποσπάσεις σε Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο» στοχεύουν στην«εξουδετέρωση του ελεύθερου φρονήματος του Ελληνικού λαού, την καταστροφή της γλώσσας, της θρησκείας, και του πολιτισμού». Σημαντικό μερίδιο στην υλοποίηση αυτών των στόχων έχει ο Εβραϊκός παράγοντας (εξ΄ ου και ο αντι-σιωνιστικός χαρακτήρας της κίνησης). Σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση τα πράγματα (παρά τα επιφαινόμενα) είναι πιο σοβαρά. Δεν της αποδίδονται ανθελληνικά σχέδια, όπως στις ΗΠΑ και στο Εβραϊκό λόμπυ, αλλά δηλώνεται ότι στο οικονομικό (που αποτελεί τη βάση της σχέσης μας με την Ε.Ε.) θα αναζητηθούν λύσεις εκτός Ευρώπης, στα πλαίσια άσκησης μιας εθνοκεντρικής πολιτικής….. με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η Ελλάδα θα παραμείνει στην Ε.Ε. αλλά θα ασκεί ανεξάρτητη οικονομική πολιτική.
Όλο το πλαίσιο της διακήρυξης έχει «καθαρά» Εθνικό χρώμα. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι που έχει πέσει τελευταία στην αντίληψή μας μέσα από διάφορες συζητήσεις. Από μια πρώτη ματιά, ο λόγος του Μίκη, φαίνεται να επαναφέρει ζητήματα της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης (εξάρτηση, ιμπεριαλισμός, ανεξαρτησιακά κινήματα κλπ), όλη δηλ. την «αριστερή» ζύμωση εκείνης της περιόδου. Στην ουσία όμως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Τα ίδια αυτά τα θέματα τίθενται μέσα από άλλο πρίσμα.
Η συζήτηση έχει καθαρά χαρακτήρα Εθνικό. Έχει άλλο νόημα διαμετρικά αντίθετο. Δεν αφορά μιαν «κοινωνική» προσέγγιση των πραγμάτων.
Σε όλη την διάρκεια των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, τα παραπάνω ζητήματα συνδέονταν αναπόσπαστα με την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής. Ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, η απεξάρτηση, είχαν το νόημα ότι υπηρετούσαν την στρατηγική της μετάβασης στο Σοσιαλισμό. Δεν ήταν απλά ένας όρος για μιαν Εθνική, πατριωτική αναγέννηση. Έχουμε λοιπόν μιαν καθαρά Εθνική αναδιατύπωση παλαιότερων ιδεολογημάτων, όπου η απεξάρτηση περιορίζεται στη διασφάλιση της Ανεξαρτησίας και στα ζητήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας («λαϊκής κυριαρχίας»).
Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά επιστροφή στα παλιά, στο μεταπολιτευτικό δηλ. κλίμα, όπως δίνεται η εντύπωση αρχικά. Υπάρχει επιστροφή σε άλλα πράγματα. Η κίνηση είναι καθαρά εθνικού περιεχομένου με δανεικά στοιχεία από όλη την μακρόχρονη διαδρομή του Ελληνικού Εθνικισμού. Το Ελληνικό έθνος, με όλες τις «ιερές» του παραδοχές (εθνική ιστορία, εθνική παράδοση, εθνική θρησκεία, εθνικές διεκδικήσεις, εθνική πολιτική και ιδεολογία, εθνική κουλτούρα) αποτελεί την βάση στην εκφορά του ιδεολογικού λόγου της κίνησης. Η έννοια του Ελληνικού λαού επαναφέρεται με την έννοια του «περιούσιου», του εκλεκτού λαού που βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνών μεθοδεύσεων. Η διέξοδος αναζητείται στην προοπτική της πατριωτικής αναγέννησης, της ανασύνταξης της Εθνικής ιδεολογίας, που βρίσκεται σε υποχώρηση.
Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται όλη η προβληματική Θεοδωράκη. Είναι πράγματα χιλιο-ειπωμένα, καθ’ ότι συνιστούν την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες της τις αποχρώσεις και εκδοχές. Πρόκειται για «δουλεμένα» θέματα από τους πάσης φύσεως ιδεολογικούς μηχανισμούς, και εξαντλημένα, κατά κάποιο τρόπο. Μπορεί ο Θεοδωράκης, και οι περί αυτόν, να έχουν την αίσθηση του νέου, ότι υπερασπίζονται μια νέα υπόθεση. Αυτό αφορά την δική τους (όψιμη) οργανική ένταξη, δεν έχει να κάνει με την ιστορία αυτών των ιδεολογημάτων, που είναι πολύ παλιά. Στην ουσία καταπιάνονται με παρωχημένα, από κάθε άποψη, ζητήματα Εθνικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Για πολλά πράγματα όταν φθάνει το τέλος, όταν κλείνει ένας ιστορικός κύκλος στη ζωή τους, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο για μια νέα αρχή. Δεν γνωρίζουμε αν κάτι τέτοιο θα συνεχίσει να ισχύει για τον Ελληνικό Εθνικισμό, που από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους αναπαράγεται διαρκώς με νέες μορφές. Το βέβαιο είναι ότι η μορφή με την οποία λειτούργησε στην νεότερη περίοδο της μεταπολίτευσης έχει αγγίξει, εκ των πραγμάτων, ένα όριο. Η Ελληνική κοινωνία είναι υποχρεωμένη, στα επόμενα χρόνια να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τους ιδεολογικούς της αναχρονισμούς. Αν δεν μπορέσει να το κάνει θα βρεθεί με τον πιο βέβαιο τρόπο στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων.
Η σύγχρονη Ελλάδα της μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από μια κεντρική αντίφαση: Από τη μια έχει μια σταθερή πορεία θεσμικής ενσωμάτωσης σε όλες τις δομές του Δυτικού κόσμου (όσο ελάχιστες χώρες) κι από την άλλη εσωτερικά κυριαρχείται από ιδεολογήματα τριτοκοσμικά, ανεξαρτησιακά, αντι-δυτικά.
Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που ολοκλήρωσε την ένταξή της στις υπάρχουσες υπερεθνικές δομές και μάλιστα σε χρόνο, που κατά κοινή ομολογία, δεν της αντιστοιχούσε. Δεν συμμετέχει απλώς στην Ε.Ε. αλλά στον πυρήνα των αναπτυγμένων Ευρωπαϊκών Κρατών (Ευρωζώνη). Από αυτή την άποψη έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες χώρες που διεκδικούν επίμονα να φθάσουν στο επίπεδο που βρίσκεται θεσμικά σήμερα η Ελλάδα.
Η Ελληνική κοινωνία, από την άλλη, δεν έχει καμιά αίσθηση της θέσης της διεθνώς. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις Ευρωπαϊκές εξελίξεις. Δεν μπορεί και δεν θέλει να δει τον εαυτό της σαν μια Ευρωπαϊκή χώρα. Πολύ περισσότερο αδυνατεί να κατανοήσει την νέα οικουμενική εποχή.
Η Εθνική της ιδεολογία δεν της το επιτρέπει. Το θέμα ανάγεται στην ιστορική συγκρότηση της Νεοελληνικής ταυτότητας. Όλος ο μύθος της συνέχειας, της πολιτισμικής αυτάρκειας, της υπεροψίας, του Εθνικού ναρκισσισμού έχει διαποτίσει κοντά δύο αιώνες την Ελληνική κοινωνία. Έχει τροφοδοτήσει, και συνεχίζει να τροφοδοτεί τον Ελληνικό Εθνικισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Μέσω αυτού η Ελληνική κοινωνία δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρίσει την πραγματικότητα.
Κάθε μετεξέλιξη της Εθνικής ιδεολογίας έδινε και συνεχίζει να δίνει τον τόνο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Είναι αυτή που επισκιάζει τα πάντα.
Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης οι εσωτερικές διαμάχες περιστρέφονταν γύρω από το ιδεολόγημα της Ανεξαρτησίας. Το Ανεξαρτησιακό στοιχείο προσδιόριζε και το Εθνικό. Έγινε η σημαία του Εθνοκεντρισμού. Ανοίχτηκαν νέα μέτωπα ενάντια στην ενδοτικότητα και τον υποχωρητισμό. Όποιος παραβίαζε την αρχή της εθνικής αδιαλλαξίας ήταν ενδοτικός.
Η Ελληνική κοινωνία έμεινε το 2011 να διεκδικεί την Εθνική της Ανεξαρτησία. Από ποιους; Από τους πιστωτές της αυτή τη φορά.
Αυτές οι εξαρτήσεις όμως δεν μας επιβλήθηκαν, προέκυψαν με δική μας ευθύνη. Και η «απεξάρτηση» εδώ δεν γίνεται με απελευθερωτικούς αγώνες.
Πέρα ακόμα από το συγκεκριμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σαν κοινωνία, το γενικό πρόβλημα της εξάρτησης σήμερα είναι ταυτόσημο με την έννοια της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Ζούμε πλέον σε ένα κόσμο αλληλο-εξαρτημένο όπου είναι εντελώς παρωχημένο να συζητάμε για εθνικές στρατηγικές εξόδου από το πλέγμα των διεθνών εξαρτήσεων. Το πρόβλημα της στρατηγικής για τα σύγχρονα κινήματα δεν τίθεται με κανέναν τρόπο σε Εθνική βάση.
Το όλο ζήτημα έχει ξεφύγει από τα παλιά μέτρα και σταθμά. Την παλιά πολιτική θεωρία. Υπάρχει μια εντελώς νέα ιστορική φάση που οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε. Η φάση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, της παγκοσμιοποίησης των προβλημάτων, της συγκρότησης οικουμενικών πολιτικών. Στον αντίποδα αυτής της ιστορικής εξέλιξης παρατηρείται μια τάση για πρόσδεση σε παλιά εθνικά κινήματα και πολιτικές. Τίποτα πιο αναχρονιστικό κι αναντίστοιχο με την νέα διεθνή πραγματικότητα.
Η Αριστερή πολιτική σήμερα, εκ των πραγμάτων, παίρνει άλλο νόημα. Ανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο διεθνοποίησης της δράσης της Αριστεράς. Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, η νέα οικουμενική πολιτική κουλτούρα των κινημάτων του 21ο αιώνα είναι το μεγάλο ζητούμενο, η σχέση με την παλιά «εθνική» πολιτική θεωρία, τα σημεία ρήξης με αυτήν και συνέχειας. Ένα δημιουργικό πεδίο αναζητήσεων και διαλόγου στο οποίο ο κόσμος της Αριστεράς είναι ανάγκη να προσχωρήσει το συντομότερο.
Η πρωτοβουλία Θεοδωράκη είναι φανερό ότι κινείται σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Επαναφέρει το ζήτημα της Εθνικής πολιτικής, της ανάπτυξης ενός Εθνικού κινήματος, βασισμένου πάνω στην ιδεολογία του ελληνικού εθνικισμού. Επιχειρεί να αναβιώσει εποχές ανάτασης του Ελληνικού Έθνους καλλιεργώντας την ιδέα μιας διεθνούς συνομωσίας που εξυφαίνεται ενάντια σε ότι πολιτισμικά εκπροσωπεί η σύγχρονη Ελλάδα. Καλεί τον Ελληνικό λαό να αυτοπροσδιοριστεί εθνικά και να υπερασπισθεί την ιστορία του, την θρησκεία, τις παραδόσεις, το εθνικό του φρόνημα, τις εθνικές του παρακαταθήκες και αρετές. Είναι εντυπωσιακό το πόσο χρόνο διαθέτει στις ομιλίες του ο Μίκης για να αποδείξει την ύπαρξη ενός διεθνούς σχεδίου καταστροφής της Ελλάδας.
