“Περάσαμε τους ίδιους δρόμους

αλλά δεν είδαμε τα ίδια πράγματα”

θ. Μουτσόπουλος, Υψιπετείν


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020



Το ρήμα και οι αντωνυμίες

του Τίτου Πατρίκιου


“Αν κάτι μισούσαμε, ήταν οι μύθοι.
Λέγαμε πως θα τους γκρεμίσουμε θα τους εξαφανίσουμε
για πάντα. Εμείς άλλωστε είχαμε φτιάξει το ρήμα «απομυθοποιώ».
Πριν δεν υπήρχε στα λεξικά. (Τώρα, ποιοι είμαστε εμείς, νομίζω
πως ο αναγνώστης εύκολα το καταλαβαίνει. Κι έπειτα είναι πολύ
κοντινό με το οι δικοί μας. Αν χρειάζονται κάποιες χρονολογικές
διευκρινήσεις, ο αναγνώστης ας σκεφτεί τη δεκαετία του ’50, λίγο
και του ’60). Εμείς, λοιπόν, αναλύαμε απομυθοποιητικά την
πραγματικότητα και βρίσκαμε αλήθειες που θέλαμε να τις
γενικεύσουμε. Όταν όμως τα πράγματα μας αντιστέκονταν, εμείς
τροποποιούσαμε την εικόνα των πραγμάτων. Τις αλήθειες μας
ποτέ.
            Δεν είχαμε επίγνωση πως κατασκευάζαμε έτσι
καινούργιους μύθους. Τόσο πειστικούς, τόσο ανθεκτικούς,
ώστε αρκετοί άνθρωποι, σίγουροι κι αυτοί πως απομυθοποιούν
τα πράγματα, εξακολούθησαν να τους παίρνουν για πρωταρχικές
αλήθειες. Ακόμα περισσότερο, κατάγγελναν για συκοφάντη,
καταδίκαζαν για ιερόσυλο, όποιον κάτι καταλάβαινε για την                      
κατασκευή των μύθων κι αποκάλυπτε, έστω καθυστερημένα,
τι δική του συμβολή. Αλλά, στο κάτω-κάτω, είναι για τον
καθένα δύσκολο να δεχθεί πως πίστευε σε μύθους.
(Φαντάζομαι ο αναγνώστης να πρόσεξε ότι εδώ, τη θέση του
εμείς, την έχουν πάρει άλλες αντωνυμίες.)”

21-6-20  Βουρβουρού Χαλκιδικής

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020


Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΕΙΣΑΓΕΙ ΕΝΑΝ ΧΡΗΣΙΜΟ ΦΟΒΟ, ΤΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΜΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ
Ομότιμος καθηγητής Γεωπολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στο ΒΗΜΑ (26-4-2020)




Ποια εικόνα διαμορφώνει στον παγκόσμιο χάρτη η πανδημία του κορωνοϊού; Πως θα αντιδράσουν οι κοινωνίες μας,
«Εδώ και χρόνια, το κυρίαρχο πρότυπο της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διαβρώνεται και αμφισβητείται, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ένα συνολικό ανατρεπτικό αφήγημα. Η ηγεμονία των ΗΠΑ έχει κλονιστεί, η ”Υπερδύναμη” παραιτείται από μόνη της, εφόσον κατεδαφίζει το διεθνές σκηνικό το οποίο η ίδια θεμελίωσε. Η πρόσφατη επίθεση του προέδρου Τραμπ στον Διεθνή Οργανισμό Υγείας είναι ενδεικτική. Ταυτοχρόνως, έχει αναδυθεί η οικονομική ισχύς της Κίνας, η οποία αρχίζει σταδιακά να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο. Η παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει εξαιρετικά πολυσύνθετα και διασυνδεδεμένα συστήματα τα οποία, πλέον, ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Φάνηκε ήδη με την οικονομική κρίση του 2008, προτού καταστεί εξόφθαλμα αντιληπτό με την τρέχουσα υγειονομική κρίση. Η διαχείριση των κρατικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το πρότυπο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους σε περίοδο κρίσης ή γενικότερα, όταν πρέπει να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες καταστάσεις. Τέλος, υφίστανται σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία σχετίζονται με την επέκταση του δυτικού καταναλωτικού προτύπου σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Όλες αυτές οι εξελίξεις υπήρχαν και πριν από την πανδημία. Με την έκρηξη, όμως, της υγειονομικής κρίσης οι αντιφάσεις αποκαλύφθηκαν και προβλήθηκαν. Συγκλίνουν τώρα, ενισχύοντας το αίτημα της αλλαγής. Αυτή νομίζω ότι θα είναι η βασική αντίδραση των κοινωνιών μας μετά ιό. Ποιο θα είναι το νέο “παράδειγμα”; Ουδείς μπορεί να το καθορίσει. Θα προκύψει μέσα από συγκρούσεις και ανακατατάξεις σε μια προσεχή περίοδο δύο-τριών ετών, η οποία θα χαρακτηρίζεται από αστάθεια».

Αλλάζει όμως λέτε η γεωπολιτική σύνθεση των «δυνατών»; Ποιες θα είναι οι νέες δυνάμεις τα επόμενα χρόνια και ποιο είναι το πολιτικό παιχνίδι που στήνεται τώρα στην παγκόσμια σκακιέρα;
«Η γεωπολιτική σύνθεση των «δυνατών» είχε ήδη αλλάξει πριν από την υγειονομική κρίση. Ο κόσμος όπως διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1990 δεν υπάρχει πλέον. Η κόπωση των ΗΠΑ, η διαφοροποίηση του Ηνωμένου Βασιλείου από το ευρωπαϊκό σχέδιο και βέβαια, η άνοδος της Κίνας και των άλλων δυνάμεων διαμορφώνουν ένα πολυπολικό διεθνές πλαίσιο, πολύ μακριά από τον μονοπολικό κόσμο ο οποίος προέκυψε στο τέλος του Ψυχρού πολέμου. Η υγειονομική κρίση κατέστησε τις εξελίξεις αυτές ορατές. Ταυτοχρόνως, λειτουργεί και ως καταλύτης για την ανάδυση των νέων μορφών της παγκόσμιας οργάνωσης. Ο Μαρξ θεωρεί ότι “η βία είναι η μαμή της Ιστορίας”. Η υγειονομική κρίση λειτουργεί όπως η βία. Δεν δημιουργεί από μόνη της νέες καταστάσεις, εκμαιεύει τις κυοφορούμενες. Είναι προφανές ότι ο μονοπολικός ενοποιημένος και αμερικανοκίνητος κόσμος τελειώνει.
Τι θα τον διαδεχθεί; Ένας νέος διπολισμός, δηλαδή ένα στρατόπεδο υπό κινεζική ηγεμονία και μια αντικινεζική συμμαχία με κύριο πυρήνα την Ευρώπη και την Αμερική; Δεν φαίνεται πιθανό και βέβαια, δεν είναι καθόλου επιθυμητό. Μια άλλη εναλλακτική είναι να διαμορφωθούν μεγάλα περιφερειακά σύνολα, με κριτήριο τη γεωγραφία και τον πολιτισμό. Αντί για την ενιαία παγκοσμιοποίηση, η διαχείριση της οποίας έχει καταστεί προβληματική, θα οδηγηθούμε στην πολλαπλή παγκοσμιοποίηση. Σε αυτή την προοπτική, το ευρωπαϊκό σχέδιο μπορεί να αναζωογονηθεί».