Η όλη τοποθέτηση μόνο στην υπόθεση της απόκτησης μιας νέας αυτογνωσίας δεν συνεισφέρει.
Το πλέον παράδοξο, στην όλη υπόθεση, είναι ότι σε αυτήν την κίνηση εκείνος που βρέθηκε να πρωτοστατεί είναι ο Μίκης Θεοδωράκης που (θεωρητικά) θα μπορούσε να ηγείται σήμερα, με βάση το οικουμενικό μουσικό του έργο και το εκτόπισμά του, σε εντελώς άλλες κινήσεις με ευρύτερο διεθνές και σύγχρονο περιεχόμενο.
Αλλά όλα είναι δρόμος. Και για τον Μίκη υπήρξε μια βαθμιαία μετατόπιση από τον χώρο της Αριστεράς προς έναν νοητό Εθνικό χώρο, που ενώ φαίνονταν ότι ήταν μια κίνηση προς κάτι ευρύτερο κατέληξε στον σημερινό πολιτικό του εγκλωβισμό. Δυστυχώς η «εθνικοποίηση» μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, με παγκόσμια απήχηση, είναι τελικά, όπως κι αν το πάρει κανείς, σε βάρος του Ελληνικού πολιτισμού, της Ελληνικής ετερότητας, αλλά και των ιδίων των πνευματικών δημιουργών και του κύρους τους.
Στην μετατόπιση αυτή βέβαια, του Μίκη, θα πρέπει κανείς να λάβει υπ΄ όψιν και τη μέγιστη συμβολή της κρίσης της Αριστεράς. Χωρίς αυτήν ίσως να μην υπήρχε.
Οι δυνάμεις που πλαισιώνουν τον Θεοδωράκη έχουν πλήρη συνείδηση ότι μόνες τους δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ο Θεοδωράκης τους έδωσε υπόσταση, τους πρόσφερε μια διαδικασία όπου ο καθένας «εισοδιστικά» θα επιχειρήσει να «παίξει». Αυτό περιλαμβάνει διάφορες πολιτικές κακοφωνίες και φάλτσα, μια «εθνική ανομοιογένεια» που δύσκολα μετατρέπεται σε πολιτική ενότητα. Ο χώρος βασικά θα πορευθεί με ιδεολογικούς όρους. Πολιτικά θα παραμείνει ανομοιογενής και ετερόκλητος. Το λεγόμενο «εθνικό ακροατήριο» έχει κι αυτό τις παθογένειές του. Εύκολα το χειρίζεσαι ιδεολογικά αλλά πολύ δύσκολα το προάγεις πολιτικά (αν βέβαια θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο). Γιατί στην περίπτωση της κίνησης Θεοδωράκη αυτό που προέχει δεν είναι η κατανόηση της νέας πραγματικότητας (κι άρα η ανάδειξη μιας νέας πολιτικότητας) αλλά η αντιπαράθεση με αυτήν ιδεολογικά.
Ο χώρος που εκπροσωπεί η κίνηση Θεοδωράκη έχει αρκετές δυνάμεις. Από την άλλη «μπάντα» τα πράγματα, από άποψη συσχετισμών, είναι πιο περιορισμένα, αλλά υποκειμενικά πιο αξιόλογα, και προσφέρονται για πολιτικές συγκλίσεις, σε μια δεύτερη φάση. Η αναμέτρηση θα κριθεί σε πολλά επίπεδα και βασικά στο επίμαχο ζήτημα του ποιος θα έχει με το μέρος του τις εξελίξεις.
του «πολιτικού» Θεοδωράκη
Ο Μίκης όμως δεν είναι πολιτικός (με την κλασσική έννοια του όρου). Είναι Μουσικός, καλλιτέχνης, μόνο που δεν αφιερώθηκε ποτέ όσο έπρεπε στην τέχνη του. Ανήκει σε μια ειδική κατηγορία καλλιτεχνών με σημαντική παρουσία και προσφορά στον σύγχρονο πολιτισμό. Στην κατηγορία των στρατευμένων καλλιτεχνών. Σε ένα είδος που ο αριθμός του έχει μειωθεί τελευταία δραματικά και που κινδυνεύει με εξαφάνιση. Είναι οι καλλιτέχνες που το έργο τους ταυτίζεται με την πολιτική τους στάση, που δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς αυτήν. Είναι η παράδοση του Μπρέχτ, του Πίντερ, της Βανέσα Ρεντγκρέϊβ, του Αραγκόν, του Νερούντα, του Ρίτσου κλπ. κλπ.
Μπορούμε να πούμε και να γράψουμε πολλά για τον Μίκη. Αλλά θα αυτό-περιοριστούμε σε μια μικρή σκιαγράφηση των πολιτικών του χαρακτηριστικών. Θα εκθέσουμε μερικές σκέψεις, (με αφορμή την τελευταία του κίνηση, την «Σπίθα»), σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεται την πολιτική, με ποιο τρόπο εντάσσεται και λειτουργεί μέσα σε αυτή.
Την πολιτική διαδρομή του Μίκη μπορούμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους:
Πριν και μετά την μεταπολίτευση.
Η ιστορία των προσωπικών πολιτικών παρεμβάσεων του Μίκη ξεκινά βασικά από την μεταπολίτευση και μετά. Μέχρι τότε ο Μίκης είχε μια ορισμένη συντεταγμένη δράση στο χώρο της Αριστεράς. Τα δεδομένα άλλαξαν σιγά-σιγά, από την διάσπαση του ΚΚΕ και μετά.