Πως κρίνετε τις σχέσεις που διαμορφώθηκαν εντός της ΕΕ στη διάρκεια της κρίσης;
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε όπως και η υπόλοιπη ανθρωπότητα. Καθώς οι δομές αλληλεγγύης ήσαν πολύ λιγότερο ανεπτυγμένες από τις οικονομικές, απεδείχθη ανίκανη να παρέμβει στον υγειονομικό τομέα. Μένει να αποδειχθεί αν, τουλάχιστον, θα κατορθώσει να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά στην επακόλουθη οικονομική κρίση.
Η διπλή κρίση, υγειονομική και κατόπιν οικονομική, εισάγει την ΕΕ σε μια φάση περιδίνησης, η οποία θα αποκαλύψει τα νέα γεωπολιτικά διακυβεύματα. Μπορεί να υπάρξει χωρίς την αμερικανική καθοδήγηση και ενθάρρυνση; Μήπως οι επικείμενοι μεγάλοι γεωπολιτικοί μετασχηματισμοί προσφέρουν νέα πνοή στο ευρωπαϊκό σχέδιο; Αν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί, προς τα πού θα στραφεί η Ευρώπη; Υφίστανται δυο πόλοι έλξης: Η Ρωσία και η Αφρική. Ανάλογα με την επιλογή της, θα καθοριστεί και ο νέος χαρακτήρας της: περισσότερο κεντρο-ευρωπαϊκός, δηλαδή κυρίως γερμανικός ή μεσογειακός, δηλαδή κυρίως γαλλικός. Βγαίνουμε πλέον από τη μακρά «διαχειριστική» περίοδο της Ευρωπαϊκής οικοδόμησης για να επανέλθουμε στη «μεγάλη πολιτική», δηλαδή τη Γεωπολιτική με όλους τους κινδύνους της».

Βλέπετε χώρες να αναδεικνύονται με βάση την υγειονομική τους εγρήγορση και το πώς αντέδρασαν στην κρίση;
«Η υγειονομική εγρήγορση είναι, βέβαια, συνάρτηση των υλικών και πνευματικών δεδομένων της κάθε κοινωνίας. Έχει, όμως, μεγάλη σχέση και με την πολιτική συγκυρία, τη σύμπτωση. Αν η Ελλάδα αντέδρασε τόσο καίρια και αποτελεσματικά, είναι συνέπεια της ωριμότητας την οποία απέκτησε ο ελληνικός λαός μέσα από την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε τι θα είχε συμβεί αν ο κορονοϊός είχε εμφανιστεί πέντε χρόνια νωρίτερα. Αντιθέτως, η γείτων Τουρκία συναντήθηκε με τον κορονοϊό σε στιγμή πολιτικής παρακμής, γεωπολιτικών αποτυχιών και οικονομικών αδιεξόδων. Για τους λόγους αυτούς αντιμετωπίζει πολύ σοβαρούς κινδύνους ως προς τις ζωτικές της ισορροπίες και αποτελεί παράγοντα κινδύνου και για εμάς.
Η υγειονομική εγρήγορση αποτελεί, επομένως, ασφαλή ένδειξη της γενικότερης κατάστασης μιας κοινωνίας. Οι χώρες οι οποίες αντέδρασαν σωστά και εγκαίρως είναι φυσικό να αναβαθμίζονται ως προς την εικόνα τους».

 Για την Ελλάδα ποιες ισορροπίες διαμορφώνονται;
«Μετά τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, η διεθνής κοινή γνώμη αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα και δυσπιστία τη νέα κυβέρνηση. Στο εξωτερικό, η επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας εν πολλοίς εμφανίστηκε ως επιστροφή στην εξουσία ενός πολιτικού κατεστημένου, υπεύθυνου για την χρεοκοπία της Ελλάδας. Όταν έγινε αντιληπτό ότι η νέα κυβέρνηση δεν απειλεί με την πολιτική της τις ευρωπαϊκές οικονομικές ισορροπίες, ακολούθησε μια φάση αδιαφορίας. Κουρασμένη η διεθνής και η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη από τη δεκαετή συνεχή επικέντρωση της στην Ελλάδα, απέστρεψε το ενδιαφέρον της. Αφού πλέον δεν προκαλεί ζημίες, δεν χρειάζεται περαιτέρω ενασχόληση. Η υγειονομική κρίση και η διαχείριση της από την ελληνική κυβέρνηση εισήγαγε μια τρίτη φάση. Η Ελλάδα προβάλλεται σήμερα ως υπόδειγμα. Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης έχει επανέλθει, θετικά αυτή τη φορά.
Η κρίση του κορωνοϊού αποδεικνύεται έτσι, μια ευκαιρία για την ελληνική ήπια δύναμη. Μολονότι αναμφιβόλως προβλέπονται σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, αυτές σχετίζονται με τη σύνθεση της ελληνικής οικονομίας και όχι, όπως στο παρελθόν, με την ελληνική αβελτηρία. Το τείχος της δυσπιστίας και της επιφυλακτικότητας έχει διαρραγεί. Πρόκειται για τεράστια πρόοδο, με αποφασιστική σημασία. Αντί για “ηθικός κίνδυνος”, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε χώρα η οποία έχει αποδείξει την αξία της. Επομένως μπορεί να επωφεληθεί από την κοινοτική αλληλεγγύη, χωρίς να υπάρχει φόβος να λειτουργήσει η βοήθεια αυτή ως αρνητικό προηγούμενο. Η προβολή, μάλιστα, της ελληνικής πολιτικής στον ψηφιακό τομέα κατά την κρίση μπορεί να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της επικοινωνιακή πολιτικής».

Μήπως όμως τελικά ο ιός του φόβου είναι ο επόμενος μεγάλος αντίπαλός μας;
«Ο φόβος είναι βέβαια αντίπαλος, γιατί συχνά παραλύει τη δράση. Όμως, τις περασμένες δεκαετίες, το πρόβλημα στις δυτικές κοινωνίες ήταν, αντιθέτως, η πεποίθηση ότι η τεχνολογία και η οργάνωση μας εξασφάλιζαν από κάθε απειλή. Αυτή η α-φοβία οδήγησε σε σοβαρές υλικές ζημίες και κυρίως, σε ηθικές παρεκτροπές. Η κρίση του κορωνοϊού εισάγει ένα χρήσιμο στοιχείο φόβου, δηλαδή τη συναίσθηση των ορίων μας».  

Τι σας κάνουν να σκέφτεστε σε φιλοσοφικό επίπεδο οι τελευταίες εβδομάδες; Έχουν κάποιο κοινό οι πανδημίες που έπληξαν την ανθρωπότητα;
«Οι πανδημίες απετέλεσαν κατ’ επανάληψη τον καταλύτη για κοσμοϊστορικές αλλαγές. Η ανάδυση του σύγχρονου κράτους στη Δύση δεν είναι άσχετη με την επιδημία πανώλης τον 14ο αιώνα. Η πολεοδομία και οι σοσιαλιστικές ιδέες γεννήθηκαν στην Ευρώπη της βιομηχανικής επανάστασης, μετά τις σαρωτικές επιδημίες οι οποίες οφείλονταν στις άθλιες βιοτικές συνθήκες των προλεταρίων. Με την τρέχουσα υγειονομική κρίση βιώνουμε μια μεγάλη ιστορική καμπή, ανάλογη με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019


ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΤΟΥΡΚΙΑΣ-ΛΙΒΥΗΣ και η ΕΛΛΑΔΑ

Μεθοδικά και προκλητικά η Τουρκία προέβη σε μια μονομερή ενέργεια κατοχύρωσης των διεκδικήσεων της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο με στόχο την ανακήρυξη αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) με τη Λιβύη, που θα δημιουργήσει σε μια επόμενη φάση έναν θαλάσσιο άξονα μεταξύ των δύο χωρών διαγράφοντας από τον χάρτη τη μισή Κρήτη και νησιά του Νοτίου Αιγαίου. Έτσι η Ελλάδα θα αποκλείεται από οριοθέτηση τόσο με την Αίγυπτο όσο και με τη Λιβύη.
Η Τουρκία έχει μεταλλαχθεί από κεμαλική-κοσμική σε νεοοθωμανική χώρα, με επιθετικές ηγεμονικές βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή. Ανοίγει συνεχώς μέτωπα επέκτασης της επιρροής της, με τελευταίο το μνημόνιο με τη Λιβύη, στα πλαίσια του θεωρήματος “περί Γαλάζιας Πατρίδας”.
Αυτή η νέα κατάσταση στην περιοχή πυροδοτεί ποικίλες αντιδράσεις στη χώρα, θέτοντας σε δοκιμασία τις πολιτικές με τις οποίες αντιμετωπίζουμε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αναγκαζόμαστε εκ των πραγμάτων να επεξεργαστούμε μια νέα εθνική στρατηγική. Όμως προϋπόθεση είναι να λύσουμε τη χρόνια αντίφαση μας: από τη μια υπάρχει η αναγνώριση ότι οι διεκδικήσεις μας δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με πολεμικά μέσα ενώ από την άλλη συνεχώς επικαλούμαστε το διεθνές δίκαιο, όμως αποφεύγουμε διπλωματικές πρωτοβουλίες με πιθανή κατάληξη τη διεθνή δικαιοσύνη για την επίλυση των διαφορών μας. Γιατί  κατά βάθος γνωρίζουμε ότι η παραπομπή των διαφορών σε διεθνή δικαιοδοσία δεν θα είναι 100% υπέρ μας. Κι αυτήν την πραγματικότητα το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία είναι ανέτοιμες να αντιμετωπίσουν. Να αναλάβουν δηλαδή το κόστος ενός συμβιβασμού.
Σ’ αυτήν όμως την κρίσιμη καμπή, οι μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας στην περιοχή  επιβάλουν  η Ελλάδα να υπερασπιστεί και να κατοχυρώσει δικαιώματα που προκύπτουν από τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, και ενός συνόλου κανόνων που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις, μέσω μιας πολυδιάστατης-ενεργητικής διπλωματίας.

Αναδημοσιεύω ένα άρθρο του Χρήστου Ροζάκη(*) έναν από τους εγκυρότερους γνώστες του διεθνούς δικαίου και ειδικότερα της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας (Montego Bay 1982), καθώς παρουσιάζει με ενάργεια τα προβλήματα αλλά και τις δυνατότητες που προκύπτουν εξ αυτών.


Σ. Τ.  22-12-19 

Το μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης και τα ελληνικά νησιά

ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ  9/12/19

Η νέα ενέργεια της Τουρκίας να υπογράψει μνημόνιο με τη Λιβύη έρχεται να προστεθεί στις συνεχείς και επαναλαμβανόμενες προκλήσεις της του τελευταίου καιρού, που ως αποτέλεσμα έχουν φέρει την Ελλάδα στη δύσκολη θέση να προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει για τα αυτονόητα. Σε αυτή την πρόσφατη κίνηση έρχεται να προστεθεί και ο χάρτης που παρουσίασε ο πρέσβης κ. Τσαγατάι Ερτζίγες, φυσικά με την πλήρη συναίνεση της πολιτικής ηγεσίας, και ο οποίος επεκτείνει τα όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στο ήμισυ της Ανατολικής Μεσογείου, που σημαίνει ότι ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος δικαιούνται αντίστοιχο μερίδιο αυτής της θαλάσσιας ζώνης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η μεν Ελλάδα έχει νησιά στην περιοχή, η δε Κύπρος, ως νησιωτικό κράτος, έχει αυξημένη επιρροή στο θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Όλα αυτά παραβιάζουν κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο. Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, στο άρθρο 121, όλα τα νησιά, με εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας βράχων, δικαιούνται αιγιαλίτιδας ζώνης, συνορεύουσας ζώνης, αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ), και υφαλοκρηπίδας. Ως γνωστόν, η Σύμβαση δεσμεύει τους πάντες, μέρη και μη μέρη. Και τα μεν μέρη τα δεσμεύει λόγω της συναίνεσής τους να την επικυρώσουν και προσχωρήσουν σε αυτήν, τα δε τρίτα κράτη, όσα δεν την έχουν επικυρώσει, διά μέσου του αντίστοιχου εθιμικού δικαίου, που είτε προϋπήρχε, είτε η ευρεία συμμετοχή κρατών σε αυτήν κινητοποίησε τη μεταβολή τους από συμβατική δέσμευση σε εθιμική δέσμευση.


Το ζήτημα δεν είναι συνεπώς κατά πόσον η Τουρκία δεσμεύεται από το άρθρο 121 (παρά το γεγονός ότι αρνείται κατηγορηματικά να επικυρώσει τη Σύμβαση), αλλά κατά πόσον τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ. Και στο σημείο αυτό η διεθνής νομολογία έχει εξειδικεύσει το άρθρο 121, με το να κάνει μερικές προσαρμογές στον γενικό κανόνα του. Πράγματι, με γνώμονα ορισμένα κριτήρια (μέγεθος του νησιού, τοποθεσία στην οποία βρίσκεται στον χώρο της οριοθέτησης), η νομολογία αποδίδει στα νησιά μια απόλυτη ή σχετική επήρεια, η οποία και προσδιορίζει το ποσοστό που το νησί δικαιούται ή δεν δικαιούται υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η υφαλοκρηπίδα ενός νησιού μπορεί να ταυτιστεί με αυτήν του ηπειρωτικού εδάφους. Δηλαδή να απολαμβάνει πλήρους επήρειας, όπως συμβαίνει με τις ηπειρωτικές ακτές.

Το Διεθνές Δικαστήριο προσφέρει μια ποικιλία από λύσεις, που εξαρτώνται από τα κριτήρια που προαναφέραμε. Στην υπόθεση, λ.χ., Τυνησίας κατά Λιβύης, αφομοίωσε τα τηνυσιακά νησιά Κερκενά με το ηπειρωτικό έδαφος, χωρίς να τους δώσει ξεχωριστή επήρεια, επειδή αυτά βρίσκονταν πολύ κοντά στο έδαφος της Τυνησίας. Στην περίπτωση της Λιβύης κατά Μάλτας το Δικαστήριο έσυρε μια οριοθετική γραμμή βορειότερα της μέσης γραμμής, δίνοντας μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας στη Λιβύη, επειδή έκρινε ότι οι λιβυκές ακτές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες από αυτές της Μάλτας, και κατά συνέπεια, η Λιβύη έπρεπε να απολαύσει μεγαλύτερο τμήμα υφαλοκρηπίδας.    

Για την περίπτωση των ελληνικών νησιών που έχουν τις ανατολικές ακτές μέτωπο στην Ανατολική Μεσόγειο, τι θα έλεγε το Δικαστήριο; Νομίζω ότι οι ακτές της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και της Κρήτης δικαιολογούν, λόγω της έκτασής τους, μια προβολή στην Ανατολική Μεσόγειο που να αποδίδει στην Ελλάδα υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δεν πρόκειται εδώ για πολύ μικρά νησιά, με περιορισμένες ακτές, κοντά στο ηπειρωτικό έδαφος της μιας ή της άλλης χώρας, που θα δικαιολογούσαν αγνόησή τους, κατά την οριοθέτηση, και συνεπώς απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων που αποδίδονται από το άρθρο 121 της Σύμβασης. Επιφυλάσσομαι στο να διατυπώσω την άποψη μιας πλήρους επήρειας, γιατί αυτό είναι και συνάρτηση των αντίστοιχων παρακείμενων ακτών της γείτονος. Αλλά αυτό έχει μικρή σημασία, αν λάβουμε υπόψη ότι η Τουρκία με το πρόσφατο μνημόνιο και τον δημοσιοποιημένο χάρτη δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην Ελλάδα για διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ περιορίζοντάς την στη στενή ζώνη της αιγιαλίτιδας των 6 ν. μιλίων.

Απέναντι σε αυτήν την ακραία συμπεριφορά τι όπλα έχει η Ελλάδα για να την αντιμετωπίσει; Οπως έχει τονιστεί επανειλημμένως, το μόνο οριστικό και αδιαμφισβήτητο όπλο είναι η προσφυγή στη διεθνή Δικαιοσύνη. Χρήσιμο είναι, προτού προσφύγουμε σε αυτήν, να επιχειρήσουμε επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ούτως ώστε να πετύχουμε, όσο αυτό είναι δυνατόν, ορισμένα θετικά αποτελέσματα από αυτές, και να διασκεδάσουμε τους φόβους της Τουρκίας ως προς την αναγκαιότητα προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο. Ακολούθως, θα πρέπει να ξεκινήσουμε διμερείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνυποσχετικού, και κατάθεση, από κοινού, της προσφυγής.

Πάντως, αυτό το οποίο δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η τρέχουσα κατάσταση του ψυχρού πολέμου, γιατί εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτης ανάφλεξης, ενός θερμού επεισοδίου τις φλόγες του οποίου δεν πρόκειται να κατασβέσουν, όπως έκαναν στο παρελθόν, οι φίλιες δυνάμεις.