Η συμμετοχή του στα πολιτικά πράγματα μέχρι το τέλος της δικτατορίας παρακολουθεί πιστά τις προτεραιότητες και τις επιλογές της Αριστεράς. Την εποχή αυτή ο Μίκης φέρει όλα τα γενικά χαρακτηριστικά των επώνυμων και ανώνυμων αγωνιστών. Η Κομμουνιστική κουλτούρα είναι ισχυρή, απαράβατη και ολοκληρωμένη, δεν αφήνει περιθώρια για διαφοροποιήσεις και προσωπικές πολιτικές. Η ιεραρχία, η συλλογικότητα, η πειθαρχία, σε ότι μορφής αλλοτριώσεις κι αν οδηγούσαν, ήταν από τα βασικά γνωρίσματα των κομμουνιστών, αυτής της περιόδου, που οι ίδιοι έκαναν καθολικά αποδεκτά.
Η συμμετοχή του Μίκη στο Δημοκρατικό Μέτωπο, στη διάρκεια της Χούντας, έγινε πάλι με συντεταγμένο τρόπο και δεν παρουσίασε ουσιώδεις διαφοροποιήσεις (υπήρξαν και εκεί κάποια συμβάντα αλλά όχι τόσο σημαντικά). Η αυτονόμηση γίνεται με την έναρξη της μεταπολίτευσης, με το περίφημο «ή Καραμανλής ή τα τανκς». Κι έκτοτε ακολουθούν κι άλλα, όπως το γνωστό ξέσπασμα το ΄76 ενάντια στα μέλη της ΚΝΕ, που είχε κάνει τότε μεγάλη αίσθηση (τα περί «γενίτσαρων» κλπ.), το ΄78 η ανοιχτή τοποθέτησή του υπέρ του ΚΚΕ, στη διαμάχη με το ΚΚΕεσ («δεν χωρούν στην Ελλάδα δύο ΚΚ, ο λαός αποφάσισε»), οι κατά διαστήματα προσεγγίσεις και προστριβές με το ΠΑΣΟΚ και τον Α. Παπανδρέου, η κυβερνητική συνεργασία με τον Μητσοτάκη, τα φιλειρηνικά ανοίγματα προς την Τουρκία κι η εγκατάλειψή τους, η ευθυγράμμιση με την «συντηρητική» παράδοση της Ελληνικής ιστοριογραφίας, (με ότι αλλοιώσεις και παραχαράξεις συνεπάγεται αυτή), κι η προσχώρησή τελικά στον εθνικιστικό χώρο της «πατριωτικής» αριστεροδεξιάς, όπως αυτή εκτείνεται, τα τελευταία χρόνια οριζόντια από τη Ν.Δ., ως το ΠΑΣΟΚ, το ΛΑΟΣ, περιλαμβάνει έντυπα, πρόσωπα και ομάδες του ευρύτερου αριστερού χώρου και φθάνει ως τις παρυφές του ΚΚΕ.
Η περίοδος λοιπόν της αυτονόμησης του Μίκη (από την μεταπολίτευση και μετά) είναι η πιο ενδεδειγμένη για την σκιαγράφηση της πολιτικής του προσωπικότητας.
Είναι πολύ δύσκολο για έναν παρορμητικό χαρακτήρα σαν τον Μίκη να διατηρήσει μια συνέχεια (και συνέπεια) στις πολιτικές του τοποθετήσεις. Αυτές δεν μπορούν παρά να παρουσιάζουν πλήθος αντιφάσεις, ανακολουθίες και κενά. Αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί ένα πρόβλημα αξιοπιστίας και σοβαρότητας (το οποίο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα τη στιγμή που ο Μίκης αναλαμβάνει την ηγεσία μιας κίνησης). Κάποτε ο Α. Ελεφάντης είχε αναρωτηθεί πώς τράφηκε ένα τέτοιο είδος πολιτικού μέσα στον χώρο της Αριστεράς. Κι αναφέρονταν σε αυτό το στοιχείο της συνεχούς αντιφατικότητας, της ανακολουθίας κι αναθεώρησης θέσεων που χαρακτηρίζει τον Μίκη.
Ο ίδιος ο Θεοδωράκης, από την μεριά του, δεν φαίνεται να κατανοεί ότι υπάρχει κάποιο τέτοιο πρόβλημα. Μέχρι τώρα δεν έχει τοποθετηθεί κριτικά σε σχέση με παλαιότερες θέσεις του. Κι όχι μόνο. Στις μακρές αφηγήσεις του, στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζει ότι είχε πάντα δίκιο (σε όσα επιλέγει να αναφέρεται γιατί υπάρχουν κι αυτά που τα προσπερνά). Και αυτή την πεποίθησή του, ότι είχε πάντα δίκιο, την στηρίζει στο επιχείρημα ότι αυτός ήταν πάντα κοντά στο λαό.
Το όλο θέμα, της πολιτικής συμπεριφοράς του Μίκη στο χώρο της Αριστεράς, αντιμετωπίζεται, όλα αυτά τα χρόνια, με μια αμήχανη φράση: «τι να κάνουμε, έτσι είναι ο Μίκης». Μια φράση που του αποδίδει βασικά το πολιτικό ακαταλόγιστο σε κάθε περίπτωση (με ότι σημαίνει αυτό για ένα πολιτικό πρόσωπο). Έτσι αντιμετωπίστηκε μέχρι τώρα ο Μίκης και έτσι συνεχίζει να αντιμετωπίζεται και τώρα. Ήδη σπανίζουν σε έντυπα και ιστοσελίδες της αριστεράς οι αναφορές στην κίνηση Θεοδωράκη. Ότι κι αν πει ο Μίκης, ότι κι αν κάνει, η ίδια φράση θα τον ακολουθεί. Κι ο ίδιος θα κάνει ότι μπορεί να την επιβεβαιώνει.