(*) Ο Χρήστος Ροζάκης έχει διατελέσει πρόεδρος του Διοικητικού Δικαστηρίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου. Έχει διατελέσει επίσης για μικρό διάστημα, υφυπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 1996. Συγγραφέας πολλών βιβλίων. Μεταξύ αυτών “Η ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ και το ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ”, εκδόσεις Παπαζήση 2013.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019


ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ  2019

Διεργασίες και τάσεις   




Η τελευταία δεκαετία, στον απόηχο μιας πολυδιάστατης κρίσης, που ξεκίνησε ως οικονομική και αναζωπυρώθηκε ως προσφυγική, έχει επιφέρει πολλές αλλαγές στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη της Ευρώπης.
Σήμερα η ΕΕ, εξήντα χρόνια μετά τη δημιουργία της (1958-2018), βιώνει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση. Από τη μία πλευρά οι εθνολαϊκιστικές δυνάμεις που εκφράζουν μια εθνοκρατική αναδίπλωση, με ευρωσκεπτικιστική ρητορική και με ξενοφοβικό λόγο (στη δεξιά εκδοχή τους) κι από την άλλη οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Ο εθνολαϊκισμός (δεξιός και αριστερός), ως απότοκο και αντίρροπο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, μετά και την εκλογή του Τραμπ, έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, ενώ αποτελεί ήδη ένα απειλητικό γεγονός στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Την τελευταία δεκαετία, η παρουσία των εθνολαϊκιστικών κομμάτων διπλασιάστηκε στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια, τα ποσοστά τους στις εθνικές εκλογές παρουσιάζουν ανοδική τάση, με τελευταίο επεισόδιο, την εκλογή μιας ακροδεξιάς-εθνολαϊκιστικής κυβέρνησης στην Ιταλία. Η οποία όμως είναι ήδη αντιμέτωπη ως κυβέρνηση, με τις συνέπειες από την ακύρωση των προεκλογικών της εξαγγελιών.

Η άνοδος κυρίως του ακροδεξιού εθνολαικισμού και η παράλληλη πτώση των κομμάτων  που αποτέλεσαν τους πυλώνες της μεταπολεμικής Ευρώπης πιστοποιούν την κρίση των παραδοσιακών πολιτικών. Κεντροδεξιά και κεντροαριστερά υπό την πίεση των οικονομικών ανισορροπιών της παγκοσμιοποίησης και του προσφυγικού, βλέπουν την ισχύ τους να μειώνεται και αναζητούν νέες πολιτικές ταυτότητες και συμμαχίες, με τάσεις επιστροφής στις ιδεολογικοπολιτικές ρίζες τους.  

Γερμανία και Γαλλία αν και έχουν αναβαθμίσει την διμερή συνεργασία τους με τη πρόσφατη συνθήκη του Άαχεν, δεν έχουν κοινή στάση για το πλαίσιο και τη δυναμική της απαιτούμενης μεταρρύθμισης της ΕΕ. Έτσι οι-ως τώρα-μεταρρυθμίσεις στην Ε.Ε. δεν είναι ανάλογες  της κρίσης της.
Επιπλέον και οι δυο χώρες αντιμετωπίζουν πρωτοφανή εσωτερικά προβλήματα: η Γερμανία με την κρίση των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού και η Γαλλία, καθώς το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων αναγκάζει τον Μακρόν σε ένα μακρύ διάλογο, για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με τη γαλλική κοινωνία. 

Απέναντι στις δυνάμεις του ακροδεξιού εθνολαϊκισμού, που ήδη αναζητούν κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές, η Ευρώπη αντιτάσσει τη δυναμική του Μακρόν ο οποίος έχει (αυτο)αναγορευθεί ως ο ντε φάκτο ηγέτης του στρατοπέδου των υπέρμαχων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η πρόσφατη συμφωνία του Μακρόν και του Φέρχοφσταντ ο οποίος προΐσταται της ευρωομάδας (Συμμαχία Φιλελευθέρων και Δημοκρατών για την Ευρώπη ALDE), αλλά και του Ολλανδού πρωθυπουργού  Μαρκ Ρούτε (μέλος του ALDE) για τη δημιουργία ενός φιλοευρωπαϊκού μετώπου, και κοινή κάθοδο στις ευρωεκλογές, φιλοδοξεί να αλλάξει τον πολιτικό χάρτη του ευρωκοινοβουλίου, δημιουργώντας “τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο”. 

Στην άλλη πλευρά οι δυνάμεις του ακροδεξιού εθνολαϊκισμού κινούνται επίσης προς τη δημιουργία μιας κοινής ομάδας στο ευρωκοινοβούλιο. Λεπέν και Σαλβίνι πρωτοστατούν στη δημιουργία του "Μετώπου Ελευθερίας", "κατά της παγκοσμιοποίησης και υπέρ της επιστροφής στα κράτη μέλη της εξουσίας-που έχει εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες". Άλλωστε ανήκουν στην ίδια ευρωομάδα. Μαζί τους συνασπίζονται το αυστριακό “Κόμμα Ελευθερίας” του Αντικαγκελάριου Στράχε, το γερμανικό ακροδεξιό AfD (που εκπροσωπείται πλέον σε παγγερμανικό επίπεδο),  το ολλανδικό αντιμεταναστευτικό κόμμα του Βίλντρες και άλλοι….
Ενώ στο μέτωπο (Σαλβίνι-Λεπέν) παίζεται και η συμμετοχή του Ούγγρου Πρωθυπουργού  Όρμπαν, το κόμμα του οποίου (Fidesz) συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) με 12 ευρωβουλευτές. Όμως το αυταρχικό και αντιμεταναστευτικό καθεστώς που έχει επιβάλει ο Όρμπαν, προβληματίζει το ΕΛΚ, αν θα πρέπει να συνεχίζει να συμμετέχει ως μέλος του.
Πάντως  (Σαλβίνι και Λεπέν) αλλάζουν τη στάση τους απέναντι στην ΕΕ. Από τη ρητορική της διάλυσης της ΕΕ, ζητούν-εκ των έσω αλλαγές-για να την μετατρέψουν σε μία “Ένωση των Ευρωπαϊκών Εθνών”. Επίσης εθνικοί έξοδοι  από την Ευρωζώνη ή από την ΕΕ τύπου Brexit  δεν  προτάσσονται στην προεκλογική τους ατζέντα. Το χάος που προκαλεί το Brexit, μειώνει τον αριθμό των πολιτών που επιθυμούν έξοδο από την ΕΕ, υποχρεώνοντας σε αναθεώρηση τις όποιες αποσχιστικές τάσεις.

Οι δύο μεγαλύτερες πολιτικές ομάδες, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP/ΕΛΚ) και η Ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D/Σ+Δ) αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της  μεγάλης πτώσης των ποσοστών τους. Μέχρι τώρα κατείχαν την απόλυτη πλειοψηφία και μοιράζονταν τις θέσεις στα ευρωπαϊκά όργανα. Αυτός ήταν ο κανόνας. Ωστόσο, από μια πιθανή πτώση των δυνάμεων τους, μπορεί να απαιτηθεί η σύμπραξη με άλλες φιλοευρωπαϊκές ευρωομάδες, για τις απαιτούμενες πλειοψηφίες, οπότε θα προκύψουν-αναγκαστικά-νέοι συσχετισμοί στα ενωσιακά όργανα.

Ιδιαίτερα για την Ομάδα Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν είναι καθόλου αισιόδοξα. Εκτός από την Ιβηρική όπου οι Σοσιαλιστές κρατούν δυνάμεις, παντού βρίσκονται σε πτώση. Στη Γερμανία το SPD έχει υποστεί τη μεγαλύτερη πτώση ποσοστών του μεταπολεμικά, στη Γαλλία οι Σοσιαλιστές αντιμετωπίζουν υπαρξιακό πρόβλημα. Στην Ιταλία το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα είναι αποδυναμωμένο, ενώ σε πτωτική πορεία είναι και τα σοσιαλδημοκρατικά σκανδιναβικά κόμματα. Είναι το λεγόμενο πρόβλημα Pasokification (εξ αιτίας της πρώτης και μεγάλης πτώσης του ΠΑΣΟΚ στην EE). Επιπλέον το Brexit, αν τελικά συμβεί, θα στερήσει από τους (S&D) την ισχυρή παρουσία των Βρετανών Εργατικών (20 έδρες στις ευρωεκλογές του 2014).
Η τάση “αριστερού επαναπροσδιορισμού” της Σοσιαλδημοκρατίας, αποτέλεσμα της ευρείας κρίσης που διέρχεται, οδηγούν-αν και σε ένα πρώιμο στάδιο ακόμη-σε αναζήτηση νέων πολιτικών. Αλλά και νέων συμμαχιών καθώς  ήδη διαφαίνονται οσμώσεις με την Αριστερά και την Οικολογία.