Εμείς θα παραβιάσουμε αυτή την συνθήκη. Θα καταλογίσουμε στον Θεοδωράκη ευθύνες γι αυτό που κάνει. Γιατί πιστεύουμε ότι οι περιστάσεις είναι κρίσιμες και ότι το πολιτικά ακαταλόγιστο, σε αυτές ειδικά τις συνθήκες, για κανέναν δεν ισχύει.
Η νέα κίνηση Θεοδωράκη είναι γεγονός ότι δεν αγγίζει τον χώρο της Αριστεράς. Το δείχνουν και οι συγκεντρώσεις. Οι δεσμοί του με αυτήν έχουν προ πολλού διαρρηχθεί. Ο Μίκης έχει « εθνικοποιηθεί», έχει αποκτήσει ένα ευρύτερο Εθνικό ακροατήριο, με το οποίο πλέον διαλέγεται και το οποίο προσπαθεί να εκφράσει. Το πλαίσιο της νέας του κίνησης απευθύνεται σε αυτό το κοινό. Δεν θα μπορούσε ο Μίκης να αναλάβει, στις μέρες μας, μια πρωτοβουλία στο χώρο της Αριστεράς. Δεν του αντιστοιχεί. Έχει πάρει εδώ και καιρό τις αποστάσεις του, κινείται σαν μια ανεξάρτητη προσωπικότητα εθνικού βεληνεκούς. Αυτό είναι που τον φέρνει σε μια στενή σχέση με δυνάμεις, που από άλλο δρόμο, έχουν οδηγηθεί στα ίδια πολιτικά συμπεράσματα με αυτόν.
Ας παρακολουθήσουμε το πλαίσιο της συνάντησης όλων αυτών των δυνάμεων όπως αποτυπώνεται στη δημιουργία της νέας πολιτικής κίνησης.
Η σημερινή κρίση, κατά τον Θεοδωράκη, συνδέεται βασικά με ξένες επιβουλές και σχέδια από τις ΗΠΑ. Αυτά εκτός από «την Εθνική συρρίκνωση με εδαφικές αποσπάσεις σε Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο» στοχεύουν στην«εξουδετέρωση του ελεύθερου φρονήματος του Ελληνικού λαού, την καταστροφή της γλώσσας, της θρησκείας, και του πολιτισμού». Σημαντικό μερίδιο στην υλοποίηση αυτών των στόχων έχει ο Εβραϊκός παράγοντας (εξ΄ ου και ο αντι-σιωνιστικός χαρακτήρας της κίνησης). Σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση τα πράγματα (παρά τα επιφαινόμενα) είναι πιο σοβαρά. Δεν της αποδίδονται ανθελληνικά σχέδια, όπως στις ΗΠΑ και στο Εβραϊκό λόμπυ, αλλά δηλώνεται ότι στο οικονομικό (που αποτελεί τη βάση της σχέσης μας με την Ε.Ε.) θα αναζητηθούν λύσεις εκτός Ευρώπης, στα πλαίσια άσκησης μιας εθνοκεντρικής πολιτικής….. με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ελλάδας. Η Ελλάδα θα παραμείνει στην Ε.Ε. αλλά θα ασκεί ανεξάρτητη οικονομική πολιτική.
Όλο το πλαίσιο της διακήρυξης έχει «καθαρά» Εθνικό χρώμα. Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε κάτι που έχει πέσει τελευταία στην αντίληψή μας μέσα από διάφορες συζητήσεις. Από μια πρώτη ματιά, ο λόγος του Μίκη, φαίνεται να επαναφέρει ζητήματα της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης (εξάρτηση, ιμπεριαλισμός, ανεξαρτησιακά κινήματα κλπ), όλη δηλ. την «αριστερή» ζύμωση εκείνης της περιόδου. Στην ουσία όμως συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Τα ίδια αυτά τα θέματα τίθενται μέσα από άλλο πρίσμα.
Η συζήτηση έχει καθαρά χαρακτήρα Εθνικό. Έχει άλλο νόημα διαμετρικά αντίθετο. Δεν αφορά μιαν «κοινωνική» προσέγγιση των πραγμάτων.
Σε όλη την διάρκεια των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, τα παραπάνω ζητήματα συνδέονταν αναπόσπαστα με την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής. Ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, η απεξάρτηση, είχαν το νόημα ότι υπηρετούσαν την στρατηγική της μετάβασης στο Σοσιαλισμό. Δεν ήταν απλά ένας όρος για μιαν Εθνική, πατριωτική αναγέννηση. Έχουμε λοιπόν μιαν καθαρά Εθνική αναδιατύπωση παλαιότερων ιδεολογημάτων, όπου η απεξάρτηση περιορίζεται στη διασφάλιση της Ανεξαρτησίας και στα ζητήματα δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας («λαϊκής κυριαρχίας»).
Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά επιστροφή στα παλιά, στο μεταπολιτευτικό δηλ. κλίμα, όπως δίνεται η εντύπωση αρχικά. Υπάρχει επιστροφή σε άλλα πράγματα. Η κίνηση είναι καθαρά εθνικού περιεχομένου με δανεικά στοιχεία από όλη την μακρόχρονη διαδρομή του Ελληνικού Εθνικισμού. Το Ελληνικό έθνος, με όλες τις «ιερές» του παραδοχές (εθνική ιστορία, εθνική παράδοση, εθνική θρησκεία, εθνικές διεκδικήσεις, εθνική πολιτική και ιδεολογία, εθνική κουλτούρα) αποτελεί την βάση στην εκφορά του ιδεολογικού λόγου της κίνησης. Η έννοια του Ελληνικού λαού επαναφέρεται με την έννοια του «περιούσιου», του εκλεκτού λαού που βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνών μεθοδεύσεων. Η διέξοδος αναζητείται στην προοπτική της πατριωτικής αναγέννησης, της ανασύνταξης της Εθνικής ιδεολογίας, που βρίσκεται σε υποχώρηση.
Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται όλη η προβληματική Θεοδωράκη. Είναι πράγματα χιλιο-ειπωμένα, καθ’ ότι συνιστούν την κυρίαρχη ιδεολογία σε όλες της τις αποχρώσεις και εκδοχές. Πρόκειται για «δουλεμένα» θέματα από τους πάσης φύσεως ιδεολογικούς μηχανισμούς, και εξαντλημένα, κατά κάποιο τρόπο. Μπορεί ο Θεοδωράκης, και οι περί αυτόν, να έχουν την αίσθηση του νέου, ότι υπερασπίζονται μια νέα υπόθεση. Αυτό αφορά την δική τους (όψιμη) οργανική ένταξη, δεν έχει να κάνει με την ιστορία αυτών των ιδεολογημάτων, που είναι πολύ παλιά. Στην ουσία καταπιάνονται με παρωχημένα, από κάθε άποψη, ζητήματα Εθνικής ιδεολογίας και πολιτικής.
Για πολλά πράγματα όταν φθάνει το τέλος, όταν κλείνει ένας ιστορικός κύκλος στη ζωή τους, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο για μια νέα αρχή. Δεν γνωρίζουμε αν κάτι τέτοιο θα συνεχίσει να ισχύει για τον Ελληνικό Εθνικισμό, που από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους αναπαράγεται διαρκώς με νέες μορφές. Το βέβαιο είναι ότι η μορφή με την οποία λειτούργησε στην νεότερη περίοδο της μεταπολίτευσης έχει αγγίξει, εκ των πραγμάτων, ένα όριο. Η Ελληνική κοινωνία είναι υποχρεωμένη, στα επόμενα χρόνια να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει τους ιδεολογικούς της αναχρονισμούς. Αν δεν μπορέσει να το κάνει θα βρεθεί με τον πιο βέβαιο τρόπο στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων.
Η σύγχρονη Ελλάδα της μεταπολίτευσης χαρακτηρίζεται από μια κεντρική αντίφαση: Από τη μια έχει μια σταθερή πορεία θεσμικής ενσωμάτωσης σε όλες τις δομές του Δυτικού κόσμου (όσο ελάχιστες χώρες) κι από την άλλη εσωτερικά κυριαρχείται από ιδεολογήματα τριτοκοσμικά, ανεξαρτησιακά, αντι-δυτικά.
Η Ελλάδα είναι από τις πρώτες χώρες που ολοκλήρωσε την ένταξή της στις υπάρχουσες υπερεθνικές δομές και μάλιστα σε χρόνο, που κατά κοινή ομολογία, δεν της αντιστοιχούσε. Δεν συμμετέχει απλώς στην Ε.Ε. αλλά στον πυρήνα των αναπτυγμένων Ευρωπαϊκών Κρατών (Ευρωζώνη). Από αυτή την άποψη έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες χώρες που διεκδικούν επίμονα να φθάσουν στο επίπεδο που βρίσκεται θεσμικά σήμερα η Ελλάδα.
Η Ελληνική κοινωνία, από την άλλη, δεν έχει καμιά αίσθηση της θέσης της διεθνώς. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τις Ευρωπαϊκές εξελίξεις. Δεν μπορεί και δεν θέλει να δει τον εαυτό της σαν μια Ευρωπαϊκή χώρα. Πολύ περισσότερο αδυνατεί να κατανοήσει την νέα οικουμενική εποχή.
Η Εθνική της ιδεολογία δεν της το επιτρέπει. Το θέμα ανάγεται στην ιστορική συγκρότηση της Νεοελληνικής ταυτότητας. Όλος ο μύθος της συνέχειας, της πολιτισμικής αυτάρκειας, της υπεροψίας, του Εθνικού ναρκισσισμού έχει διαποτίσει κοντά δύο αιώνες την Ελληνική κοινωνία. Έχει τροφοδοτήσει, και συνεχίζει να τροφοδοτεί τον Ελληνικό Εθνικισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Μέσω αυτού η Ελληνική κοινωνία δεν μπόρεσε ποτέ να αντικρίσει την πραγματικότητα.
Κάθε μετεξέλιξη της Εθνικής ιδεολογίας έδινε και συνεχίζει να δίνει τον τόνο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Είναι αυτή που επισκιάζει τα πάντα.
Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης οι εσωτερικές διαμάχες περιστρέφονταν γύρω από το ιδεολόγημα της Ανεξαρτησίας. Το Ανεξαρτησιακό στοιχείο προσδιόριζε και το Εθνικό. Έγινε η σημαία του Εθνοκεντρισμού. Ανοίχτηκαν νέα μέτωπα ενάντια στην ενδοτικότητα και τον υποχωρητισμό. Όποιος παραβίαζε την αρχή της εθνικής αδιαλλαξίας ήταν ενδοτικός.
Η Ελληνική κοινωνία έμεινε το 2011 να διεκδικεί την Εθνική της Ανεξαρτησία. Από ποιους; Από τους πιστωτές της αυτή τη φορά.
Αυτές οι εξαρτήσεις όμως δεν μας επιβλήθηκαν, προέκυψαν με δική μας ευθύνη. Και η «απεξάρτηση» εδώ δεν γίνεται με απελευθερωτικούς αγώνες.
Πέρα ακόμα από το συγκεκριμένο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σαν κοινωνία, το γενικό πρόβλημα της εξάρτησης σήμερα είναι ταυτόσημο με την έννοια της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Ζούμε πλέον σε ένα κόσμο αλληλο-εξαρτημένο όπου είναι εντελώς παρωχημένο να συζητάμε για εθνικές στρατηγικές εξόδου από το πλέγμα των διεθνών εξαρτήσεων. Το πρόβλημα της στρατηγικής για τα σύγχρονα κινήματα δεν τίθεται με κανέναν τρόπο σε Εθνική βάση.