Στο χώρο της ευρωπαϊκής Αριστεράς υπάρχουν επίσης εμφανείς μετασχηματισμοί. Η ευρωπαϊκή Αριστερά εκφράζεται στον Ευρωκοινοβούλιο μέσω της ευρωομάδας ”Ευρωπαϊκή Αριστερά/Αριστερά των Πρασίνων των Βόρειων Χωρών”. Στις ευρωεκλογές του 2014, το τμήμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, η λεγόμενη ριζοσπαστική Αριστερά, ήταν σε άνοδο και εξέφρασε πανευρωπαϊκά μια αριστερά που ήταν σε κρίση ταυτότητας και εκπροσώπησης.
ΣΎΡΙΖΑ, PODEMOS, το αριστερό μπλόκο στην Πορτογαλία, ακόμη και οι Βρετανοί Εργατικοί του Κόρμπιν, συνέθεσαν μια ανερχόμενη ευρωσκεπτικιστική δύναμη ενάντια “στις κυρίαρχες ελίτ  και τις πολιτικές της λιτότητας”, με τον Τσίπρα υποψήφιο για την  προεδρία της Κομισιόν το 2014.
Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, η υποχώρηση της (ριζοσπαστικής) αριστεράς-σε πανευρωπαϊκό επίπεδο-είναι γεγονός. Ο ευρωσκεπτικιστικός λόγος της, έχει υποσταλεί. Τη σημαία πλέον του ευρωσκεπτικισμού σηκώνουν τα ακροδεξιά εθνολαϊκιστικά κόμματα, στην ευρωπαϊκή ήπειρο. 
Η ριζοσπαστική Aριστερά (μετά και τη στροφή του ΣΎΡΙΖΑ προς την Ευρώπη), περιορίζεται πλέον σε ένα ρόλο εντός του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος και όχι απέναντι του. Με κύριο στόχο την αντιμετώπιση του ακροδεξιού κινδύνου σε συστράτευση με τις φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις.

Τα οικολογικά κόμματα έχουν αρχίσει να παρουσιάζουν δυναμικό παρόν, στην κεντρική Ευρώπη (όπου και κυρίως υπάρχουν), σε περιοχές και χώρες όπως η Βαυαρία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, ενώ είναι τεράστια η δημοσκοπική τους άνοδο σε παγγερμανικό επίπεδο. Στο  νέο μετεκλογικό τοπίο, η παρουσία τους μπορεί να ενισχύσει καθοριστικά τις φιλοευρωπαϊκές συμμαχίες.

Στον δικό μας μικρόκοσμο, σε εξέλιξη βρίσκεται μια συζήτηση αναφορικά με τη σχέση των ευρωσοσιαλιστών με τον Σύριζα, ο οποίος μετέχει ως παρατηρητής στην ευρωσοσιαλιστική ομάδα από το 2016. Η αναζήτηση μιας νέας σχέσης των ευρωσοσιαλιστών με την ευρωπαϊκή Αριστερά, χρησιμοποιείται από τον Σύριζα, ως απόδειξη της σοσιαλδημοκρατικής στροφής του, όμως δεν είναι παρά μια ακόμη απόπειρα πολιτικού χαμαιλεοντισμού.

Εκατό ημέρες πριν τις ευρωεκλογές, στη χώρα μας, απουσιάζει ένας δημόσιος διάλογος για το παρόν και το μέλλον της ΕΕ, όταν όλα συνομολογούν ότι αυτές οι ευρωεκλογές  θα είναι οι κρισιμότερες όλων.
Κι όπως όλα δείχνουν, κάθε προσπάθεια θα επισκιαστεί  από τον έντονο κομματικό ανταγωνισμό, μπροστά στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, ιδιαίτερα αν οι ευρωεκλογές συμπέσουν με τις βουλευτικές.


ΤΡΥΨΑΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ   26-2-2019

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018




ΚΡΙΣΗ και ΜΝΗΜΟΝΙA

Από την χρεοκοπία στο  φαύλο κύκλο των μνημονίων





Μια βιωματική αναδρομή:

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης (2008-2009) η κυβέρνηση της ΝΔ διατείνονταν ότι η χώρα ήταν προστατευμένη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Οι παθογένειες όμως υπέβοσκαν και σύντομα η Ελλάδα έγινε μέρος της παγκόσμιας κρίσης, ως ο πλέον αδύναμος κρίκος της. Και μάλιστα υπέστη διπλή κρίση: χρηματοπιστωτική και κρίση χρέους.  
Στις συνθήκες της γενικευμένης κρίσης, ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία πίεσαν την ΕΕ (ιδιαίτερα τη Γερμανία), ώστε να αντιμετωπίσει το ελληνικό πρόβλημα φοβούμενες ότι η ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της Ελλάδας θα συγκλόνιζε την παγκοσμιοποιημένη οικονομία.
Σ’ αυτό το πλαίσιο αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι, μη έχοντας θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση κρίσεων, βασίστηκαν στην τεχνογνωσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά και στην δανειακή συμμετοχή του, καθώς δεν ήθελαν να αναλάβουν συνολικά το κόστος ενός προγράμματος διάσωσης.
Η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης (ΔΝΤ-ΕΕ) ήταν μονόδρομος, για να μπορέσει να καλύψει η χώρα τα ελλείμματα και την αποπληρωμή των προηγούμενων δανειακών υποχρεώσεων. Να αποφύγει δηλαδή την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες. Δεν υπήρχε καμία άλλη επιλογή.

Το 1ο Μνημόνιο (1-5-2010/δανειακή σύμβαση 110 δις), εμπόδισε μεν την Ελλάδα να πτωχεύσει και να μην υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη ζώνη του ευρώ, αλλά αποδείχθηκε ανεπαρκές στη στήριξη της ελληνική οικονομίας.
Οι δανειστές υποτίμησαν την έκταση της ελληνικής κρίσης (σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο), οδηγούμενοι σε υπερεκτιμήσεις και αστοχίες που κόστισαν, προκαλώντας μη προβλεπόμενη μεγάλη ύφεση.
Στο εσωτερικό, οι ανεπάρκειες της κυβέρνησης Παπανδρέου, οι αντιστάσεις συνδικάτων και κοινωνικών ομάδων, αλλά και η αντιμνημονιακή ρητορική σύμπασας της αντιπολίτευσης (προεξάρχουσας της ΝΔ των Ζάππειο Ι και ΙΙ) συνέτειναν στην παράταση  της κρίσης.
Ενώ ο στόχος του προγράμματος ήταν η επιστροφή στις αγορές σε δύο χρόνια, οι συνέπειες της ύφεσης, έθεσαν εκτός στόχων το πρόγραμμα.
Παράλληλα προκλήθηκε και πολιτική κρίση με αποτέλεσμα την πρωτοφανή στα μεταπολιτευτικά χρονικά παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου (ως αδυναμία διακυβέρνησης), τον Νοέμβριο του 2011.
Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Λ. Παπαδήμο, στήριξη από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ (από 11-11-2011 έως 17-5-2012) και ένα 2ο  μνημόνιο (12-2-2012).
Η κυβέρνηση Παπαδήμου ήταν μια λύση έξω από τα συνήθη πλαίσια λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Παπανδρέου, το δικομματικό σύστημα εξουσίας (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τη μορφή της ομαλής εναλλαγής στην εξουσία (όπως συνέβαινε ως τότε), γιατί ούτε ο άλλος πόλος (ΝΔ) μπορούσε και ήθελε να αναλάβει το βάρος και το κόστος της  διακυβέρνησης της χώρας.  
Η αδυναμία διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και η τραυματική εμπειρία του μνημονίου, δημιούργησαν συνθήκες κοινωνικής απόρριψης του παλιού δικομματισμού και τελικά πολιτική κρίση κυβερνησιμότητας.
Η προσφυγή στην “υπερκομματική” λύση Παπαδήμου έγινε ώστε να  αποφευχθεί  η περαιτέρω φθορά και να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος, ως ότου αναδιοργανωθεί το κομματικό σύστημα.
Μετά τη σύντομη θητεία της κυβέρνησης Παπαδήμου, οι διπλές εκλογές του 2012 που ακολούθησαν, έθεσαν τέλος στο δικομματικό-διπολικό σύστημα της μεταπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ), και ανέδειξαν το νέο δίπολο ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ (εκλογές Ιουνίου 2012: ΝΔ 29,66%-ΣΥΡΙΖΑ 26,89%).
Οι εκλογές του Ιουνίου 2012 σηματοδοτούν και το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Αρχίζει η εποχή των υποχρεωτικών συγκυβερνήσεων (συνεργασίας), καθώς λόγω της πολυδιάσπασης του πολιτικού συστήματος, δεν προέκυπταν πλέον αυτοδυναμίες.

Με το 2ο μνημόνιο επιδιώχθηκε η ανατροπή της πολύ έντονης καθοδικής πορείας που είχε πάρει η ελληνική οικονομία, και η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2012 (PSI: μείωση χρέους κατά 106 δις. ευρώ περίπου, αποκλειστικά από ιδιώτες επενδυτές, εγχώριους και ξένους). Η δανειακή σύμβαση προέβλεπε νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ύψους 130 δις (με τα υπόλοιπα της πρώτης δανειακής σύμβασης, το τελικό ποσό ανέρχονταν στα 167 δις).
Ωστόσο αν και προέκυψε μικρή οικονομική ανάκαμψη (ιδίως περί τα τέλη του 2012), οι αλλεπάλληλες πολιτικές εξελίξεις άνοιξαν μια νέα περίοδο πολιτικής αστάθειας:
η απαίτηση Σαμαρά για σύντομη θητεία της κυβέρνησης Παπαδήμου και προσφυγή σε εκλογές, οι διπλές εκλογές του 2012, η κυβέρνηση συνεργασίας (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ) με αίτημα την επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από την συγκυβέρνηση με αφορμή την ΕΡΤ (21-6-2014), οι ευρωεκλογές του 2014 όπου ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα (26,56%, έναντι 22,7% της ΝΔ), η λαϊκιστική στροφή της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, και η εμπλοκή των διαπραγματεύσεων με την τρόικα στο τελικό στάδιο της ολοκλήρωσης του 2ου μνημονίου.

Μνημόνιο/αντιμνημόνιο. Από τα μέσα του 2011, όταν η ύφεση προκαλεί πλέον πολύ μεγάλα πλήγματα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία (μέχρι τα τέλη του 2013 υπήρξαν μέτρα μείωσης στο 30% του ΑΕΠ), αναδεικνύεται σταδιακά, το αντιμνημονιακό κίνημα και εδραιώνεται η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο.
Το αντιμνημονιακό κίνημα, ήταν και παρέμεινε ένα κίνημα διαμαρτυρίας, στο επίπεδο μιας γενικής δυσαρέσκειας. Ωστόσο επέδρασε στο πολιτικό σύστημα καθώς η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο ξεπέρασε και υποκατέστησε τις γνωστές πολιτικές διαιρέσεις (δεξιά-αριστερά), αναγορεύοντας την σε κυρίαρχη. Η μετακίνηση της ΝΔ υπό τον Σαμαρά, στο αντιμνημονιακό στρατόπεδο (Ζάππειο Ι και ΙΙ) το “νομιμοποίησε” πολιτικά. Στην πορεία όμως, εκφράστηκε από τους αυθεντικούς φορείς του: την ακροδεξιά (Χ.Α-ΑΝΕΛ) και κυρίως την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.
Η αντιμνημονιακή ρητορική, οδήγησε στον αντιευρωπαϊσμό κι από εκεί στον εθνικό απομονωτισμό, στον δραχμισμό και τελικά στη συγκρότηση ενός εθνολαϊκιστικού αριστερο-δεξιού μετώπου, του πρώτου στην Ευρώπη που έγινε κυβέρνηση.
Η τελευταία πράξη του πολιτικού δράματος ήταν οι εκλογές (Ιανουάριος 2015),  λόγω της αδυναμίας εκλογής προέδρου Δημοκρατίας (που προκλήθηκαν με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ), η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και η συγκυβέρνηση με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ.
Η διαίρεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο απέδωσε διπλά: Απέκρυψε τις αιτίες της κρίσης και καρποφόρησε στην κάλπη.

Το τρίτο μνημόνιο:  «Τόσο πολύ κακό σε τόσο λίγο διάστημα». Ένα αχρείαστο μνημόνιο (86 δισ.), όταν η χώρα ήταν έτοιμη να κλείσει τον κύκλο των μνημονίων, ήταν το αποτέλεσμα μιας ακραίας τυχοδιωκτικής πολιτικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ προκάλεσε μια αντιπαράθεση με τους εταίρους με ιδεολογικούς όρους, με στόχο τη ριζική αλλαγή “των κανόνων του παιχνιδιού”. Κάτι που δεν είχε προηγούμενο παγκοσμίως και φυσικά ηττήθηκε καθώς οι εξωτερικοί συσχετισμοί καθορίζουν τα όρια των πολιτικών επιλογών, ενώ παράλληλα  επιδείνωσε δραματικά τη κρίση στη χώρα.
Η συνέχεια γνωστή: λήξη του μνημονιακού προγράμματος χωρίς συμφωνία, αργία τραπεζών, capital controls, δημοψήφισμα, colotumpa, διάσπαση ΣΥΡΙΖΑ και υπογραφή τρίτου μνημονίου από τον  μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ, με τις ψήφους και της αντιπολίτευσης. Με την οικονομία να επιστρέφει στην ύφεση τη διετία 2015-16, μετά τη μικρή ανάπτυξη στα τέλη του 2014.
Το τρίτο μνημόνιο σήμανε και το οριστικό τέλος του αντιμνημονιακού αγώνα και των ψευδαισθήσεων του. Ο αντιμνημονιακός λαϊκισμός περιορίστηκε στα δύο άκρα: δεξιό και αριστερό με κοινό σημείο την επιστροφή στη δραχμή.
Στις εκλογές τον Σεπτέμβρη του 2015, αφού πλέον η αντίθεση μνημόνιο/αντιμνημόνιο είχε κλείσει τον κύκλο της, το διακύβευμα  ήταν πλέον η επαγγελία του νέου, ενάντια στο παλιό πολιτικό σύστημα.
Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πρώτο κόμμα (ακόμη και μετά την καταστροφική διακυβέρνηση του), με τη σημαία του νέου και άφθαρτου, κατέδειξε ότι ή βαθύτερη αντίθεση της κοινωνίας δεν αφορά στα μνημόνια αλλά στο “παλιό” πολιτικό σύστημα (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ). Σ’ αυτό επιρρίφθηκαν όλες οι ευθύνες για τα μνημόνια και την κρίση (τιμωρητική ψήφος) και γι αυτό δόθηκε μια νέα ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως στον Τσίπρα.
Η μετέπειτα συγκυβέρνηση και πάλι με το ακροδεξιό ΑΝΕΛ, τελικά δεν ήταν μια νίκη της ανανέωσης ενάντια στο παλιό πολιτικό σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποδύθηκε το νέο. Η μετέπειτα πορεία του ήταν μια κυνική πολιτική παραμονής στην εξουσία, ως αυτοσκοπός. Μια πολιτική παλαιοκομματικού τύπου, απόδειξη ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί αμιγώς μέρος του παλιού συστήματος και μάλιστα το πιο αναχρονιστικό.