Το όλο ζήτημα έχει ξεφύγει από τα παλιά μέτρα και σταθμά. Την παλιά πολιτική θεωρία. Υπάρχει μια εντελώς νέα ιστορική φάση που οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε. Η φάση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, της παγκοσμιοποίησης των προβλημάτων, της συγκρότησης οικουμενικών πολιτικών. Στον αντίποδα αυτής της ιστορικής εξέλιξης παρατηρείται μια τάση για πρόσδεση σε παλιά εθνικά κινήματα και πολιτικές. Τίποτα πιο αναχρονιστικό κι αναντίστοιχο με την νέα διεθνή πραγματικότητα.
Η Αριστερή πολιτική σήμερα, εκ των πραγμάτων, παίρνει άλλο νόημα. Ανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο διεθνοποίησης της δράσης της Αριστεράς. Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, η νέα οικουμενική πολιτική κουλτούρα των κινημάτων του 21ο αιώνα είναι το μεγάλο ζητούμενο, η σχέση με την παλιά «εθνική» πολιτική θεωρία, τα σημεία ρήξης με αυτήν και συνέχειας. Ένα δημιουργικό πεδίο αναζητήσεων και διαλόγου στο οποίο ο κόσμος της Αριστεράς είναι ανάγκη να προσχωρήσει το συντομότερο.
Η πρωτοβουλία Θεοδωράκη είναι φανερό ότι κινείται σε μια ορισμένη κατεύθυνση. Επαναφέρει το ζήτημα της Εθνικής πολιτικής, της ανάπτυξης ενός Εθνικού κινήματος, βασισμένου πάνω στην ιδεολογία του ελληνικού εθνικισμού. Επιχειρεί να αναβιώσει εποχές ανάτασης του Ελληνικού Έθνους καλλιεργώντας την ιδέα μιας διεθνούς συνομωσίας που εξυφαίνεται ενάντια σε ότι πολιτισμικά εκπροσωπεί η σύγχρονη Ελλάδα. Καλεί τον Ελληνικό λαό να αυτοπροσδιοριστεί εθνικά και να υπερασπισθεί την ιστορία του, την θρησκεία, τις παραδόσεις, το εθνικό του φρόνημα, τις εθνικές του παρακαταθήκες και αρετές. Είναι εντυπωσιακό το πόσο χρόνο διαθέτει στις ομιλίες του ο Μίκης για να αποδείξει την ύπαρξη ενός διεθνούς σχεδίου καταστροφής της Ελλάδας.
Η όλη τοποθέτηση μόνο στην υπόθεση της απόκτησης μιας νέας αυτογνωσίας δεν συνεισφέρει.
Το πλέον παράδοξο, στην όλη υπόθεση, είναι ότι σε αυτήν την κίνηση εκείνος που βρέθηκε να πρωτοστατεί είναι ο Μίκης Θεοδωράκης που (θεωρητικά) θα μπορούσε να ηγείται σήμερα, με βάση το οικουμενικό μουσικό του έργο και το εκτόπισμά του, σε εντελώς άλλες κινήσεις με ευρύτερο διεθνές και σύγχρονο περιεχόμενο.
Αλλά όλα είναι δρόμος. Και για τον Μίκη υπήρξε μια βαθμιαία μετατόπιση από τον χώρο της Αριστεράς προς έναν νοητό Εθνικό χώρο, που ενώ φαίνονταν ότι ήταν μια κίνηση προς κάτι ευρύτερο κατέληξε στον σημερινό πολιτικό του εγκλωβισμό. Δυστυχώς η «εθνικοποίηση» μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, με παγκόσμια απήχηση, είναι τελικά, όπως κι αν το πάρει κανείς, σε βάρος του Ελληνικού πολιτισμού, της Ελληνικής ετερότητας, αλλά και των ιδίων των πνευματικών δημιουργών και του κύρους τους.
Στην μετατόπιση αυτή βέβαια, του Μίκη, θα πρέπει κανείς να λάβει υπ΄ όψιν και τη μέγιστη συμβολή της κρίσης της Αριστεράς. Χωρίς αυτήν ίσως να μην υπήρχε.
Οι δυνάμεις που πλαισιώνουν τον Θεοδωράκη έχουν πλήρη συνείδηση ότι μόνες τους δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ο Θεοδωράκης τους έδωσε υπόσταση, τους πρόσφερε μια διαδικασία όπου ο καθένας «εισοδιστικά» θα επιχειρήσει να «παίξει». Αυτό περιλαμβάνει διάφορες πολιτικές κακοφωνίες και φάλτσα, μια «εθνική ανομοιογένεια» που δύσκολα μετατρέπεται σε πολιτική ενότητα. Ο χώρος βασικά θα πορευθεί με ιδεολογικούς όρους. Πολιτικά θα παραμείνει ανομοιογενής και ετερόκλητος. Το λεγόμενο «εθνικό ακροατήριο» έχει κι αυτό τις παθογένειές του. Εύκολα το χειρίζεσαι ιδεολογικά αλλά πολύ δύσκολα το προάγεις πολιτικά (αν βέβαια θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο). Γιατί στην περίπτωση της κίνησης Θεοδωράκη αυτό που προέχει δεν είναι η κατανόηση της νέας πραγματικότητας (κι άρα η ανάδειξη μιας νέας πολιτικότητας) αλλά η αντιπαράθεση με αυτήν ιδεολογικά.
Ο χώρος που εκπροσωπεί η κίνηση Θεοδωράκη έχει αρκετές δυνάμεις. Από την άλλη «μπάντα» τα πράγματα, από άποψη συσχετισμών, είναι πιο περιορισμένα, αλλά υποκειμενικά πιο αξιόλογα, και προσφέρονται για πολιτικές συγκλίσεις, σε μια δεύτερη φάση. Η αναμέτρηση θα κριθεί σε πολλά επίπεδα και βασικά στο επίμαχο ζήτημα του ποιος θα έχει με το μέρος του τις εξελίξεις.