Μνημόνια. Ο μόνος τρόπος να βγεις από τα μνημόνια, όπως αποδείχθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, είναι να τα εφαρμόσεις.
Αναγκαίες προϋποθέσεις: η ανάληψη της ιδιοκτησίας του μνημονιακού προγράμματος (και η αξιόπιστη εκτέλεση του), καθώς και ευρύτερες συναινέσεις του πολιτικού συστήματος. Καμία απ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν υπήρξε στη διάρκεια των τριών μνημονίων, εκτός της αναγκαίας συναίνεσης της αντιπολίτευσης στο τρίτο μνημόνιο. 
Στη διάρκεια της κρίσης, ποτέ και καμία κυβέρνηση ή συγκυβέρνηση δεν ανέλαβε την ιδιοκτησία των μνημονιακών προγραμμάτων και της αξιόπιστης εκτέλεσης τους.
Νόμοι και κανονισμοί που προβλέπονταν στο πρόγραμμα (και δεν ήταν μόνο οικονομικοί αλλά και θεσμικοί/μεταρρυθμιστικοί), ψηφίζονταν από τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά η εφαρμογή τους συχνά παραπέμπονταν, λόγω του πολιτικού κόστους.
Λεονταρισμοί αθέτησης των συμφωνηθέντων, συνδικαλιστικού τύπου «κόκκινες γραμμές» ή «περήφανες διαπραγματεύσεις»  καταρρίπτονταν αργά ή γρήγορα, επιβαρύνοντας με επιπλέον κόστος (και νέα μέτρα) την οικονομία και την κοινωνία.
Ενώ αύξαναν παράλληλα, το έλλειμμα αξιοπιστίας με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται  η χώρα διεθνώς “μη μεταρρυθμίσιμη” και να πλανάται συνεχώς το φάντασμα του Grexit.
Οι κυβερνήσεις υποτιμούσαν τη σημασία της αξιοπιστίας-εμπιστοσύνης, τόσο στην εικόνα της χώρας διεθνώς, όσο και στο ότι αποτελεί προϋπόθεση για πιθανές αναγκαίες αναθεωρήσεις των μνημονιακών συμφωνιών.
Ακόμη η επίρριψη όλων των ευθυνών για την εκπόνηση, την πορεία ή για τις συνέπειες του προγράμματος, στους δανειστές, ήταν σε πολλές περιπτώσεις προσχηματική.
Η αντιμετώπιση της κρίσης  απαιτούσε πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης, αφού δεν υπήρχαν άλλα εργαλεία (εντός ευρώ).  Αυτές οι πολιτικές, αν και απαιτούσαν μεγάλο κοινωνικό κόστος, ήταν η μόνη δυνατότητα εξόδου από τη κρίση, με ταυτόχρονη παραμονή στην ευρωζώνη, την οποία επιθυμούσαν τόσο τα ευρωπαϊκά κόμματα όσο και το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.
Η κοινωνία ήθελε την παραμονή στο ευρώ, τα δάνεια των δανειστών όχι όμως τα μνημόνια (δηλ. δανεικά χωρίς όρους). Το πολιτικό σύστημα ήθελε την παραμονή στο ευρώ (πλην των δραχμιστών), μια λάιτ εφαρμογή των μνημονίων και απόδοση των όποιων ευθυνών, στους δανειστές (μη ανάληψη της ιδιοκτησίας του προγράμματος).
Ευθύνες όμως για αποκλίσεις, στρεβλώσεις και αδικίες του προγράμματος δε βάρυναν μόνο τους δανειστές. Ευθύνες αναλογούσαν και  στις ελληνικές κυβερνήσεις καθώς το μίγμα της οικονομικής πολιτικής, για την επίτευξη των οικονομικών στόχων (που έθεταν τα μνημόνια), ήταν κυρίως επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων, όπως και άλλες επιλογές π.χ. οι οριζόντιες περικοπές.
Επιπλέον όλα τα χρόνια των μνημονίων, όλες οι κυβερνήσεις (με δική τους ευθύνη), στήριξαν προνομιακά το δημόσιο τομέα, σε βάρος του ιδιωτικού, προκαλώντας κοινωνικές ανισορροπίες που οδηγούσαν σε διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, πρόσθετη αποδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης και σε περαιτέρω απαξίωση της πολιτικής.
Οι πολιτικές συναινέσεις, ήταν ανύπαρκτες ή αναγκαστικές ως ανάγκη διακυβέρνησης  (συγκυβερνήσεις) και μόνο εντός του διαιρετικού πλαίσιου (μνημόνιο/αντιμνημόνιο ή παλιό/νέο), χωρίς υπερβάσεις αυτού. Το “ή εμείς ή αυτοί“ απέκοψε πλήρως κάθε προσπάθεια αναγκαίας εθνικής συνεννόησης, ξεπέρασε τα όρια μιας πόλωσης, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί στοιχείο διχασμού. Ενώ το ζητούμενο είναι εθνικές συναινέσεις για μια νέα πορεία της χώρας.


Τον Αύγουστο του 18 τελείωσε το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης (δανειακή σύμβαση+μνημόνιο). Τα κράτη της ευρωπαϊκής ένωσης δεν προτίθενται να δώσουν άλλα δάνεια στην Ελλάδα. Δεν το θέλουν και δεν το επιτρέπουν τα  προβλήματα που συσσωρεύονται (άνοδος του εθνολαϊκισμού, μεταναστευτικό, εμπορικοί πόλεμοι, γεωπολιτική αστάθεια).
Η κυβέρνηση από την άλλη πανηγυρίζει για την  “καθαρή έξοδο από τα μνημόνια” σαν να επήλθε η ποθούμενη κανονικότητα.  Η επιστροφή όμως στις διεθνείς αγορές δεν είναι δεδομένη. Είναι ένας δύσβατος και διαρκώς ελεγχόμενος δρόμος, εν μέσω διεθνών αναταράξεων. Ενώ την ίδια στιγμή οι  βαθύτερες αιτίες της ελληνικής κρίσης παραμένουν και απειλούν.
Μια κρίση πολυδιάστατη -όπως κάθε κρίση- πρωτίστως όμως πολιτική. Κι αυτό γιατί η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ανανεωθεί και να εκσυγχρονιστεί λειτουργεί ως τροχοπέδη  στην ανάταξη της κοινωνίας και της οικονομίας.
Μέχρι σήμερα κανένα κόμμα δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει το πολιτικό πλαίσιο της μεταπολίτευσης. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα. Η πολιτική ανανέωση ως προϋπόθεση για την εθνική Ανασυγκρότηση. Σε αυτό υποτάσσονται και από αυτό κρίνονται οι έννοιες της προόδου και της συντήρησης.


ΤΡΥΨΑΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
       18-9-2018




Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ουκρανία: Πολύ βαρύ το τίμημα της απεξάρτησης από τη Ρωσία







Όταν μερικά πράγματα δεν λύνονται στον καιρό τους μετά θέλουν πολλαπλάσιο κόστος για να λυθούν. Αυτό συμβαίνει σήμερα με την Ουκρανία. Η αιτία της σημερινής της κρίσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έγινε η αρχική ανεξαρτοποίηση της Ουκρανίας από την Ρωσία.

Η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε τυπικά το 1991, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1989, όμως στην πραγματικότητα δεν αποδεσμεύτηκε ποτέ από τη Ρωσία. Αντίθετα με ότι συνέβη με τις άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης που απέκτησαν πλήρη ανεξαρτησία η Ουκρανία παρέμεινε υπό την κηδεμονία της Μόσχας, σε μια ιδιόμορφη σχέση, με χαρακτηριστικά προτεκτοράτου. Για τη Ρωσία η Ουκρανία αποτελεί “ζωτικό χώρο” στρατηγικής προτεραιότητας.
Η ενεργειακή-οικονομική εξάρτηση της Ουκρανίας από τη Ρωσία, αποτέλεσε το βασικό μηχανισμό επιβολής της ρώσικης κυριαρχίας. Η Ουκρανία καλύπτει το 80% των ενεργειακών της αναγκών, σε φυσικό αέριο, μέσω ρωσικών εισαγωγών. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, οι τιμές ενέργειας για την Ουκρανία, δεν καθορίζονταν από τις διεθνείς τιμές της αγοράς αλλά αποτελούσαν προϊόν διμερούς διαπραγμάτευσης. Στην πραγματικότητα η Ρωσία επέβαλε τιμές, μικρότερες ή μεγαλύτερες, ανάλογα με τη στάση των ουκρανικών κυβερνήσεων προς τη Μόσχα. Ενώ παράλληλα η ευάλωτη ουκρανική οικονομία συσσώρευε ενεργειακά χρέη. Η ρώσικη πλευρά με όπλο τη διακοπή παροχής ενέργειας, που χρησιμοποίησε ουκ ολίγες φορές την τελευταία εικοσαετία-με αποκορύφωμα το 2006 και το 2009-απαιτούσε, κατά περίπτωση, είτε αναπροσαρμογές στις τιμές ενέργειας, είτε την αποπληρωμή του χρέους. Ουσιαστικά, οι κατά καιρούς απαιτήσεις της, αποτελούν μηχανισμούς χειραγώγησης, για τη συνέχιση της υποταγής της μετασοβιετικής Ουκρανίας στη σφαίρα επιρροής της. Ενώ παράλληλα έστελνε πολλαπλά μηνύματα στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ, μη παρέμβασης στο “ζωτικό της χώρο”.

Η απόφαση του φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς να διακόψει τη διαδικασία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε την αιτία των μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, γνωστές ως Euromaidan, το Νοέμβριο του ’13. Το κίνημα, με αιχμή τη νεολαία, ήταν κίνημα απεξάρτησης από τη ρώσικη κυριαρχία, και ένταξης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ενώ γρήγορα το κίνημα των διαδηλώσεων μετατράπηκε σε εξέγερση, με στόχο την αποπομπή του Προέδρου από την εξουσία και τη διενέργεια εκλογών.
Σε κάποια φάση του κινήματος επικράτησαν οι εθνικιστές και οι ακροδεξιοί, καθώς τα κινήματα αυτά δεν διαθέτουν στρατηγική για τα επόμενα βήματα. Το ίδιο συνέβη με την αραβική άνοιξη και τους ισλαμιστές. Το κίνημα καπελώθηκε από τα ακραία στοιχεία τα οποία επέβαλαν συνθήκες τυφλής βίας, με στόχο το ρωσόφωνο στοιχείο καθώς υπάρχει ιστορικό υπόβαθρο αντισοβιετισμού-αντιρωσισμού στην ουκρανική κοινωνία. Επιπλέον η συνεχιζόμενη μετασοβιετική κηδεμονία της Ουκρανίας από τη Ρωσία, ανέπτυξε παραπέρα τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των Ουκρανών. Σε συνθήκες κηδεμονίας, η έξαρση του εθνικισμού είναι ιστορικά δεδομένη. Ωστόσο, από την “πορτοκαλί επανάσταση” του 2004, ως το κίνημα της ευρωπλατείας του 2013 υπάρχει ένα συνδετικό νήμα. Κι αυτό-πέρα από τα ακραία στοιχεία-είναι το αίτημα της ανεξαρτησίας και του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της ουκρανικής κοινωνίας.

Σε αντίποινα, η Ρωσία, εξαπέλυσε έναν ακήρυχτο πόλεμο, πρώτα καταλαμβάνοντας και στη συνέχεια προσαρτώντας την Κριμαία, στην οποία υπήρχε ήδη ειδικό καθεστώς αυτονομίας από την Ουκρανία. Το δημοψήφισμα που ακολούθησε, για την απόσχιση της Κριμαίας από την Ουκρανία και ενσωμάτωσης της στη Ρωσία, σε έναν πληθυσμό με δεδομένη τη ρώσικη πλειοψηφία, χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά, ως το νομιμοποιητικό στοιχείο της προσάρτησης.
 
Στην Ανατολική Ουκρανία το Κρεμλίνο επέκτεινε την επέμβαση του, με στόχο αυτή τη φορά όχι την άμεση απόσχιση, αλλά την απειλή της. Οι φιλορώσοι αυτονομιστές εδραιώθηκαν, με τη βοήθεια του ρώσικου στρατού, οπότε ο Πούτιν μπορεί να προκαλεί, όποτε το θέλει, θερμά επεισόδια εκβιάζοντας, με την απειλή της απόσχισης, την Ουκρανική κυβέρνηση. Ώστε μαζί με το “ενεργειακό όπλο” που διαθέτει η Ρωσία να συνεχίσει να κρατά την Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής της.

Η Ρωσία, 25 χρόνια μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, αντιμετωπίζει την Ουκρανία εν πολλοίς ως επαρχία της, αψηφώντας τα θεμέλια της μετασοβιετικής ειρηνικής τάξης στην Ευρώπη. Κατέλυσε την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων, της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλου κράτους και της μη προσάρτησης. Λειτουργεί με τους γεωπολιτικούς όρους του παρελθόντος: της διαμόρφωσης και επέκτασης ζωνών επιρροής, μέσω της πολιτικο-στρατιωτικής ισχύος της. Η αντίδραση της δύσης ήταν αναπόφευκτη. Η επιβολή κυρώσεων ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει.
Η εμπόλεμη κατάσταση στην ανατολική Ουκρανία, παρά τις ενδιάμεσες ειρηνευτικές εκεχειρίες, από ότι φαίνεται θα τραβήξει σε μάκρος. Και αυτό συνεπάγεται μεγάλα κόστη για την Ουκρανία και μια διαρκή ένταση στις σχέσεις Ε.Ε.-Ρωσίας που δεν συμφέρει καθόλου στους Ρώσους ολιγάρχες (οι οποίοι έχουν ήδη αρχίσει να αμφισβητούν την πολιτική Πούτιν). Εν τω μεταξύ το ρούβλι ακολουθεί μια δική του πορεία αποδυνάμωσης προσθέτοντας πλήθος από προβλήματα στην Ρώσικη οικονομία η οποία ολοένα περισσότερο εξαρτάται από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο τα οποία είναι υποχρεωμένη να πουλήσει στην Ευρώπη παρόλη την κρίση που περνούν οι σχέσεις τους. Ο Πούτιν στην ουσία εκτός από κάποιον περιορισμό στις εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών δεν έχει άλλον τρόπο να πιέσει την Δύση. Δεν μπορεί να κάνει εμπάργκο στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο γιατί τότε θα κινδύνευε με οικονομική κατάρρευση.
 
Από την κρίση της Ουκρανίας είναι δύσκολο να βγει η Ρωσία κερδισμένη. Τα 4,5 δίς που απέσπασε τελευταία εκβιαστικά από την Ε.Ε. για προηγούμενα ενεργειακά χρέη της Ουκρανίας δεν συνιστούν παρά προσωρινά οφέλη που είναι πολύ λίγα για να ισοσκελίσουν τις ζημίες από το εμπάργκο της δύσης. Οι πολιτικές άλλωστε των ζωνών επιρροής οριστικά στις μέρες μας έχουν πεθάνει. Οι αλληλεξαρτήσεις είναι τόσο μεγάλες που δεν αφήνουν καθόλου χώρο για βίαιες κατοχές χωρών και εθνικές περιχαρακώσεις ενώ συμβαίνει, στο πεδίο της οικονομίας,  να λύνονται πολύ περισσότερα ζητήματα από όσα στο πεδίο των μαχών. Ήδη η κατάρρευση των τιμών του αργού πετρελαίου προοιωνίζει παραπέρα αποδυνάμωση της Ρώσικης οικονομίας και ξυπνά, όπως είναι επόμενο, εφιάλτες προσφυγής και πάλι στο ΔΝΤ.

Στην Ελλάδα το κλίμα είναι φιλο-ρωσικό. Η Ελληνική κοινωνία γενικά ανατολικοφέρνει. Ο αντι-δυτικισμός της είναι ισχυρότερος από τις αρχές της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Αρχές που αποτελούν σήμερα βασικό κεκτημένο στην Ευρώπη και που εμάς ειδικά μας αφορούν. Αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που θα είμαστε απέναντι στην Ευρώπη και τις πολιτικές της. Και δυστυχώς φθάσαμε σε σημείο να βάζουμε στην ίδια μοίρα τις εξαγωγές φρούτων και λαχανικών με τον σεβασμό των συνόρων και της ακεραιότητας μιας χώρας. Ευτυχώς η έκβαση των πραγμάτων δεν εξαρτάται από εμάς.

6-11-2014
Θανάσης Τρυψάνης