Μήλιος Χρ.
ΥΓ.
Είμαστε μάρτυρες, τις τελευταίες μέρες, μιας επίθεσης του ΚΚΕ ενάντια στη κίνηση Θεοδωράκη. Σίγουρα κάτι τρέχει. Δεν είναι μυστικό ότι ένα σημαντικό μέρος της βάσης του ΚΚΕ «ζυμώνεται» σε ανάλογη κατεύθυνση. Κάπου στο κείμενο μιλάμε για ένα αριστεροδεξιό εθνικιστικό τόξο που διαπερνά οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους. Οι νέες διαχωριστικές γραμμές βρίσκονται υπο εξέλιξη. Διαμορφώνονται γοργά μέρα τη μέρα. Ένα νέο πολιτικό τοπίο κυοφορείται στην Ελλάδα και Διεθνώς.
Αναδημοσίευση από το site http://www.pokethe.gr
Είμαστε μάρτυρες, τις τελευταίες μέρες, μιας επίθεσης του ΚΚΕ ενάντια στη κίνηση Θεοδωράκη. Σίγουρα κάτι τρέχει. Δεν είναι μυστικό ότι ένα σημαντικό μέρος της βάσης του ΚΚΕ «ζυμώνεται» σε ανάλογη κατεύθυνση. Κάπου στο κείμενο μιλάμε για ένα αριστεροδεξιό εθνικιστικό τόξο που διαπερνά οριζόντια όλους τους πολιτικούς χώρους. Οι νέες διαχωριστικές γραμμές βρίσκονται υπο εξέλιξη. Διαμορφώνονται γοργά μέρα τη μέρα. Ένα νέο πολιτικό τοπίο κυοφορείται στην Ελλάδα και Διεθνώς.
Αναδημοσίευση από το site http://www.pokethe.gr
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ψηφιοποιούν το αρχείο του περιοδικού "O Πολίτης" και ζητούν τη βοήθεια μας
Εφθασε με τον τρόπο του παραδοσιακού ταχυδρομείου αυτή η επιστολή. Οχι ηλεκτρονικά. Ισως επειδή ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς, που την υπογράφει, γνωρίζει πόσο έντονη είναι η αμεσότητα που συνοδεύει το άνοιγμα ενός χάρτινου φακέλου. Αποστολέας, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) που φροντίζουν τα τελευταία χρόνια για τη συγκέντρωση και τη μελέτη πτυχών της πολιτισμικής ιστορίας αυτού του τόπου – της πολιτικής, της κοινωνικής, της ιδεολογικής.
Η επιστολή -μια σελίδα όλη κι όλη- είχε μία είδηση και μία πρόσκληση. Η είδηση έλεγε ότι το σύνολο των σελίδων του περιοδικού «Ο Πολίτης», δημιούργημα και έργο ζωής του ιστορικού Αγγελου Ελεφάντη (1936-2008), θ’ «ανεβεί» ψηφιοποιημένο στον διαδικτυακό κόμβο των ΑΣΚΙ. Ηταν μια προσπάθεια που ξεκίνησε ο Αγγελος Ελεφάντης και οι συνεργάτες του, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας». Δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί τότε...
Ενα περιοδικό όπως «Ο Πολίτης» εντάσσεται ασφαλώς σε ό,τι μελετούν τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. Δημιουργήθηκε αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, το 1976, και σταμάτησε το 2008, μαζί με την πορεία της ζωής του ιδρυτή του. Όποιο πολιτικό, κοινωνικό, ιδεολογικό ή πολιτιστικό ζήτημα απασχόλησε τη μεταπολιτευτική Ελλάδα και την Ευρώπη σχολιάστηκε στις σελίδες του περιοδικού. Πάντα με γνώμονα τη δημιουργική σύγκρουση.
Τα ΑΣΚΙ, όμως, για να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα της ψηφιοποίησης και για να μπορούν οι παλιοί αλλά και οι νεότεροι αναγνώστες ν’ αναζητούν κείμενα και πληροφορίες στα παλαιά τεύχη του «Πολίτη», χρειάζονται ακόμα 8.000-10.000 ευρώ. Δεν τα έχουν. Και κάνουν κάτι απλό, κάτι στο οποίο συχνά κατέφευγε και ο Αγγελος Ελεφάντης για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της έκδοσης του «Πολίτη»: απευθύνονται στους φίλους των ΑΣΚΙ και ζητούν τη συμβολή τους για τη συγκέντρωση αυτού του ποσού.
Ζητούν δηλαδή, σε μια εποχή ιδιώτευσης και ατομικισμού, να ξαναζωντανέψουν παλαιές αξίες, όπως η συμμετοχικότητα και οι παλιές παρέες. Καμιά άλλη κίνηση δεν θα μπορούσε να είναι τόσο συμβατή με την πορεία και τις αξίες του Αγγελου...
Tης Ολγας Σελλα, από την Καθημερινή της 11-3-2011
ΥΓ. Τα χρήματα μπορούν να παραδωθούν απευθείας στα ΑΣΚΙ είτε να κατατεθούν στο λογαριασμό των ΑΣΚΙ (ALFA BANK 362002101016233) συμπληρώνοντας οπωσδήποτε το όνομα σας, είτε τα εμβάζετε με ταχυδρομική επιταγή στη διεύθυνση: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Πλατεία Ελευθερίας 1, 10553 Αθήνα
ΥΓ. Τα χρήματα μπορούν να παραδωθούν απευθείας στα ΑΣΚΙ είτε να κατατεθούν στο λογαριασμό των ΑΣΚΙ (ALFA BANK 362002101016233) συμπληρώνοντας οπωσδήποτε το όνομα σας, είτε τα εμβάζετε με ταχυδρομική επιταγή στη διεύθυνση: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Πλατεία Ελευθερίας 1, 10553 Αθήνα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






